Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κείμενα
Είσοδος
Ελεύθερη ανάγνωση: η Αγία Γραφή είναι ανοιχτή σε όλους, χωρίς λογαριασμό. Με λογαριασμό έχετε πρόσβαση σε όλη τη βιβλιοθήκη. Σύνδεση
Καινὴ Διαθήκη · Ἐπιστολή

Ἰακώβου

Κεφάλαιον Α΄
Λειτουργία ανάγνωσης

Χαιρετισμός1

1Ἰάκωβος, Θεοῦ καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ δοῦλος ταῖς δώδεκα φυλαῖς ταῖς ἐν τῇ διασπορᾷ χαίρειν.

Ἐγώ, ὁ Ἰάκωβος, δοῦλος τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τοὺς Χριστιανούς, ποὺ κατάγονται ἀπὸ τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ, τὰς διεσκορπισμένας εἰς ὅλον τὸν κόσμον, εὔχομαι νὰ χαίρουν.

Πίστη και σοφία2-8

2Πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις,

Πηγὴν καὶ ἀτίαν διὰ τὴν πλέον πλήρη καὶ τελείαν χαρὰν νὰ θεωρῆτε, ἀδελφοί μου, ὅταν πέσετε μέσα εἰς διαφόρους δοκιμασίας καὶ θλίψεις,

3γινώσκοντες ὅτι τὸ δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν·

γνωρίζοντες τοῦτο, ὅτι ἡ διὰ μέσου θλίψεων καὶ ταλαιπωριῶν δοκιμασία τῆς πίστεώς σας πρὸς τὸν Χριστὸν ἐπεξεργάζεται καὶ πραγματοποιεῖ ὡς πολύτιμον ἀγαθὸν μέσα σας τὴν ὑπομονήν.

4ἡ δὲ ὑπομονὴ ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι.

Ἡ δὲ ὑπομονὴ ἂς ἔχῃ καὶ αὐτῇ, ὡς καρπὸν της, πνευματικὸν ἔργον τέλειον εἰς τὰς καρδίας σας, διὰ νὰ εἷσθε ἔτσι τέλειοι καὶ ὁλόκληροι καὶ νὰ μὴ ὑστερῆτε εἰς τίποτε.

5Εἰ δέ τις ὑμῶν λείπεται σοφίας, αἰτείτω παρὰ τοῦ διδόντος Θεοῦ πᾶσιν ἁπλῶς καὶ μὴ ὀνειδίζοντος, καὶ δοθήσεται αὐτῷ·

Ἐὰν δὲ κανεὶς ἀπὸ σᾶς στερῆται τὴν κατὰ Θεὸν σοφίαν, διὰ νὰ γνωρίζῃ πῶς νὰ φέρεται εἰς τοὺς διαφόρους πειρασμοὺς καί πῶς νὰ ἀποκτᾷ τὴν ὑπομονήν, ἂς ζητῇ τὴν σοφίαν αὐτὴν ἀπὸ τὸν πάνσοφον Θεόν, ὁ ὁποῖος τὴν δίδει εἰς ὅλους πλουσίως, χωρὶς νὰ περοφρονῇ καὶ ἐξευτελίζῃ κανένα. Καὶ θὰ τοῦ δοθῇ αὐτῇ ἡ σοφία.

6αἰτείτω δὲ ἐν πίστει, μηδὲν διακρινόμενος· ὁ γὰρ διακρινόμενος ἔοικε κλύδωνι θαλάσσης ἀνεμιζομένῳ καὶ ριπιζομένῳ.

Νὰ τὴν ζητῇ ὅμως μὲ σταθερὰν καὶ ἀκλόνητον πίστιν, χωρὶς νὰ κυμαίνεται καὶ νὰ ἀμφιβάλλῃ, ἂν θὰ τοῦ τὴν δώσῃ ὁ Θεός, διότι ἐκεῖνος ποὺ ἀμφιβάλλει καὶ κλονίζεται, μοιάζει μὲ κῦμα θαλάσσης, ποὺ δέρνεται ἀπὸ τὸν ἄνεμο καὶ πηγαίνει ἐδῶ καὶ ἐκεῖ κατὰ τὴν φορὰν τοῦ ἀνέμου.

7μὴ γὰρ οἰέσθω ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὅτι λήψεταί τι παρὰ τοῦ Κυρίου.

Διότι ἂς μὴ νομίζῃ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὁ ὀλιγόπιστος καὶ ἀκατάστατος, ὅτι θὰ πάρῃ ἀπὸ τὸν Κύριον κάτι ἀπὸ ὅσα τοῦ ζητεῖ.

8ἀνὴρ δίψυχος, ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ.

Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι δίβουλος καὶ δίγνωμος, ἀκατάστατος καὶ εὐμετάβολος εἰς ὅλην τὴν πορείαν τῆς ζωῆς καὶ συμπεριφορὰς του.

Η πλεονεκτική θέση των φτωχών απέναντι στους πλουσίους9-11

9καυχάσθω δὲ ὁ ἀδελφὸς ὁ ταπεινὸς ἐν τῷ ὕψει αὐτοῦ,

Ὁ ἀδελφὸς δέ, ποὺ δικιμάζεται ἀπὸ τὴν θλῖψιν τῆς πτωχείας καὶ εἶναι ἄσημος καὶ ἀφανὴς μέσα εἰς τὸν κόσμον, ἂς καυχᾶται διὰ τὸ ὕψος τῆς δόξῃς (εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς θὰ τὸν ἀναβιβάσῃ διὰ τὴν ὑπομονὴν του εἰς τὰς θλίψεις).

10ὁ δὲ πλούσιος ἐν τῇ ταπεινώσει αὐτοῦ, ὅτι ὡς ἄνθος χόρτου παρελεύσεται.

Ὁ δὲ πλούσιος ἐξ ἄλλου, ἂς καυχᾶται διὰ τὴν ταπεινοφροσύνην του, (τὴν ὁποίαν γεννᾷ ἡ κατὰ Θεὸν συναίσθησις τῆς πνευματικῆς του πτωχείας καὶ τῆς προσωρινότητος τοῦ πλούτου), ἀφοῦ σὰν ταπεινὸ ἀγριολούλουδο καὶ αὐτὸς θὰ περάση ἀπὸ τὴν ἐπίγειον ζωήν.

11ἀνέτειλε γὰρ ὁ ἥλιος σὺν τῷ καύσωνι καὶ ἐξήρανε τὸν χόρτον, καὶ τὸ ἄνθος αὐτοῦ ἐξέπεσε, καὶ ἡ εὐπρέπεια τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἀπώλετο. οὕτω καὶ ὁ πλούσιος ἐν ταῖς πορείαις αὐτοῦ μαρανθήσεται.

Διότι ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος μὲ τὸ φλογερὸ του καῦμα καὶ ἐξήρανε τὸ ἀγριόχορτο, καὶ τὸ ἄνθος του ἔπεσε μαραμένο, καὶ ἡ ὡραιότης τῆς ἐμφανίσεως καὶ τῶν χρωμάτων του ἐχάθηκε. Ἔτσι καὶ ὁ πλούσιος εἰς τοὺς δρόμους τῆς ζωῆς του, θὰ μαρανθῇ καὶ θὰ σβήσῃ, παρ᾿ ὅλα τὰ πλούτη καὶ τὴν δόξαν του.

Η αιτία των δοκιμασιών12-15

12Μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν· ὅτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς, ὃν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν.

Μακάριος καὶ τρισευτυχισμένος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπομένει μὲ καρτερίαν καὶ πίστιν εἰς τὸν Θεὸν τὴν δοκιμασίαν τῶν θλίψεων, διότι ἔτσι ἀναδεικνύεται ἐκλεκτὸς καὶ δοκιμασμένος ἄνθρωπος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ λάβῃ ὡς ἀμοιβὴν του τὸν ἔνδοξον στέφανον τῆς αἰωνίου ζωῆς, τὸν ὁποῖον ὑπεσχέθη ὁ Κύριος εἰς ἐκείνους, ποὺ τὸν ἀγαποῦν.

13Μηδεὶς πειραζόμενος λεγέτω ὅτι ἀπὸ Θεοῦ πειράζομαι· ὁ γὰρ Θεὸς ἀπείραστός ἐστι κακῶν, πειράζει δὲ αὐτὸς οὐδένα.

Κανεὶς ὅμως ποτέ, ὅταν πειράζεται ἀπὸ τὰ ἐσωτερικὰ πάθη καὶ τὰς ἀδυναμίας του καὶ δελεάζεται πρὸς τὴν ἁμαρτίαν, ἂς μὴ λέγῃ, ὅτι ἀπὸ τὸν Θεὸν ὑφίσταμαι αὐτὸν τὸν ἁμαρτωλὸν πειρασμόν. Αὐτὸ εἶναι φοβερὰ ὕβρις ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, διότι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ πειρασθῇ ἀπὸ κάτι κακὸν καὶ πονηρόν, δι᾿ αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς, ἄγευστος καὶ ἀπείραστος ἀπὸ κάθε κακὸν καθὼς εἶναι, δὲν στέλλει εἰς κανένα ποτὲ πειρασμόν, διὰ νὰ τὸν ἐξωθήσῃ πρὸς τὴν ἁμαρτίαν.

14ἕκαστος δὲ πειράζεται ὑπὸ τῆς ἰδίας ἐπιθυμίας ἐξελκόμενος καὶ δελεαζόμενος·

Καθένας δὲ δελεάζεται καὶ παρακινεῖται πρὸς τὸ κακὸν ἀπὸ τὴν ἰδικὴν του κακὴν ἐπιθυμίαν, παρασυρόμενος ἀπὸ τὸ δόλωμα τῆς ἁμαρτωλῆς ἡδονῆς.

15εἶτα ἡ ἐπιθυμία συλλαβοῦσα τίκτει ἁμαρτίαν, ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ἀποκύει θάνατον.

Ἔπειτα αὐτῇ του ἡ φαύλη ἐπιθυμία, ἀφοῦ σὰν πονηρὰ καὶ ἀκόλαστος γυνὴ συλλάβῃ τὸ κακόν, γεννᾷ τὴν ἁμαρτωλὴν πρᾶξιν· ἡ δὲ ἁμαρτία, ὅταν πλέον προχωρήση καὶ ὁλοκληρωθῇ καὶ ὑποδουλώσῃ τὴν ψυχήν, γεννᾷ τὸν θάνατον.

Ο Θεός είναι η πηγή κάθε αγαθού16-18

16Μὴ πλανᾶσθε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί·

Λοιπόν, μὴ πλανᾶσθε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, τίποτε τὸ κακὸν δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεόν.

17πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων, παρ᾿ ᾧ οὐκ ἔνι παραλλαγὴ ἢ τροπῆς ἀποσκίασμα.

Ἐξ ἀντιθέτου, κάθε ἀγαθὴ προσφορὰ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ κάθε δῶρον τέλειον κατεβαίνει ἐκ τῶν ἄνω, ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἀπὸ τὸν πανάγαθον Θεόν, ποὺ εἶναι ὁ δημιουργὸς καὶ πατέρας ὅλων τῶν πνευματικῶν καὶ ὑλικῶν φώτων, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἀλλοίωσις, οὔτε ἡ παραμικροτέρα σκιὰ μεταβολῆς.

18βουληθεὶς ἀπεκύησεν ἡμᾶς λόγῳ ἀληθείας εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς ἀπαρχήν τινα τῶν αὐτοῦ κτισμάτων.

Ὁ πανάγαθος Θεός, ὑπὸ τῆς ἀπείρου αὐτοῦ ἀγαθότητος κινούμενος, ἠθέλησεν αὐτὸς καὶ μᾶς ἐγέννησεν πνευματικῶς μὲ τὴν εὐαγγελικὴν διδασκαλίαν τῆς ἀληθείας, διὰ νὰ εἵμεθα ἡμεῖς σὰν τὰ πλέον εὐγενῆ καὶ ἐκλεκτὰ πρωτόλεια μεταξὺ ὅλων τῶν δημιουργημάτων.

Ακρόαση και έμπρακτη εφαρμογή του λόγου του Θεού19-27

19Ὥστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἔστω πᾶς ἄνθρωπος ταχὺς εἰς τὸ ἀκοῦσαι, βραδὺς εἰς τὸ λαλῆσαι, βραδὺς εἰς ὀργήν·

Ὥστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἂς εἶναι κάθε ἄνθρωπος γρήγορος καὶ πρόθυμος νὰ ἀκούῃ τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀναγεννᾷ καὶ σῴζει, καὶ ἂς εἶναι ἀκόμη ἀργὸς καὶ δυσκίνητος εἰς τὸ νὰ ὁμιλῇ (διὰ τὸν φόβον μήπως πῇ κάτι τὸ ἄστοχον, τὸ ἁμαρτωλὸν καὶ ὑβριστικόν). ῍Ας εἶναι δὲ ἀκόμη ἀργὸς καὶ δυσκίνητος εἰς τὴν ὀργήν, ὁποιαιδήποτε ἀφορμαὶ καὶ ἂν τοῦ δίδωνται.

20ὀργὴ γὰρ ἀνδρὸς δικαιοσύνην Θεοῦ οὐ κατεργάζεται.

Διότι ἡ ὀργὴ τοῦ ἀνθρώπου τὸν σκοτίζει, τὸν ἐξάπτει, τὸν παρασύρει εἰς ἀδικήματα καὶ δὲν ἐργάζεται μέσα εἰς αὐτὸν δικαιοσύνην Θεοῦ.

21διὸ ἀποθέμενοι πᾶσαν ῥυπαρίαν καὶ περισσείαν κακίας ἐν πραΰτητι δέξασθε τὸν ἔμφυτον λόγον τὸν δυνάμενον σῶσαι τὰς ψυχὰς ὑμῶν.

Δι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ σεῖς πετάξτε ἀπὸ τὰς ψυχὰς σας κάθε ἠθικὴν ἀκαθαρσίαν, ὅ,τι ὑπολείπεται μέσα σας ἀπὸ τὰς διαφόρους κακίας, καὶ δεχθῆτε μὲ πρᾳότητα τὸν εὐαγγελικὸν λόγον, ποὺ ἐφυτεύθη μέσα σας διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ ὁποῖος μόνος ἠμπορεῖ νὰ σώσῃ τὰς ψυχὰς σας.

22Γίνεσθε δὲ ποιηταὶ λόγου καὶ μὴ μόνον ἀκροαταὶ, παραλογιζόμενοι ἑαυτούς.

Νὰ γίνεσθε δὲ τηρηταῖ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι μόνον ἀκροαταί, ἐξαπατῶντες τὸν εὐατὸν σας μὲ τὴν ἁπλῆν μόνον ἀκρόασιν τοῦ θείου θελήματος.

23ὅτι εἴ τις ἀκροατὴς λόγου ἐστὶ καὶ οὐ ποιητής, οὗτος ἔοικεν ἀνδρὶ κατανοοῦντι τὸ πρόσωπον τῆς γενέσεως αὐτοῦ ἐν ἐσόπτρῳ·

Διότι, ἐὰν κανεὶς εἶναι ἀκροατὴς μόνον τοῦ λόγου καὶ ὄχι τηρητής, αὐτὸς ὁμοιάζει μὲ τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἁπλῶς καὶ μόνον ἐκύτταξε καλὰ εἰς τὸν καθρέπτην τὴν φυσιογνωμίαν του·

24κατενόησε γὰρ ἑαυτὸν καὶ ἀπελήλυθε, καὶ εὐθέως ἐπελάθετο ὁποῖος ἦν.

διότι αὐτὸς εἶδε μὲν καλὰ τὸν εὐατὸν του εἰς τὸν καθρέπτην καὶ ἔφυγε, ἀλλὰ ἀμέσως ἐξέχασε ποῖος ἧτο. (Καθρέπτης εἶναι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ γνωρίσωμεν τὰς ἐλλείψεις μας· ἐὰν δὲν τὰς προσέξωμεν καὶ δὲν ἐνδιαφερθῶμεν διὰ τὴν διόρθωσίν των, λησμονοῦμεν ἕντος ὀλίγου τὸν ἑαυτὸν μας καὶ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ).

25Ὁ δὲ παρακύψας εἰς νόμον τέλειον τὸν τῆς ἐλευθερίας καὶ παραμείνας, οὗτος οὐκ ἀκροατὴς ἐπιλησμονῆς γενόμενος, ἀλλὰ ποιητὴς ἔργου, οὗτος μακάριος ἐν τῇ ποιήσει αὐτοῦ ἔσται.

Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἔσκυψε μὲ πολλὴν προσοχὴν καὶ ἐμελέτησε προσεκτικὰ τὸν τέλειον νόμον τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος χαρίζει τὴν ἠθικὴν ἐλευθερίαν καὶ ἔμεινε μὲ σταθερότητα εἰς τὸν νόμον αὐτόν, αὐτὸς δὲν ἔγινε ἀκροατὴς ἁπλῶς, ποὺ λησμονεῖ, ἀλλὰ τηρητὴς τῶν ἔργων, ποὺ διατάσσει ὁ νόμος. Αὐτὸς θὰ εἶναι μακάριος καὶ τρισευτυχισμένος διὰ τὴν τήρησιν τοῦ θείου θελήματος.

26Εἴ τις δοκεῖ θρῆσκος εἶναι ἐν ὑμῖν μὴ χαλιναγωγῶν γλῶσσαν αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἀπατῶν καρδίαν αὐτοῦ, τούτου μάταιος ἡ θρησκεία.

Ἐὰν κανεὶς ἀπὸ σᾶς νομίζῃ ὅτι εἶναι εὐσεβὴς καὶ πιστὸς εἰς τὰ καθήκοντα, ποὺ ἐπιβάλλει ἡ θρησκεία, δὲν χαλιναγωγῇ ὅμως τὴν γλῶσσαν τοη, ἀλλ᾿ ἐξαπατᾷ τὴν καρδίαν του μὲ τὴν πλανεμένην αὐτὴν ἀντίληψίν του, μάθετε ὅτι τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ εἶναι ἀνωφελὴς καὶ ἄχρηστος ἡ θρησκεία.

27θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου.

Θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμόλυντος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς εἶναι αὐτῇ, νὰ ἐπισκέπτεται κανεὶς μὲ ἀγάπην καὶ καλωσύνην τὰ ὀρφανὰ καὶ τὰς χήρας, διὰ νὰ τοὺς προσφέρῃ τὴν προστασίαν καὶ παρηγορίαν εἰς τὴν θλῖψιν των, καὶ συγχρόνως νὰ τηρῇ τὸν εὐατὸν του καθαρὸν καὶ ἀμόλυντον ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ποὺ κυριαρχεῖ εἰς τὸν κόσμον.