Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κείμενα
Είσοδος
Ελεύθερη ανάγνωση: η Αγία Γραφή είναι ανοιχτή σε όλους, χωρίς λογαριασμό. Με λογαριασμό έχετε πρόσβαση σε όλη τη βιβλιοθήκη. Σύνδεση
Καινὴ Διαθήκη · Πράξεις

Πράξεις τῶν Ἀποστόλων

Κεφάλαιον ΚΔ΄
Λειτουργία ανάγνωσης

Οι κατηγορίες κατά του Παύλου1-9

1Μετὰ δὲ πέντε ἡμέρας κατέβη ὁ ἀρχιερεὺς Ἁνανίας μετὰ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ῥήτορος Τερτύλλου τινός, οἵτινες ἐνεφάνισαν τῷ ἡγεμόνι κατὰ τοῦ Παύλου.

Ἔπειτα δὲ ἀπὸ πέντε ἡμέρας κατέβηκε ὁ ἀρχιερεὺς Ἀνανίας εἰς τὴν Καισάρειαν μαζῆ μὲ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ μὲ κάποιον δικηγόρον, ὀνόματι Τέρτυλλον, οἱ ὁποῖοι καὶ κατέθεσαν εἰς τὸν ἐπίτροπον καταγγελίαν ἐναντίον τοῦ Παύλου.

2κληθέντος δὲ αὐτοῦ ἤρξατο κατηγορεῖν ὁ Τέρτυλλος λέγων·

Ἀφοῦ δὲ ἐκλήθη ὁ Παῦλος, ἤρχισε ὁ Τέρτυλλος νὰ τὸν κατηγορῇ λέγων·

3Πολλῆς εἰρήνης τυγχάνοντες διὰ σοῦ καὶ κατορθωμάτων γινομένων τῷ ἔθνει τούτῳ διὰ τῆς σῆς προνοίας, πάντῃ τε καὶ πανταχοῦ ἀποδεχόμεθα, κράτιστε Φῆλιξ, μετὰ πάσης εὐχαριστίας.

<ἐπειδή, εὐγενέστατε Φῆλιξ, ἀπολαμβάνομεν χάρις εἰς σὲ πολλὴν εἰρήνην καὶ γίνονται μεγάλα ἔργα εἰς τὸ ἔθνος τοῦτο, χάρις εἰς τὴν ἰδικήν σου φροντίδα, εἰς κάθε περίστασιν καὶ εἰς ὅλας τὰς περιοχὰς τὰ βλέπομεν καὶ τὰ δεχόμεθα μὲ κάθε εὐγνωμοσύνην.

4ἵνα δὲ μὴ ἐπὶ πλεῖόν σε ἐγκόπτω, παρακαλῶ ἀκοῦσαί σε ἡμῶν συντόμως τῇ σῇ ἐπιεικείᾳ.

Διὰ νὰ μὴ σὲ ἐνοχλῶ δὲ περισσότερον, διηγούμενος τὰ ἔργα σου, σὲ παρακαλῶ νὰ ἀκούσῃς μὲ εὐμένειαν αὐτά, ποὺ μὲ συντομίαν θά σοῦ εἴπωμεν.

5εὑρόντες γὰρ τὸν ἄνδρα τοῦτον λοιμὸν καὶ κινοῦντα στάσιν πᾶσι τοῖς Ἰουδαίοις τοῖς κατὰ τὴν οἰκουμένην, πρωτοστάτην τε τῆς τῶν Ναζωραίων αἱρέσεως,

Διότι εὑρήκαμεν αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον πολὺ ἐπικίνδυνον διὰ τὸν λαόν, ἀληθινὴν πληγήν, νὰ ἀναταράσσῃ καὶ νὰ ἐξερεθίζῃ εἰς στάσιν ὅλους τοὺς Ἰουδαίους, ἀνὰ τὰς διαφόρους ἐπαρχίας, νὰ εἶναι δὲ ἡ ψυχὴ καὶ ὁ πρωτοστάτης τῆς αἱρέσεως τῶν Ναζωραίων.

6ὃς καὶ τὸ ἱερὸν ἐπείρασε βεβηλῶσαι, ὃν καὶ ἐκρατήσαμεν καὶ κατὰ τὸν ἡμέτερον νόμον ἠθελήσαμεν κρίνειν·

Αὐτὸς ἐπεχείρησε νὰ βεβηλώσῃ καὶ τὸ ἱερόν. Δι᾿ αὐτὸ καὶ τὸν ἐπιάσαμε· καὶ ἠθελήσαμεν σύμφωνα μὲ τὸν Νόμον μας νὰ τὸν δικάσωμεν.

7παρελθὼν δὲ ὁ Λυσίας ὁ χιλίαρχος μετὰ πολλῆς βίας ἐκ τῶν χειρῶν ἡμῶν ἀπήγαγε,

Ἀλλὰ κατέφθασε ὁ Λυσίας ὁ χιλίαρχος καὶ τὸν ἥρπασε ἀπὸ τὰ χέρια μας μὲ πολλὴν βίαν.

8κελεύσας τοὺς κατηγόρους αὐτοῦ ἔρχεσθαι ἐπὶ σέ· παρ᾿ οὗ δυνήσῃ αὐτὸς ἀνακρίνας περὶ πάντων τούτων ἐπιγνῶναι ὧν ἡμεῖς κατηγοροῦμεν αὐτοῦ.

Διέταξε δὲ νὰ ἔλθουν οἱ κατήγοροί του ἐνώπιόν σου. Ἀπὸ τὸν ἴδιον δὲ τὸν Λυσίαν, ἐὰν κάμῃς ἔρευναν καὶ ἀνάκρισιν, θὰ γνωρίσῃς πολὺ καλὰ ὅλα αὐτά, διὰ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς τὸν κατηγοροῦμε>.

9συνεπέθεντο δὲ καὶ οἱ Ἰουδαῖοι φάσκοντες ταῦτα οὕτως ἔχειν.

Συνεφώνησαν δὲ καὶ οἱ παριστάμενοι Ἰουδαῖοι λέγοντες ὅτι ἔτσι ἀκριβῶς ἔχουν τὰ πράγματα.

Η υπεράσπιση του Παύλου10-23

10Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Παῦλος νεύσαντος αὐτῷ τοῦ ἡγεμόνος λέγειν· Ἐκ πολλῶν ἐτῶν ὄντα σε κριτὴν τῷ ἔθνει τούτῳ ἐπιστάμενος εὐθυμότερον τὰ περὶ ἐμαυτοῦ ἀπολογοῦμαι,

Ὁ δὲ Παῦλος, ὅταν ὁ ἡγεμὼν τοῦ ἔκαμε νεῦμα νὰ ὁμιλήσῃ, ἀπεκρίθη· <ἐπειδὴ γνωρίζω, ὅτι ἀπὸ πολλὰ χρόνια εἷσαι δικαστὴς εἰς τὸ ἔθνος τοῦτο, μὲ πρόθυμον διάθεσιν καὶ μὲ ἐμπιστοσύνην ἀπολογοῦμαι ἐνώπιόν σου διὰ τὰ περὶ ἐμέ.

11δυναμένου σου γνῶναι ὅτι οὐ πλείους εἰσί μοι ἡμέραι δεκαδύο ἀφ᾿ ἧς ἀνέβην προσκυνήσων εἰς Ἱερουσαλήμ·

Καὶ τοῦτο, διότι ἠμπορεῖς σὺ νὰ πληροφορηθῇς, ὅτι δὲν εἶναι περισσότερες ἀπὸ δώδεκα ἡμέρες ἀπὸ τότε ποὺ ἀνέβηκα εἰς Ἱεροσόλυμα, διὰ νὰ προσκυνήσω.

12καὶ οὔτε ἐν τῷ ἱερῷ εὗρόν με πρός τινα διαλεγόμενον ἢ ἐπισύστασιν ποιοῦντα ὄχλου, οὔτε ἐν ταῖς συναγωγαῖς οὔτε κατὰ τὴν πόλιν·

Καὶ οὔτε εἰς τὸ ἱερὸν μὲ εὐρῆκαν νὰ συζητῶ μὲ κανένα ἢ νὰ κάνω συναγερμὸν τοῦ ὄχλου οὔτε εἰς τὰς συναγωγὰς οὔτε εἰς ὁποιονδήποτε ἄλλο μέρος τῆς πόλεως.

13οὔτε παραστῆσαι δύνανται περὶ ὧν νῦν κατηγοροῦσί μου.

Οὔτε ἠμποροῦν νὰ ἀποδείξουν αὐτά, διὰ τὰ ὁποῖα τώρα μὲ κατηγοροῦν.

14ὁμολογῶ δὲ τοῦτό σοι, ὅτι κατὰ τὴν ὁδὸν ἣν λέγουσιν αἵρεσιν οὕτω λατρεύω τῷ πατρῴῳ Θεῷ, πιστεύων πᾶσι τοῖς κατὰ τὸν νόμον καὶ τοῖς ἐν τοῖς προφήταις γεγραμμένοις,

Ὁμολογῶ ὅμως εἰς σὲ τοῦτο· ὅτι σύμφωνα μὲ τὴν νέαν πίστιν, τὴν χριστιανικήν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ὀνομάζουν αἵρεσιν, ἔτσι λατρεύω τὸν Θεὸν τῶν πατέρων μας, πιστεύων εἰς ὅλα ὅσα διατάσσει ὁ Νόμος καὶ εἰς ὅσα εἴνα γραμμένα εἰς τοὺς προφήτας.

15ἐλπίδα ἔχων εἰς τὸν Θεόν, ἣν καὶ αὐτοὶ οὗτοι προσδέχονται, ἀνάστασιν μέλλειν ἔσεσθαι νεκρῶν, δικαίων τε καὶ ἀδίκων·

Ἔχω πίστιν καὶ ἐλπίδα εἰς τὸν Θεόν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἔχουν καὶ συμμερίζονται, ὅτι δηλαδὴ θὰ γίνῃ ἀνάστασις νεκρῶν, δικαίων καὶ ἀδίκων.

16ἐν τούτῳ δὲ καὶ αὐτὸς ἀσκῶ ἀπρόσκοπον συνείδησιν ἔχειν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους διὰ παντός.

Ἀκριβῶς δὲ διότι ἔχω αὐτῇ τὴν ἐλπίδα, ἐργάζομαι προσπαθῶν νὰ ἔχω πάντοτε συνείδησιν ἀγαθήν, χωρὶς καμμίαν τύψιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων.

17δι᾿ ἐτῶν δὲ πλειόνων παρεγενόμην ἐλεημοσύνας ποιήσων εἰς τὸ ἔθνος μου καὶ προσφοράς·

Ἀφοῦ δὲ ἀπουσίασα ἀρκετὰ ἔτη, ἦρθα εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, διὰ νὰ φέρω ἐλεημοσύνας εἰς τὸ ἔθνος μου καὶ νὰ προσφέρω θυσίας εἰς τὸν ναόν.

18ἐν αἷς εὗρόν με ἡγνισμένον ἐν τῷ ἱερῷ, οὐ μετὰ ὄχλου οὐδὲ μετὰ θορύβου, τινὲς ἀπὸ τῆς Ἀσίας Ἰουδαῖοι,

Εἰς αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ ἔργα μου μὲ εὐρῆκαν εἰς τὸ ἱερὸν νὰ ἐκπληρώνω ὅσα διὰ τὸν ἀγνισμὸν εἶναι καθιερωμένα, ὄχι μὲ ὄχλον οὔτε μὲ ἀναταραχὴν καὶ ἀναστάτωσιν. Μὲ εὐρῆκαν δὲ μερικοὶ Ἰουδαῖοι ἀπὸ τὴν Ἀσίαν,

19οὓς ἔδει ἐπὶ σοῦ παρεῖναι καὶ κατηγορεῖν εἴ τι ἔχοιεν πρός με.

οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε καὶ νὰ παρουσιασθοῦν ἐνώπιόν σου καὶ νὰ καταθέσουν κατηγορίαν, ἐὰν βέβαια ὑποτεθῇ ὅτι ἔχουν κάτι ἐναντίον νὰ καταθέσουν.

20ἢ αὐτοὶ οὗτοι εἰπάτωσαν τί εὗρον ἐν ἐμοὶ ἀδίκημα στάντος μου ἐπὶ τοῦ συνεδρίου,

῍Η ἐπὶ τέλους, ἂς ποῦν αὐτοὶ ἐδῶ, ποῖον ἀδίκημα εὐρῆκαν εἰς ἐμέ, ὅταν ἐστάθηκα ὡς κατηγορούμενος εἰς τὸ συνέδριόν των.

21ἢ περὶ μιᾶς ταύτης φωνῆς ἧς ἔκραξα ἑστὼς ἐν αὐτοῖς, ὅτι περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι σήμερον ἐφ’ ὑμῶν.

Ἐκτὸς ἐὰν ἀδίκημα θεωροῦν μίαν φωνήν, ποὺ ἐφώναξα δυνατὰ ὄρθιος ἐν μέσῳ αὐτῶν, ὅτι ἐγὼ δικάζομαι σήμερα ἀπὸ σᾶς περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν>.

22ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Φῆλιξ ἀνεβάλετο αὐτοὺς, ἀκριβέστερον εἰδὼς τὰ περὶ τῆς ὁδοῦ, εἰπών· Ὅταν Λυσίας ὁ χιλίαρχος καταβῇ, διαγνώσομαι τὰ καθ᾿ ὑμᾶς,

Ὅταν δὲ ὁ Φῆλιξ ἤκουσε αὐτά, ἀνέβαλε νὰ βγάλῃ ἀπόφασιν, καὶ τοῦτο διότι ἐγνώριζε πολὺ καλύτερα τὰ περὶ νέας θρησκείας καὶ ἀντελήφθη ὅτι εἶναι ἀσύστατοι αἱ κατηγορίαι τῶν Ἰουδαίων ἐναντίον τοῦ Παύλου. Εἶπε ὅμως· <ὅταν ὁ Λυσίας ὁ χιλίαρχος κατεβῇ εἰς τὴν Καισάρειαν, θὰ πληροφορηθῶ καλύτερον τὸ ζήτημά σας>.

23διαταξάμενός τε τῷ ἑκατοντάρχῃ τηρεῖσθαι τὸν Παῦλον ἔχειν τε ἄνεσιν καὶ μηδένα κωλύειν τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὑπηρετεῖν ἢ προσέρχεσθαι αὐτῷ.

Ἔδωσε δὲ διαταγὴν εἰς τὸν ἑκατόνταρχον, νὰ φρουρῆται ὁ Παῦλος, νὰ ἔχῃ σχετικὴν ἐλευθερίαν καὶ εὐκολίαν καὶ νὰ μὴ ἐμποδίζεται κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἰδικούς του νὰ τὸν ὑπηρετῇ ἢ νὰ τὸν ἐπισκέπτεται.

Ο Παύλος μπροστά στον Φήλικα και στη Δρουσίλλα24-27

24Μετὰ δὲ ἡμέρας τινὰς παραγενόμενος ὁ Φῆλιξ σὺν Δρουσίλλῃ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ, οὔσῃ Ἰουδαίᾳ, μετεπέμψατο τὸν Παῦλον καὶ ἤκουσεν αὐτοῦ περὶ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως.

Ἔπειτα δὲ ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας ᾖλθε ὁ Φῆλιξ μαζῆ μὲ τὴν σύζυγόν του τὴν Δρούσιλλαν, ἡ ὁποία ἧτο Ἰουδαία, ἐκάλεσε τὸν Παῦλον καὶ τὸν ἤκουσε νὰ ὁμιλῇ περὶ τῆς πίστεως εἰς τὸν Χριστόν.

25διαλεγομένου δὲ αὐτοῦ περὶ δικαιοσύνης καὶ ἐγκρατείας καὶ τοῦ κρίματος τοῦ μέλλοντος ἔσεσθαι, ἔμφοβος γενόμενος ὁ Φῆλιξ ἀπεκρίθη· Τὸ νῦν ἔχον πορεύου, καιρὸν δὲ μεταλαβὼν μετακαλέσομαί σε,

Καθὼς ὅμως αὐτὸς ὠμιλοῦσε περὶ δικαιοσύνης καὶ περὶ ἐγκρατείας καὶ περὶ τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ γίνῃ, ὁ Φῆλιξ, καθὸ ἔνοχος εἰς πολλὰ ἁμαρτήματα, κατελήφθη ἀπὸ φόβον καὶ ἀπήντησεν εἰς τὸν Παῦλον· <ἐπὶ τοῦ παρόντος πήγαινε καὶ ὅταν εὔρῳ εὐκαιρίαν θὰ στείλω νὰ σὲ καλέσω πάλιν>.

26ἅμα δὲ καὶ ἐλπίζων ὅτι χρήματα δοθήσεται αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Παύλου ὅπως λύσῃ αὐτὸν· διὸ καὶ πυκνότερον αὐτὸν μεταπεμπόμενος ὡμίλει αὐτῷ.

Συγχρόνως ἤλπιζε ὁ Φῆλιξ ὅτι θὰ πάρῃ χρήματα ἀπὸ τὸν Παῦλον, διὰ νὰ τὸν ἀπολύσῃ. Δι᾿ αὐτὸ δὲ καὶ τὸν προσκαλοῦσε συχνότερα καὶ συνωμιλοῦσε μαζῆ του.

27Διετίας δὲ πληρωθείσης ἔλαβε διάδοχον ὁ Φῆλιξ Πόρκιον Φῆστον· θέλων δὲ χάριν καταθέσθαι τοῖς Ἰουδαίοις ὁ Φῆλιξ κατέλιπε τὸν Παῦλον δεδεμένον.

Ὅταν δὲ συνεπληρώθησαν δύο χρόνια, ᾖλθε διάδοχος τοῦ Φήλικος ὁ Πόρκιος Φῆστος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Φῆλιξ ἤθελε νὰ κάμῃ χάριν εἰς τοὺς Ἰουδαίους καὶ νὰ τοὺς καλοπιάσῃ, ἀφῆκε τὸν Παῦλον φυλακισμένον.