Κατὰ Ματθαῖον
Πρόρρηση της καταστροφής του Ναού1Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐπορεύετο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ· καὶ προσῆλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτῷ τὰς οἰκοδομὰς τοῦ ἱεροῦ. 1Καὶ καθὼς ἐξῆλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔφευγεν ὁριστικῶς πλέον ἀπὸ τὸν ναόν, τὸν ἐπλησίασαν οἱ μαθηταὶ διὰ νὰ τοῦ δείξουν τὰς ὡραίας οἰκοδομὰς τοῦ ναοῦ. 2ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ βλέπετε ταῦτα πάντα; ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον ὃς οὐ καταλυθήσεται. 2Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπεν· <δὲν βλέπετε μὲ θαυμασμὸν ὅλα τὰ ὡραῖα αὐτὰ κτίρια; Σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι δὲν θὰ μείνῃ ἐδῶ πέτρα ἐπάνω στὴν πέτρα, ποὺ νὰ μὴ μεταβληθῇ εἰς συντρίμματα>. Η συντέλεια του κόσμου3Καθημένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὄρους τῶν ἐλαιῶν προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ κατ᾿ ἰδίαν λέγοντες· Εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον τῆς σῆς παρουσίας καὶ τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος; 3Καὶ ἐνῶ αὐτὸς ἐκάθητο εἰς τὸν ὅρος τῶν Ἐλαιῶν, τὸν ἐπλησίασαν οἱ μαθηταὶ ἰδιαιτέρως καὶ τοῦ εἶπαν· <πὲς μας, πότε θὰ γίνουν αὐτὰ καὶ ποιὸ θὰ εἶναι τὸ σημεῖον, ποὺ θὰ προαναγγέλῃ τὴν ἔνδοξον παρουσίαν σου καὶ τὸ τέλος τοῦ κόσμου;> 4καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ. 4Καὶ ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε· <προσέχετε μήπως τυχὸν σᾶς πλανήσῃ κανείς. 5πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες, ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, καὶ πολλοὺς πλανήσουσι. 5Διότι πολλοὶ θὰ ἔρθουν μὲ τὸ ἰδικόν μου ὄνομα καὶ θὰ λέγουν· ἐγὼ εἷμαι ὁ Χριστὸς καὶ θὰ παρασύρουν πολλοὺς εἰς τὸν δρόμον τῆς πλάνης. 6μελλήσετε δὲ ἀκούειν πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων· ὁρᾶτε, μὴ θροεῖσθε· δεῖ γὰρ πάντα γενέσθαι, ἀλλ᾿ οὔπω ἐστὶ τὸ τέλος. 6Θὰ ἀκούσετε δὲ πολέμους καὶ φῆμες περὶ πολέμων, ποὺ γίνονται μακράν. Προσέχετε, μὴ ταράσσεσθε, νομίζοντες ὅτι αὐτὰ εἶναι σημεῖα τοῦ τέλους. Διότι πρέπει ὅλα νὰ πραγματοποιηθοῦν, ἀλλὰ ἀκόμα δὲν θὰ ἔλθῃ τὸ τέλος. 7ἐγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, καὶ ἔσονται λιμοὶ καὶ σεισμοὶ κατὰ τόπους· 7Διότι θὰ ξεσηκωθῇ τὸ ἕνα ἔθνος ἐνάντιον τοῦ ἄλλου ἔθνους, καὶ τὸ ἕνα βασίλειον ἐναντίον τοῦ ἄλλου βασιλείου καὶ θὰ συμβοῦν στερήσεις καὶ πεῖνες καὶ ἐπιδημικὲς ἀρρώστιες καὶ σεισμοὶ εἰς διαφόρους τόπους. 8πάντα δὲ ταῦτα ἀρχὴ ὠδίνων. 8Ὅλα ὅμως αὐτὰ θὰ εἶναι ἀρχὴ τῶν ταλαιπωριῶν καὶ πόνων. 9τότε παραδώσουσιν ὑμᾶς εἰς θλῖψιν καὶ ἀποκτενοῦσιν ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων τῶν ἐθνῶν διὰ τὸ ὄνομά μου. 9Τότε θὰ σᾶς παραδώσουν εἰς θλίψεις καὶ βασανηστὴρια καὶ θὰ σᾶς φονεύσουν, καὶ θὰ εἷσθε οἱ μισούμενοι ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη, διότι θὰ πιστεύετε καὶ θὰ κηρύτετε τὸ ὄνομά μου. 10καὶ τότε σκανδαλισθήσονται πολλοὶ καὶ ἀλλήλους παραδώσουσι καὶ μισήσουσιν ἀλλήλους. 10Καὶ τότε θὰ κλονισθοῦν πολλοὶ εἰς τὴν πίστιν καὶ θὰ παραδώσουν εἰς τοὺς διώκτας ὁ ἔνας τὸν ἄλλον καὶ θὰ μισηθοῦν μεταξὺ των. 11καὶ πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐγερθήσονται καὶ πλανήσουσι πολλούς, 11Καὶ πολλοὶ ψευδοπροφῆται θὰ ξεπροβάλλουν καὶ θὰ παρασύρουν εἰς τὴν πλάνην πολλούς. 12καὶ διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν. 12Καὶ ἐπειδὴ θὰ ἔχῃ πληθυνθῆ ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ κακία, θὰ κρυώσῃ ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. (Ἡ καταπάτησις τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, ἡ φαυλότης καὶ ἡ διαφθορὰ εἶναι κατάστασις ἰδιοτελείας, ἡ ὁποία συνεπάγεται κατάπτωσιν πνευματικήν, ψῦξιν τῆς ἀγάπης καὶ πρὸς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς οἰκείους, ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἀπιστίαν. Ἡ ἀπιστία εἶναι κατὰ κανόνα γέννημα τῆς ἁμαρτίας). 13ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται. 13Ἐκεῖνος ὅμως, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ διάστημα τῶν δοκιμασιῶν αὐτῶν θὰ δείξῃ μέχρι τέλους ὑπομονήν, αὐτὸς θὰ σωθῇ. 14καὶ κηρυχθήσεται τοῦτο τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσιν τοῖς ἔθνεσι, καὶ τότε ἥξει τὸ τέλος. 14Καὶ θὰ κηρυχθῇ αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην, ὥστε νὰ εἶναι ἡ καλὴ μαρτυρία πρὸς σωτηρίαν δι᾿ ὅλα τὰ ἔθνη, καὶ τότε θὰ ἔλθῃ τὸ τέλος. 15Ὅταν οὖν ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως τὸ ῥηθὲν διὰ Δανιὴλ τοῦ προφήτου ἑστὼς ἐν τόπῳ ἁγίῳ - ὁ ἀναγινώσκων νοείτω - 15Ὅταν λοιπὸν θὰ ἰδῆτε τὸ μισητὸν καὶ ἀηδὲς κάθαρμα, ποὺ θὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐρήμωσιν καὶ τὸν ὄλεθρον τῆς Ἱερουσαλήμ, ὅπως ἔχει προφητευθῆ ἀπὸ τὸν Δανιήλ, νὰ στέκεται εἰς τὸν ἅγιον τόπον-κάθε ἀναγνώστης ἂς καταλάβῃ καλὰ αὐτό: Πρόκειται διὰ τοὺς κακούργους ψευδοζηλωτὰς καὶ τοὺς αἱμοχαρεῖς σικαρίους, ποὺ θὰ βεβηλώνουν τὸν ναόν, μὲ ἀναριθμήτους δολοφονίας καὶ ἄλλα κακουργήματα, καὶ τοὺς μισητοὺς Ρωμαίους στρατιώτας μὲ τὰ εἰδωλολατρικὰ των σήματα. 16τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν ἐπὶ τὰ ὄρη, 16Τότε, ὅταν θὰ δῆτε αὐτὴν τὴν βεβήλωσιν τοῦ ἱεροῦ, ὅσοι εὑρίσκονται εἰς τὴν Ἰουδαίαν, ἂς φύγουν εἰς τὰ βουνά, διὰ νὰ κρυβοῦν. 17ὁ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβαινέτω ἆραι τὰ ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, 17Ὅποιος εἶναι ἐπάνω εἰς τὴν ταράτσα, ἂς μὴ κατεβῇ εἰς τὸ σπίτι, διὰ νὰ πάρῃ τὰ πράγματά του, ἀλλὰ ἂς φύγῃ ἀμέσως. 18καὶ ὁ ἐν τῷ ἀγρῷ μὴ ἐπιστρεψάτω ὀπίσω ἆραι τὰ ἱμάτια αὐτοῦ. 18Καὶ ἐκεῖνος ποὺ μὲ τὸ πουκάμισο ἐργάζεται εἰς τὸ χωράφι, ἂς μὴ γυρίσῃ πίσῳ νὰ πάρῃ τὰ ἐνδύματά του. 19οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις. 19Ἀλλοίμονο δὲ εἰς τὰς ἐγκύους καὶ εἰς ὅσας θὰ θηλάζουν μικρὰ παιδιὰ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, διότι δὲν θὰ τοὺς εἶναι εὔκολον νὰ τρέξουν νὰ σωθοῦν. 20προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ φυγὴ ὑμῶν χειμῶνος μηδὲ σαββάτῳ. 20Προσεύχεσθε δὲ νὰ μὴ γίνῃ ἡ φυγὴ σας αὐτὴ εἰς καιρὸν χειμῶνος οὔτε εἰς ἡμέραν Σαββάτου (κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύεται ἡ μεγάλη πορεία). 21ἔσται γὰρ τότε θλῖψις μεγάλη, οἵα οὐ γέγονεν ἀπ᾿ ἀρχῆς κόσμου ἕως τοῦ νῦν οὐδ᾿ οὐ μὴ γένηται. 21Καὶ θὰ φύγετε τότε μὲ μεγάλην βίαν καὶ τρόμον, διότι θὰ συμβ᾿ θλῖψις τόσον μεγάλη, ὁμοία πρὸς τὴν ὁποίαν οὔτε ἔχει γίνει ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ κόσμου ἕως τώρα οὔτε καὶ θὰ γίνῃ. 22καὶ εἰ μὴ ἐκολοβώθησαν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι, οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· διὰ δὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς κολοβωθήσονται αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι. 22Καὶ ἐὰν δὲν ὠλιγόστευαν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι, δὲν θὰ ἐσῴζετο κανένας ἄνθρωπος εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην. Ἀλλὰ χάριν τῶν ἐκλεκτῶν θὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἡμερῶν ἐκείνων τῆς τρομερᾶς θλίψεως. 23τότε ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ, ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστός ἤ ὧδε, μὴ πιστεύσητε· 23Τότε ἐὰν κανεὶς σᾶς πῇ: Ἰδοὺ ὁ Χριστὸς εἶναι ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, μὴ πιστεύσετε. 24ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα μεγάλα καὶ τέρατα, ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς. 24Διότι θὰ ἀναφανοῦν ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ θὰ δώσουν μεγάλα σημεῖα καὶ θὰ κάμουν καταπληκτικὰ ἔργα, ὥστε νὰ πλανήσουν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἐκλεκτούς. 25ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν. 25Ἰδοὺ σᾶς τὰ προεῖπα, ὥστε νὰ λάβετε τὰ μέτρα σας. 26ἐὰν οὖν εἴπωσιν ὑμῖν, ἰδοὺ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐστί, μὴ ἐξέλθητε, ἰδοὺ ἐν τοῖς ταμείοις, μὴ πιστεύσητε· 26Ἐὰν λοιπὸν σᾶς ποῦν: Ἰδοὺ εἰς τὴν ἔρημον εὑρίσκεται ὁ Χριστός, μὴ βγῆτε· ἢ ἐὰν σᾶς ποῦν ὅτι ὁ Χριστὸς εὑρίσκεται εἰς τὰ πλέον ἀπόμερα καὶ ἀσφαλῆ δωμάτια, μὴ πιστεύσετε. 27ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου· 27Διότι οὔτε εἰς τὴν ἔρημον οὔτε εἰς σπίτια θὰ παρουσιασθῇ ὁ Χριστός, ἀλλὰ ὅπως ἡ ἀστραπὴ βγαίνει ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ καὶ ἀμέσως φαίνεται ἕως τὴν δύσιν, ἔτσι ἀμέσως αἰσθητὴ εἰς ὅλους θὰ γίνῃ καὶ ἡ ἔνδοξος παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. 28ὅπου γὰρ ἐὰν ᾖ τὸ πτῶμα, ἐκεῖ συναχθήσονται οἱ ἀετοί. 28Διότι ὅπου εἶναι τὸ πτῶμα, ἐκεῖ θὰ μαζευτοῦν ἀετοί· <ὅπου ὑπάρχει ἠθικὴ σαπίλα καὶ διαφθορά, ἐκεῖ μαζεύονται, διὰ νὰ δράσουν οἱ ἀπατεῶνες, οἱ κλέπται καὶ οἱ ἐγκληματίαι. Εἰς ἐποχὰς ἀποστασίας, παρουσιάζονται ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται). 29Εὐθέως δὲ μετὰ τὴν θλῖψιν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, καὶ οἱ ἀστέρες πεσοῦνται ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται. 29Ἀμέσως δέ, ἔπειτα ἀπὸ τὴν θλῖψιν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων ὁ ἥλιος θὰ σκοτισθῇ καὶ τὸ γεγγάρι δὲν θὰ δώσῃ τὸ φῶς του καὶ τὰ ἄστρα θὰ πέσουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ αἱ οὐράνιαι δυνάμεις, αἱ συγκρατοῦσαι τὴν ἁρμονίαν τοῦ σύμπαντος, θὰ σαλευθοῦν. 30καὶ τότε φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς καὶ ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς. 30Καὶ τότε θὰ φανῇ εἰς τὸν οὐρανὸν τὸ σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τότε ὅλαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς, ποὺ δὲν ἐπίστευσαν, θὰ ὀδύρωνται σπαρακτικά, καὶ θὰ ἴδουν τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται ἐπάνω εἰς τὰς νεφέλας τοῦ οὐρανοῦ μὲ δύναμιν μεγάλην καὶ δόξαν πολλήν. 31καὶ ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ μετὰ σάλπιγγος φωνῆς μεγάλης, καὶ ἐπισυνάξουσι τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων ἀπ᾿ ἄκρων οὐρανῶν ἕως ἄκρων αὐτῶν. 31Καὶ θὰ στείλῃ τοὺς ἀγγέλους του, οἱ ὁποῖοι μὲ φωνὴν μεγάλην, σὰν ἀπὸ ἰσχυρὰν σάλπιγγα, θὰ συγκεντρώσουν τοὺς ἐκλεκτοὺς του ἀπὸ τὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος, ἀπὸ τὴν μίαν ἄκρην τοῦ οὐρανοῦ ἕως τὴν ἄλλην. 32Ἀπὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν παραβολήν. ὅταν ἤδη ὁ κλάδος αὐτῆς γένηται ἁπαλὸς καὶ τὰ φύλλα ἐκφύῃ, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος· 32Ἀπὸ τὴν συκῆν δὲ μάθετε τὴν παρομοίωσιν· ὅταν πλέον ὁ κλάδος της γίνῃ μαλακὸς καὶ ἀναβλαστάνῃ τὰ φύλλα, γνωρίζετε ὅτι πλησιάζει τὸ θέρος. 33οὕτω καὶ ὑμεῖς ὅταν ἴδητε ταῦτα πάντα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις. 33Ἔτσι καὶ σεῖς, ὅταν ἴδετε ὅλα αὐτά, μάθετε ὅτι ἔφθασε ὁ καιρὸς τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὰ τιμωρήσῃ τοὺς Ἰουδαίους μὲ καταστροφήν. 34ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη ἕως ἂν πάντα ταῦτα γένηται. 34Σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι δὲν θὰ περάσῃ ἡ γενεὰ αὐτή, ἕως ὅτου γίνουν ὅλα ὅσα σᾶς προεῖπα διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλήμ. 35ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι. 35Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ θὰ παρέλθουν, οἱ λόγοι μου ὅμως δὲν θὰ παρέλθουν, ἀλλὰ θὰ πραγματοποιηθοῦν ἐξ ὁλοκλήρου. Ο αιφνίδιος ερχομός του τέλους36Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, εἰ μὴ ὁ πατὴρ μου μόνος. 36Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὥραν τῆς δευτέρας παρουσίας καὶ τῆς μεγάλης κρίσεως κανεὶς δὲν γνωρίζει τόποτε, οὔτε οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, εἰ μὴ μόνον ὁ Πατήρ. 37ὥσπερ δὲ αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. 37Ὅπως δὲ ὑπῆρξαν αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε, ἔτσι θὰ εἶναι καὶ ἡ παροσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. 38ὥσπερ γὰρ ἦσαν ἐν ταῖς ἡμέραις ταῖς πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ τρώγοντες καὶ πίνοντες, γαμοῦντες καὶ ἐκγαμίζοντες, ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθε Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, 38Διότι, ὅπως κατὰ τὰς ἡμέρας ποὺ προηγήθησαν ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸν οἱ ἄνθρωποι ἔτρωγαν καὶ ἔπιναν ἀσυλλόγιστοι, ἐνυμφεύοντο καὶ ὑπάνδρευαν τὰ παιδιά των μέχρι τῆς ἡμέρας, ποὺ ἐμπῆκε Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, 39καὶ οὐκ ἔγνωσαν ἕως ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἦρεν ἅπαντας, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. 39καὶ δὲν ἐκατάλαβαν, ἕως ὅτου ᾖλθε ὁ κατακλυσμὸς καὶ τοὺς παρέσυρε ὅλους, ἔτσι ἔξαφνα καὶ ἀπροσδόκητα θὰ γίνῃ καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. 40τότε δύο ἔσονται ἐν τῷ ἀγρῷ, ὁ εἷς παραλαμβάνεται καὶ ὁ εἷς ἀφίεται· 40Τότε δύο θὰ εἶναι εἰς τὸν ἀγρόν, ὁ ἔνας, ὁ δίκαιος, παραλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ὁ ἄλλος ἀφίνεται, διὰ νὰ τιμωρηθῇ. 41δύο ἀλήθουσαι ἐν τῷ μυλῶνι, μία παραλαμβάνεται καὶ μία ἀφίεται. 41Δύο ἀλέθουν εἰς τὸν μύλον, ἡ μία παραλαμβάνεται καὶ ἡ ἄλλη ἀφίνεται. 42γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται. 42Νὰ εἷσθε λοιπὸν ἄγρυπνοι καὶ προσεκτικοὶ καὶ πάντοτε ἕτοιμοι, διότι δὲν γνωρίζετε τὴν ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται. 43Ἐκεῖνο δὲ γινώσκετε ὅτι εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποίᾳ φυλακῇ ὁ κλέπτης ἔρχεται, ἐγρηγόρησεν ἂν καὶ οὐκ ἂν εἴασε διορυγῆναι τὴν οἰκίαν αὐτοῦ. 43Γνωρίζετε δὲ ἀπὸ τὴν πεῖραν σας καὶ τοῦτο· ὅτι δηλαδή, ἐὰν ἤξευρε ὁ οἰκοδεσπότης, ποίαν ὥραν ἔρχεται ὁ κλέπτῃς, θὰ ἀγρυπνοῦσε καὶ δὲν θὰ ἄφινε νὰ διαρρήξουν τὸ σπίτι του. 44διὰ τοῦτο καὶ ὑμεῖς γίνεσθε ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται. 44Διὰ τοῦτο καὶ σεῖς πρέπει νὰ γίνεσθε πάντοτε ἕτοιμοι, διότι εἰς ὥραν ποὺ δὲν φαντάζεσθε ἔρχεται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. Ο έμπιστος δούλος45Τίς ἄρα ἐστὶν ὁ πιστὸς δοῦλος καὶ φρόνιμος, ὃν κατέστησεν ὁ κύριος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς θεραπείας αὐτοῦ τοῦ διδόναι αὐτοῖς τὴν τροφὴν ἐν καιρῷ; 45Ποιὸς τάχα εἶναι ὁ πιστὸς δοῦλος καὶ συνετός, τὸν ὁποῖον ὁ κύριός του ἐγκατέστησε μὲ ἐξουσίαν νὰ φροντίζῃ διὰ τοὺς ἄλλους δούλους καὶ νὰ δίδῃ εἰς αὐτοὺς τὴν τροφὴν των εἰς τὸν κατάλληλον καιρόν; 46μακάριος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ὃν ἐλθὼν ὁ κύριος αὐτοῦ εὑρήσει ποιοῦντα οὕτως. 46Μακάριος θὰ εἶναι ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ κύριος του, ὅταν ἔλθῃ, θὰ τὸν εὕρῃ νὰ πράττῃ ἔτσι, πιστὰ καὶ φρόνιμα, μὲ συναίσθησιν τῆς εὐθύνης του. 47ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐπὶ πᾶσι τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτοῦ καταστήσει αὐτόν. 47Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι θὰ τὸν ἐγκαταστήσῃ διαχειριστὴν καὶ οἰκονόμον εἰς ὅλην του τὴν περιουσίαν. 48ἐὰν δὲ εἴπῃ ὁ κακὸς δοῦλος ἐκεῖνος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, χρονίζει ὁ κύριός μου ἐλθεῖν, 48Ἐὰν ὅμως ὁ κακὸς ἐκεῖνος δοῦλος σκεφθῇ καὶ εἴπῃ ἀπὸ μέσα του, ἀργεῖ νὰ ἔλθῃ ὁ κύριός μου, 49καὶ ἄρξηται τύπτειν τοὺς συνδούλους αὐτοῦ, ἐσθίῃ δὲ καὶ πίνῃ μετὰ τῶν μεθυόντων, 49καὶ ἀρχίσει νὰ δέρνῃ τοὺς συνδούλους τοῦ καὶ νὰ τρώγῃ καὶ νὰ πίνῃ μὲ τοὺς μεθύσους, 50ἥξει ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἐν ἡμέρᾳ ᾗ οὐ προσδοκᾷ καὶ ἐν ὥρᾳ ᾗ οὐ γινώσκει, 50θὰ ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου εἰς ἡμέραν ποὺ δὲν περιμένει καὶ εἰς ὥραν ποὺ δὲν γνωρίζει. 51καὶ διχοτομήσει αὐτὸν, καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ μετὰ τῶν ὑποκριτῶν θήσει· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 51Καὶ θὰ τὸν σχίσῃ εἰς τὰ δύο καὶ θὰ τὸν βάλῃ μαζῆ μὲ τοὺς ὑποκριτάς· ἐκεῖ θὰ εἶναι ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ τριγμὸς τῶν ὀδόντων.