Κατὰ Ματθαῖον
Η αποστολή των δώδεκα μαθητών1Καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν. 1Ἀφοῦ προσεκάλεσε τοὺς δώδεκα μαθητὰς του ὁ Ἰησοῦς, ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων, ὥστε νὰ τὰ ἐκδιώκουν ἀπὸ τοὺς δαιμονιζομένους καὶ νὰ θεραπεύουν κάθε ἀρρώστιαν καὶ κάθε σωματικὴν ἀδυναμίαν καὶ καχεξίαν. 2Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματά ἐισι ταῦτα· πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, 2Τὰ δὲ ὀνόματα τῶν δώδεκα ἀποστόλων εἶναι τὰ ἐξῆς: πρῶτος ὁ Σίμων, ὁ ὀνομαζόμενος Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς του, ὁ Ἰάκωβος ὁ υἱὸς τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς του· 3Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἁλφαίου καὶ Λεββαῖος ὁ ἐπικληθεὶς Θαδδαῖος, 3ὁ Φίλιππος καὶ ὁ Βαρθολομαῖος, ὁ Θωμᾶς καὶ ὁ Ματθαῖος ὁ τελώνης, ὁ Ἰάκωβος ὁ υἱὸς τοῦ Ἀλφαίου καὶ ὁ Λεββαῖος, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐπονομασθῆ καὶ Θαδδαῖος. 4Σίμων ὁ Κανανίτης καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ὁ καὶ παραδοὺς αὐτόν. 4Ὁ Σίμων ὁ Κανανίτης, δηλαδὴ ὁ Ζηλωτής, καὶ ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ὁ ὁποῖος καὶ παρέδωκεν τὸν Ἰησοῦν. Οδηγίες για την ιεραποστολή5Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων· Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε, καὶ εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μὴ εἰσέλθητε· 5Αὐτοὺς τοὺς δώδεκα ἔστειλεν ὁ Ἰησοῦς νὰ κηρύξουν τὸ Εὐαγγέλιον, ἀφοῦ τοὺς ἔδωκεν τὰς ἑπομένας παραγγελίας· <εἰς δρόμον, ποὺ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη, μὴ πορευθῆτε καὶ εἰς πόλιν Σαμαρειτῶν νὰ μὴ εἰσέλθετε. 6πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. 6Πηγαίνετε δὲ κατὰ προτίμησιν εἰς τοὺς Ἰσραηλίτας, οἱ ὁποῖοι μοιάζουν μὲ πρόβατα ἀπολωλότα. 7πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι Ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 7Καὶ ἐκεῖ ποὺ θὰ πηγαίνετε, νὰ κηρύσσετε καὶ νὰ λέγετε ὅτι ἐπλησίασε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἔφθασε πλέον ὁ καιρός ποὺ θὰ ἱδρυθῇ ἐπὶ τῆς γῆς ἡ Ἐκκλησία. 8ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε. 8Σᾶς δίδω ἐξουσίαν νὰ θεραπεύετε ἀσθενεῖς, νὰ καθαρίζετε λεπρούς, νὰ ἀνασταίνετε νεκρούς, νὰ διώχνετε δαιμόνια. Προσέχετε, μὴ ἐμπορευθῆτε ποτὲ τὸ χάρισμα αὐτό· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δῶστε. 9Μὴ κτήσησθε χρυσὸν μηδὲ ἄργυρον μηδὲ χαλκὸν εἰς τὰς ζώνας ὑμῶν, 9Μὴ ἀποκτήσετε καὶ μὴ φυλάσσετε εἰς τὴν ζώνην σας χρυσᾶ νομίσματα, οὔτε ἀργυρᾶ, οὔτε χάλκινα. 10μὴ πήραν εἰς ὁδὸν μηδὲ δύο χιτῶνας μηδὲ ὑποδήματα μηδὲ ῥάβδον· ἄξιος γὰρ ἐστιν ὁ ἐργάτης τῆς τροφῆς αὐτοῦ. 10Μὴ παίρνετε οὔτε σακκούλι, διὰ νὰ βάζετε τὰ τρόφιμα, ποὺ θὰ σᾶς χρειασθοῦν εἰς τὸν δρόμον· οὔτε δύο ὑποκάμισα οὔτε ὑποδήματα, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά ποὺ φορεῖτε, οὔτε ράβδον. Διότι ὁ κάθε ἐργάτης δικαιοῦτε τὴν τροφὴν του. (Σεῖς δὲ εἷσθε οἱ πνευματικοὶ ἐργάται, εἰς τοὺς ὁποίους οἱ ἄνθρωποι θὰ δώσουν ὅ,τι χρειάζεται, ἀφοῦ ἄλλωστε δι᾿ αὐτοὺς κοπιάζετε). 11εἰς ἣν δ᾿ ἂν πόλιν ἢ κώμην εἰσέλθητε, ἐξετάσατε τίς ἐν αὐτῇ ἄξιός ἐστι· κἀκεῖ μείνατε ἕως ἂν ἐξέλθητε. 11Εἰς ὅποιαν δὲ πόλιν ἢ χωρίον εἰσέλθετε, πληροφορηθῆτε ποιὸς εἶναι μεταξὺ τῶν κατοίκων ὁ εὐϋπόληπτος καὶ ἄξιος νὰ σᾶς φιλοξενήσῃ. Καὶ εἰς τὸ σπίτι αὐτοῦ μείνετε, ἕως ὅτου ἀναχωρήσετε ἀπὸ ἐκεῖ. 12εἰσερχόμενοι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν ἀσπάσασθε αὐτήν λέγοντες· εἰρήνη τῷ οἰκῳ τούτῳ. 12Ὅταν δὲ εἰσέρχεσθε εἰς τὸ σπίτι αὐτό, νὰ χαιρετίσετε ὅλους καὶ νὰ εὐχηθῆτε λέγοντες: Ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἂς ἔλθῃ εἰς τὸ σπίτι τοῦτο. 13καὶ ἐὰν μὲν ᾖ ἡ οἰκία ἀξία, ἐλέθτω ἡ εἰρήνη ὑμῶν ἐπ᾿ αὐτήν· ἐὰν δὲ μὴ ᾖ ἀξία, ἡ εἰρήνη ὑμῶν πρὸς ὑμᾶς ἐπιστραφήτω. 13Καὶ ἂν μὲν τὸ σπίτι αὐτὸ εἶναι ἄξιον νὰ δεχθῇ τὴν εἰρήνην, ἂς ἔλθῃ ἡ εἰρήνη σας εἰς αὐτό· ἐὰν ὅμως δὲν εἶναι ἄξιον, ἡ εἰρήνη σας ἂς γυρίσῃ πάλιν εἰς σᾶς. 14καὶ ὃς ἐὰν μὴ δέξηται ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσῃ τοὺς λόγους ὑμῶν, ἐξερχόμενοι ἔξω τῆς οἰκίας ἢ τῆς πόλεως ἐκείνης ἐκτινάξατε τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν ὑμῶν. 14Καὶ ὅποιος δὲν θὰ σᾶς δεχθῇ καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἀκούσῃ τὸ κήρυγμά σας, ὅταν βγαίνετε ἀπὸ τὸ σπίτι ἐκεῖνο ἢ ἀπὸ τὴν πόλιν ἐκείνην, τινάξατε τελείως τὴν σκόνην ποὺ ἔχει καθίσει εἰς τὰ πόδια σας (διὰ νὰ δείξετε ἔτσι ὅτι δὲν ἔχετε πλέον καμμίαν ἐπικοινωνίαν μὲ αὐτούς). 15ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀνεκτότερον ἔσται γῇ Σοδόμων καὶ Γομόρρας ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ. 15Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι περισσότερον ἐπιεικὴς θὰ εἶναι ἡ τιμωρία, κατὰ τὴν μεγάλην ἐκείνην ἡμέραν τῆς κρίσεως, διὰ τοὺς κατοίκους τῆς χώρας τῶν Σοδόμων καὶ Γομόρρας, παρὰ διὰ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως ἐκείνης, ποὺ ἀρνήθηκε νὰ σᾶς δεχθῇ. Η αντίδραση του κόσμου στην ιεραποστολή16Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων· γίνεσθε οὖν φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί. 16Ἰδοῦ ἐγὼ σᾶς στέλνω ὡσὰν ἥμερα καὶ ἄκακα πρόββατα ἀνάμεσα σὲ αἱμοβόρους λύκους. Δι᾿ αὐτὸ καὶ σᾶς συμβουλεύω νὰ εἷσθε φρόνομοι σὰν τὰ φίδια (τὰ ὁποῖα εἰς ὥραν κινδύνου προφυλάσσουν κυρίως τὸ κεφάλι των), καὶ ἀθῶοι καὶ ἀκέραιοι ὅπως τὰ περιστέρια. 17προσέχετε δὲ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων· παραδώσουσι γὰρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια, καὶ ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν μαστιγώσουσιν ὑμᾶς· 17Νὰ προσέχετε, λοιπόν, καὶ νὰ προφυλάσσεσθε ἀπὸ τοὺς κακοὺς ἀνθρώπους· διότι αὐτοὶ θὰ σᾶς σύρουν καὶ θὰ σᾶς παραδώσουν εἰς τὰς συνέδρια τῶν Ἑβραίων, διὰ νὰ καταδικασθῆτε, καὶ εἰς τὰς συναγωγὰς αὐτῶν ἐμπρὸς εἰς τὰ πλήθη θὰ σᾶς μαστιγώσουν. 18καὶ ἐπὶ ἡγεμόνας δὲ καὶ βασιλεῖς ἀχθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ εἰς μαρτύριον αὐτοῖς καὶ τοῖς ἔθνεσιν. 18Καὶ εἰς ἄρχοντας καὶ εἰς βασιλεῖς θὰ σᾶς τραβήξουν διὰ τῆς βίας, διὰ νὰ τιμωρηθῆτε ἀπὸ αὐτούς, ἕνεκα τῆς πίστεώς σας εἰς ἐμέ· ἀλλὰ ἐκεῖ σεῖς, χωρὶς νὰ φοβηθῆτε, θὰ δώσετε τὴν καλὴν μαρτυρίαν καὶ εἰς αὐτοὺς καὶ γενικώτερα εἰς τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη. 19ὅταν δὲ παραδῶσωσιν ὑμᾶς, μὴ μεριμνήσητε πῶς ἢ τί λαλήσητε· δοθήσεται γὰρ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τί λαλήσητε· 19Ὅταν δὲ σᾶς παραδώσουν εἰς τὰ δικαστήρια ἢ εἰς τοὺς ἄρχοντας, μὴ βασανίζετε τὸ πνεῦμα σας με τὴν ἀγωνιώδη μέριμναν, πῶς θὰ ἀπολογηθῆτε ἤ τί θὰ πῆτε. Ἐκείνην ἀκριβῶς τὴν ὥραν θὰ σᾶς δοθῇ ἄνωθεν, τὶ θὰ πῆτε. 20οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ πατρὸς ὑμῶν τὸ λαλοῦν ἐν ὑμῖν. 20Ἐπειδὴ δὲν θὰ εἷσθε ἐσεῖς, ποὺ θὰ ὁμιλῆτε, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ οὐρανίου Πατρὸς σας, τὸ ὁποῖον θὰ ὁμιλῇ διὰ μέσου ὑμῶν. 21παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ πατὴρ τέκνον, καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ θανατώσουσιν αὐτούς· 21Θὰ παραδώσῃ δὲ εἰς θάνατον ὁ ἄπιστος ἀδελφὸς τὸν πιστὸν ἀδελφὸν του καὶ ὁ ἄπιστος πατέρας τὸ εὐσεβὲς τέκνον του καὶ θὰ ἐπαναστατήσουν τὰ ἄπιστα τέκνα ἐναντίον τῶν πιστῶν γονέων των καὶ θὰ τοὺς θανατώσουν. 22καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος οὗτος σωθήσεται. 22Καὶ θὰ σᾶς μισοῦν ὅλοι οἱ ἀσεβεῖς καὶ ἄπιστοι διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι πιστεύετε καὶ ὁμολογεῖτε τὸ ὄνομά μου· μὴ χάσετε ὅμως τὸ θάρρος σας, διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπομείνῃ μέχρι τέλους, θὰ σωθῇ καὶ θὰ γίνῃ ἄξιος τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. 23ὅταν δὲ διώκωσιν ὑμᾶς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, φεύγετε εἰς τὴν ἄλλην· ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ τελέσητε τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραὴλ ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. 23Ὅταν δὲ σᾶς διώχνουν ἀπὸ τὴν πόλιν αὐτήν, φεύγετε καὶ πηγαίνετε εἰς τὴν ἄλλην. Ἀληθῶς σᾶς λέγω ὅτι δὲν θὰ προλάβετε νὰ περιέλθετε ὅλας τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραήλ, ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εἰς συνάντησίν σας, βραδύτερον δὲ καὶ εἰς τιμωρίαν ἐκείνων ποὺ δὲν σᾶς δέχονται. 24Οὐκ ἔστι μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον οὐδὲ δοῦλος ὑπὲρ τὸν κύριον αὐτοῦ. 24Καὶ ἃς ἔχετε ὑπ᾿ ὄψιν σας, ὅτι δὲν ὑπάρχει μαθητὴς ἀνώτερος ἀπὸ τὸν διδάσκαλόν του οὔτε δοῦλος ἀνώτερος ἀπὸ τὸν κύριόν του· 25ἀρκετὸν τῷ μαθητῇ ἵνα γένηται ὡς ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ, καὶ ὁ δοῦλος ὡς ὁ κύριος αὐτοῦ. εἰ τὸν οἰκοδεσπότην Βεελζεβοὺλ ἐκάλεσαν, πόσῳ μᾶλλον τοὺς οἰκιακοὺς αὐτοῦ; 25εἶναι δὲ ἀρκετὸν εἰς τὸν μαθητὴν νὰ γίνῃ καὶ νὰ πάθῃ ὅπως ὁ διδάσκαλός του, καὶ εἰς τὸν δοῦλον ὅπως ὁ κύριός του. Ἐὰν ἐμέ, τὸν διδάσκαλον καὶ τὸν κύριον τοῦ σπιτιοῦ, ὠνόμασαν Βελζεβούλ, δηλαδὴ ἄρχοντα τῶν δαιμονίων, πόσῳ μᾶλλον θὰ καλέσουν σᾶς, ποῦ εἷσθε οἱ οἰκιακοί μου; 26Μὴ οὖν φοβηθῆτε αὐτούς· οὐδὲν γάρ ἐστι κεκαλυμμένον ὃ οὐκ ἀποκαλυφθήσεται, καὶ κρυπτὸν ὃ οὐ γνωσθήσεται. 26Ἰδοῦ ὅτι σᾶς προεῖπα τί θὰ συναντήσετε εἰς τὸ ἔργον σας. Λοιπὸν μὴ φοβηθῆτε αὐτούς, ποὺ θὰ σᾶς συκοφαντήσουν καὶ θὰ σᾶς καταδιώξουν. (Ἡ ἀθωότης σας θὰ λάμψῃ καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ εἶναι σήμερα κρυφὴ καὶ ἄγνωστος, θὰ γίνῃ γνωστή). Διότι δὲν ὑπάρχει τίποτε σκεπασμένον ποὺ δὲν θὰ ξεσκεπασθῇ καὶ κανένα κρυφό ποὺ δὲν θὰ γίνῃ γνωστόν. 27ὃ λέγω ὑμῖν ἐν τῇ σκοτίᾳ, εἴπατε ἐν τῷ φωτί· καὶ ὃ εἰς τὸ οὖς ἀκούετε, κηρύξατε ἐπὶ τῶν δωμάτων. 27Ἐκεῖνο ποὺ σᾶς λέγω τώρα ἰδιαιτέρως, σὰν ὑπὸ τὸ σκότος, κηρύξατέ του εἰς τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος. Καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἀκούετε μυστικὰ εἰς τὸ αὐτί, διαλαλήσατέ το ἀπό τὶς ταράτσες πρὸς ὅλους. 28καὶ μὴ φοβεῖσθε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· φοβήθητε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ. 28Καὶ μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τοὺς διώκτας, οἱ ὁποῖοι θανατώνουν τὸ σῶμα, δὲν ἔχουν ὅμως τὴν δύναμιν νὰ θανατώσουν τὴν ψυχήν. Ἀλλὰ νὰ φοβηθῆτε περισσότερον τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος δύναται τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα νὰ καταδικάσῃ εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς κολάσεως. 29οὐχὶ δύο στρουθία ἀσσαρίου πωλεῖται; καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ πεσεῖται ἐπὶ τὴν γῆν ἄνευ τοῦ πατρὸς ὑμῶν. 29Δύο στρουθία δὲν πωλοῦνται ἀντὶ ἑνὸς ἀσσαρίου, δηλαδὴ ἀντὶ ὀκτὼ λεπτῶν; Καὶ ὅμως ἕνα ἀπὸ αὐτὰ δὲν θὰ πέσῃ νεκρὸ εἰς τὴν γῆν, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ Πατὴρ σας. 30ὑμῶν δὲ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί. 30Ἀφοῦ ὁ Πατὴρ σας προνοεῖ ἀκόμη καὶ διὰ τὰ σπουργίτια, πόσῳ μᾶλλον θὰ προνοῇ γιὰ σᾶς; Σκεφθῆτε ὅτι αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σας εἶναι γνωσταὶ καὶ ἀριθμημέναι ἀπὸ τὸν Θεόν. (Αὐτὸς σᾶς παρακολουθεῖ καὶ εἰς τὰς πλέον ἀσημάντους λεπτομερείας τῆς ζωῆς σας). 31μὴ οὖν φοβηθῆτε· πολλῶν στρουθίων διαφέρετε ὑμεῖς. 31Λοιπὸν μὴ ἀφήσετε ποτὲ τὸν φόβον νὰ κυριεύσῃ τὴν καρδίαν σας. Ἀπὸ παρὰ πολλὰ στρουθία εἷσθε ἀσυγκρίτως ἀνώτεροι σεῖς. Η αναγκαιότητα της ομολογίας32Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· 32Καθένας, λοιπόν, πού μὲ πίστιν καὶ θάρρος καὶ χωρὶς νὰ φοβῆται τοὺς διωγμούς, θά με ὁμολογήσῃ σωτῆρα του καὶ Θεὸν του ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω καὶ ἐγὼ ἔμπροσθεν τοῦ οὐρανίου πατρός μου ὡς ἰδικόν μου. 33ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. 33Ὅποιος ὅμως μὲ ἀρνηθῇ ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους, θὰ ἀρνηθῶ καὶ ἐγὼ νὰ τὸν παραδεχθῶ ὡς ἰδικόν μου ἐμπρὸς εἰς τὸν οὐράνιον Πατέρα μου. Ο διχασμός των ανθρώπων34Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἀλλὰ μάχαιραν. 34Μὴ νομίσετε ὅτι ἤλθα νὰ ἐπιβάλω μία ψευδῆ εἰρήνην εἰς τὴν γῆν (ὅπως τὴν φαντάζονται οἱ Ἰσραηλῖται, οἱ ὁποῖοι περιμένουν τὸν Μεσσίαν ὡς ἐπίγειον βασιλέαν). Δὲν ἤλθα νὰ φέρω τέτοιαν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν καὶ διαίρεσιν. 35ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς· 35Διότι ἤλθα νὰ χωρίσω τὸν ἀσεβῆ υἱὸν ἐναντίον τοῦ πιστοῦ πατρὸς του καὶ τὴν ἀσεβῆ θυγατέρα ἐναντίον τῆς μητρὸς της καὶ τὴν νύμφην ἐνάντιον τῆς πενθερᾶς της. 36καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ. 36Καὶ θὰ γίνουν ἐχθροὶ τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ του, ποὺ δὲν θὰ δεχθοῦν τὸ Εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας. Η αγάπη για τον Ιησού φέρνει κρίση37Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· 37Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾷ τὸν πατέρα ἢ τὴν μητέρα του παραπάνω ἀπὸ ἐμέ, δὲν εἶναι ἄξιος νὰ λέγεται ὀπαδός μου. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾷ τὸν υἱὸν του ἢ τὴν κόρην του παραπάνω ἀπὸ ἐμέ, δὲν εἶναι ἄξιος νὰ λέγεται ὀπαδός μου. 38καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. 38Καὶ ὅποιος δὲν παίρνει σταθερὰν τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποστῇ κάθε ταλαιπωρίαν καὶ σταυρικόν ακόμη θάνατον διὰ τὴν πίστιν του εἰς ἐμὲ καὶ δέν με ἀκολουθεῖ ὡς ἀρχηγὸν καὶ ὑπόδειγμά του, δὲν εἶναι ἄξιος γιὰ μένα. 39ὁ εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν. 39Ἐκεῖνος ποὺ εἰς καιρὸν διωγμῶν θὰ ἀποφύγῃ τὴν θλῖψιν καὶ τὸ μαρτύριον, διὰ νὰ σώσῃ τὴν ζωὴν του, θὰ χάσῃ τὴν ἀληθινὴν καὶ μακαρίαν ζωήν· καὶ ὅποιος θυσιάσει τὴν ζωὴν του ἕνεκα ἐμοῦ, θὰ κερδίσῃ τὴν ἀληθινὴν καὶ μακαρίαν ζωήν. Η στάση απέναντι στους αποστόλους40Ὁ δεχόμενος ὑμᾶς ἐμὲ δέχεται, καὶ ὁ ἐμὲ δεχόμενος δέχεται τὸν ἀποστείλαντά με. 40Ἐκεῖνος ποὺ σᾶς δέχεται καὶ σᾶς φιλοξενεῖ ὡς ἀπεσταλμένους μου, ὑποδέχεται ἐμέ· καὶ ἐκεῖνος ποὺ ὑποδέχεται ἐμέ, ὑποδέχεται Ἐκεῖνον, ποὺ μὲ ἔστειλε εἰς τὸν κόσμον. 41ὁ δεχόμενος προφήτην εἰς ὄνομα προφήτου μισθὸν προφήτου λήψεται, καὶ ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ὄνομα δικαίου μισθὸν δικαίου λήψεται. 41Ἐκεῖνος πού ὑποδέχεται προφήτην, διδάσκαλον τοῦ θείου θελήματος, καὶ τὸν τιμᾶ ὡς προφήτην, θὰ πάρῃ μισθόν προφήτου ἀπὸ τὸν Θεόν. Καὶ εκεῖνος ποὺ δέχεται δίκαιον, διότι εἶναι δίκαιος, θὰ λάβῃ μισθόν δικαίου. 42καὶ ὃς ἐὰν ποτίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων ποτήριον ψυχροῦ μόνον εἰς ὄνομα μαθητοῦ, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀπολέσῃ τὸν μισθὸν αὐτοῦ. 42Καὶ ὅποιος προσφέρει εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς ἀσήμους τούτους μαθητάς μου ἔστω καὶ ἕνα ποτήρι κρύο νερό, σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι δὲν θὰ χάσῃ τὸν μισθὸν του. (Κάθε ἔνας ποὺ μὲ πίστιν ὑποβοηθεῖ καὶ συντρέχει, ἔστω καὶ ὀλίγον, τοὺς Ἀποστόλους μου εἰς τὸ ἔργον των, θὰ λάβῃ τὴν ἀνταμοιβὴν του ἀπὸ τὸν Θεόν).