Κατὰ Ματθαῖον · ΣΤ΄
Εὐαγγέλιον

Κατὰ Ματθαῖον

Κεφάλαιον ΣΤ΄

Η αληθινή ελεημοσύνη1Προσέχετε τὴν ἐλεημοσύνην ὑμῶν μὴ ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεαθῆναι αὐτοῖς· εἰ δὲ μήγε, μισθὸν οὐκ ἔχετε παρὰ τῷ πατρὶ ὑμῶν τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 1Προσέχετε νὰ μὴν κάνετε τὴν ἐλεημοσύνην σας ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, διὰ νὰ σᾶς ἴδουν καὶ σᾶς θαυμάσουν καὶ νὰ σᾶς ἐπαινέσουν· διότι ἔτσι δὲν ἔχετε κανένα μισθὸν ἀπὸ τὸν Πατέρα σας τὸν ἐπουράνιον. 2Ὅταν οὖν ποιῇς ἐλεημοσύνην, μὴ σαλπίσῃς ἔμπροσθέν σου, ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ ποιοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς ῥύμαις, ὅπως δοξασθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. 2Ὅταν λοιπὸν σὺ κάμνῃς ἐλεημοσύνην, μὴ τὴν διαλαλῇς παντοῦ διασαλπίζοντάς της, ὅπως κάμνουν οἱ ὑποκριταὶ εἰς τὰς συναγωγὰς καὶ τοὺς πλατεῖς δρόμους, διὰ νὰ δοξασθοῦν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἀληθινὰ σᾶς λέγω ὅτι παίρνουν αὐτοὶ ὁλόκληρον τὸν μισθὸν των, (δηλαδὴ ἀπολαμβάνουν ὡς ἀμοιβὴν των τὸν ἔπαινον ἀπὸ τοὺς ἄλλους). 3σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου, 3Σὺ δέ, ὅταν κάνῃς ἐλεημοσύνην, νὰ τὴν προσφέρῃς μὲ τόσην μυστικότητα, ὥστε τὸ ἀριστερό σου χέρι νὰ μὴ μάθῃ τὸ καλό ποὺ κάνει τὸ δεξί σου. 4ὅπως ᾖ σου ἡ ἐλεημοσύνη ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. 4Διὰ νὰ μείνῃ ἔτσι ἡ ἐλεημοσύνη σου μυστικὴ καὶ ἄγνωστος· καὶ ὁ Πατήρ σου, ποὺ βλέπει καὶ τὰ πλέον ἀπόκρυφα ἔργα, θά σοῦ δώσῃ τὴν ἀμοιβὴν ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου. Η αληθινή προσευχή5Καὶ ὅταν προσεύχῃ, οὐκ ἔσῃ ὡς οἱ ὑποκριταί· ὅτι φιλοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν ἑστῶτες προσεύχεσθαι, ὅπως ἄν φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. 5Καὶ ὅταν προσεύχεσαι, δὲν πρέπει νὰ μιμῆσαι τοὺς ὑποκριτάς. Διότι αὐτοὶ εὐχαριστοῦνται καὶ ἐπιδιώκουν νὰ στέκουν ὄρθιοι καὶ νὰ προσεύχωνται εἰς τὰς συναγωγὰς καὶ εἰς τὰς γωνίας τῶν πλατειῶν, ἐκεῖ δηλαδή ποὺ εἶναι πολὺς κόσμος, διὰ νὰ ἐπιδειχθοῦν. Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι παίρνουν ἔτσι τὴν ἀνταμοιβὴν των ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. 6σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸ ταμιεῖόν σου καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. 6Σὺ ὅμως, ὅταν θέλῃς νὰ προσευχηθῇς, προτίμα τὸ ἰδιαίτερον δωμάτιόν σου, κλεῖσε τὴν θύραν καὶ κάμε τὴν προσευχήν σου εἰς τὸν Πατέρα σου, ποὺ εἶναι ἀόρατος καὶ σὰν κρυμμένος. Καὶ ὁ Πατήρ σου, ποὺ βλέπει καὶ τὰ πλέον ἀπόκρυφα, θά σοῦ ἀποδώσῃ εἰς τὰ φανερὰ τὴν ἀμοιβήν σου. 7Προσευχόμενοι δὲ μὴ βαττολογήσητε ὥσπερ οἱ ἐθνικοί, δοκοῦσι γὰρ ὅτι ἐν τῇ πολυλογίᾳ αὐτῶν εἰσακουσθήσονται. 7Ὅταν δὲ προσεύχεσθε, μὴ πολυλογεῖτε καὶ φλυαρεῖτε, χωρὶς νὰ παρακολουθῆτε καὶ νὰ καταλαβαίνετε αὐτά ποὺ λέτε, ὅπως κάνουν οἱ ἐθνικοί· διότι αὐτοὶ φαντάζονται ὅτι θὰ εἰσακουσθοῦν μὲ ἕνα τρόπον μαγικὸν χάρις εἰς τὴν πολυλογίαν των. 8μὴ οὖν ὁμοιωθῆτε αὐτοῖς· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν. 8Μὴ ὁμοιάσετε λοιπόν μὲ αὐτούς· διότι ὁ Πατὴρ σας γνωρίζει ἀπὸ ποιὰ πράγματα ἔχετε ἀνάγκην, πρὶν τοῦ τὰ ζητήσετε. Η Κυριακή Προσευχή9Οὕτως οὖν προσεύχεσθε ὑμεῖς· Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου· 9Σεῖς λοιπὸν ἔτσι νὰ προσεύχεσθε· Πάτερ ἡμῶν, ποὺ εἷσαι πανταχοῦ παρών, ἀλλὰ ἐξαιρετικὰ εἰς τοὺς οὐρανοὺς κάνεις αἰσθητὴν τὴν παρουσίαν σου, ἂς ἀναγνωρισθῇ ἡ ἁγιότης σου καὶ ἂς δοξασθῇ καὶ ἂς λατρευθῇ άξίως τὸ ὂνομά σου ἀπ᾿ ὅλα τὰ λογικὰ ὄντα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. 10ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. 10῍Ας ἔλθῃ ἡ βασιλεία σου εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ὥστε ὅλοι νὰ ὑποτάσσωνται με προθυμίαν καί με ἀφοσίωσιν εἰς σέ. Δῶσε νὰ ἐκτελῆται τὸ θέλημά σου καὶ εἰς τὴν γῆν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ ὅσην προθυμίαν καὶ ἀκρίβειαν ἐκτελεῖται τοῦτο εἰς τὸν οὐρανὸν ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους καὶ ἁγίους. 11τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον· 11Δῶσε μας σήμερα τὸν ἄρτον τὸν καθημερινὸν καὶ ἀπαραίτητον διὰ τὴν συντήρησίν μας. 12καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν· 12Καὶ συγχώρησε τὰ βαρύτατα χρέη μας, δηλαδὴ τὰς ἀναριθμήτους ἁμαρτίας μας, ὅπως καὶ ἡμεῖς συγχωροῦμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀφειλέται ἀπέναντί μας έξ αἰτίας τῶν ἀδικημάτων ποὺ μᾶς ἔκαμαν. 13καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ. ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν. 13Καὶ μὴ ἐπιτρέψεις νὰ περιπέσωμεν εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ γλύτωσέ μας ἀπὸ τὸν πονηρόν. Ζητοῦμεν δὲ αὐτὰ ἀπό Σέ, διότι ἰδική σου εἶναι ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δόξα εἰς τοὺς ἀτελείωτους αἰῶνας. Ἀμήν. Προϋπόθεση της θεϊκής συγγνώμης14Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· 14Πρέπει δὲ νὰ ἔχετε ὑπ᾿ ὄψιν σας ὅτι, ἂν καὶ σεῖς συγχωρῆτε μὲ ὅλην σας τὴν καρδιὰ τὰ ἁμαρτήματα ποὺ ἔκαμαν εἰς σᾶς οἱ ἄλλοι, καὶ ὁ Πατὴρ σας ὁ οὐράνιος θὰ συγχωρήσῃ τὰ ἰδικὰ σας ἁμαρτήματα. 15ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν. 15Ἐὰν ὅμως δὲν δώσετε συγχώρησιν εἰς τοὺς ἀνθρώπους διὰ τὰ ἁμαρτήματά των, τότε οὔτε ὁ Πατὴρ σας θὰ συγχωρήσῃ τὰς ἰδικὰ σας ἁμαρτίας. Η αληθινή νηστεία16Ὅταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί, ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσιν τὸν μισθὸν αὐτῶν. 16Ὅταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὅπως οἱ ὑποκριταί, σκυθρωποὶ καὶ κατηφεῖς, διότι αὐτοὶ ἀλλοιώνουν καὶ μαραίνουν τὸ πρόσωπόν των, παίρνουν τὴν ἐμφάνισιν ἀδυνατισμένου ἀνθρώπου, διὰ νὰ φανοῦν εἰς τοὺς ἄλλους ὅτι νηστεύουν· ἀληθινὰ σᾶς λέγω ὅτι ἀπολαμβάνουν ὁλόκληρον τὸν μισθὸν των,δηλαδὴ τοὺς ἐπαίνους τῶν ἀνθρώπων. 17σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, 17Σὺ ὅμως, ὅταν νηστεύῃς, περιποιήσου τὴν κόμην σου καὶ νίψε τὸ πρόσωπόν σου, ὅπως συνηθίζεις. 18ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. 18Διὰ νὰ μὴ φανῇς εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὅτι νηστεύεις, ἀλλὰ εἰς τὸν Πατέρα σου τὸν ἐπουράνιον, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἀόρατος παντοῦ καὶ εἰς τὰ πλέον ἀπόκρυφα μέρη. Καὶ ὁ Πατήρ σου, ποὺ βλέπει καὶ τὰ κρυπτά, θά σοῦ ἀποδώσῃ εἰς τὰ φανερὰ τὴν ἀμοιβήν σου. Ο αληθινός θησαυρός19Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσιν καὶ κλέπτουσιν· 19Μὴ συσσωρεύετε διὰ τὸν ἑαυτὸν σας θησαυροὺς ἔδω εἰς τὴν γῆν, ὅπου ὁ σκόρος καὶ ἡ ἀποσύνθεσις καταστρέφουν καὶ ἀφανίζουν, καὶ ὅπου οἱ κλέπται διατρυποῦν τοίχους καὶ χρηματοκιβώτια καὶ κλέπτουν. 20θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· 20Νὰ θησαυρίζετε ὅμως διὰ τὸν ἑαυτὸν σας καὶ νὰ ἀποταμιεύετε θησαυροὺς εἰς τὸν οὐρανόν, ὅπου οὔτε ὁ σκόρος οὔτε ἡ σαπίλα ἀφανίζουν, καὶ ὅπου οἱ κλέπται δὲν τρυποῦν τοίχους καὶ δὲν κλέπτουν. 21ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν. 21Διότι, ὅπου εἶναι ὁ θησαυρὸς σας, ἐκεῖ θὰ εἶναι καὶ ἡ καρδία σας (Εἰς τὸν οὐρανὸν ὁ θησαυρός σας, εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἡ καρδία σας). Το λυχνάρι του σώματος22Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· 22Ὁ λύχνος, ποὺ φωτίζει καὶ ἐξυπηρετεῖ τὸ σῶμα, εἶναι τὸ μάτι (λύχνος δέ ποὺ φωτίζει τὴν ψυχὴν εἶναι ὁ νοῦς, τὸ λογικόν ποὺ σᾶς ἔχει δώσει ὁ Θεός). Ἐὰν λοιπὸν τὸ μάτι εἶναι γερὸ καὶ καθαρό, ὅλον τὸ σῶμα θὰ φωτίζεται, θὰ εἶναι φωτεινὸν (ἔτσι θὰ φωτίζεται καὶ ἡ ψυχή σου, ἐὰν ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία σου δὲν ἔχουν τυφλωθῆ ἀπὸ τὴν προσκόλλησιν εἰς τοὺς ἐπιγείους θησαυρούς). 23ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 23Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου εἶναι κατεστραμμένον καὶ ἀνίκανον νὰ ἴδῃ τὸ φῶς, ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι βυθισμένο εἰς τὸ σκοτάδι. Ἐὰν λοιπὸν τὸ φῶς, πού σοῦ ἔδωκεν ὁ Θεὸς (ὁ νοῦς δηλαδὴ καὶ ἡ συνείδησις, ἐξ αἰτίας τῆς προσκολλήσεως εἰς τὰ ὑλικὰ ἀγαθά), εἶναι σκοτάδι, τότε τὸ ἠθικὸν σκοτάδι τῆς ψυχῆς σου πόσον πυκνὸν καὶ ἀδιαπέραστον θὰ εἶναι; Θεός και χρήμα24Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 24Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπηρετῇ συγχρόνως δύο κυρίους· διότι ἢ θὰ μισήσῃ τὸν ἕνα καὶ θὰ ἀγαπήσῃ τὸν ἄλλον ἢ θὰ προσκολληθῇ εἰς τὸν ἕνα καὶ θὰ καταφρονήσῃ τὸν ἄλλο. Καὶ σεὶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετῆτε τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλοῦτον· ἢ θὰ ἀγαπήσετε τὸν Θεὸν καὶ θὰ περιφρονήσετε τοὺς ἐπιγείους θησαυροὺς ἢ θὰ ὑποδουλωθῆτε εἷς αὐτοὺς καὶ θὰ καταφρονήσετε τὸν Θεόν. Το άγχος για τη ζωή25Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 25Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ σᾶς λέγω, μὴ φροντίζετε μὲ στενοχωρίαν καὶ ἀγωνίαν διὰ τὴν ζωὴν σας, δηλαδὴ διὰ τό τί θὰ φάγετε καὶ τό τί θὰ πίετε, οὔτε καὶ διὰ τὸ σῶμα σας μέ τί θὰ ἐνδυθῆτε. Δὲν ἀξίζει ἡ ζωὴ περισσότερον ἀπὸ τὴν τροφὴν καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; (Ὁ Θεός, ποὺ σᾶς ἔδωσε τὸ πολυτιμότερον, δὲν θὰ σᾶς δώσῃ καὶ τὸ κατώτερον;) 26ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; 26Παρατηρῆστε τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἴδετε ὅτι αὐτὰ οὔτε σπέρνουν οὔτε θερίζουν οὔτε συγκεντρώνουν τροφὰς εἰς ἀποθήκας. Καὶ ὅμως ὁ Πατὴρ σας ὁ οὐράνιος τὰ τρέφει. Σεῖς δὲν ἔχετε ἀσυγκρίτως μεγαλυτέραν ἀξίαν ἀπὸ αὐτά; 27τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 27Ποιὸς δὲ ἀπὸ σᾶς, ὅσας πολλὰς καὶ μεγάλας φροντίδας καὶ ἂν καταβάλῃ, ἠμπορεῖ νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ ἀνάστημά του ἕνα πῆχυν; 28καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· 28Καὶ περὶ τοῦ ἐνδύματος διατὶ φροντίζετε μὲ τόσην ἀνησυχίαν καὶ ἀγωνίαν; Παρατηρῆστε μὲ προσοχὴν τὰ ἄνθη τοῦ ἀγροῦ, πῶς φυτρώνουν καί πῶς αὐξάνουν. Οὔτε κοπιάζουν οὔτε γνέθουν. 29λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 29Καὶ ὅμως σᾶς λέγω τοῦτο, οὔτε καὶ αὐτὸς ὁ Σολομών με ὅλην του τὴν βασιλικὴν μεγαλοπρέπειαν καὶ δόξαν δὲν ἐφόρεσε ποτὲ ἕνα τόσον περίλαμπρον ἔνδυμα ὡσαν αὐτό, μὲ τὸ ὁποῖον περιβάλλεται ἕνα ἀπὸ τὰ ταπεινὰ αὐτὰ ἄνθη. 30Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 30Ἐὰν δὲ ὁ Θεὸς ἐνδύῃ με τόσην λαμπρότητα τὰ χορτάρια τοῦ ἀγροῦ, ποὺ σήμερα ὑπάρχουν καὶ αὔριον ρίπτονται εἰς τὸν φοῦρνον, δὲν θὰ ἐνδύση πολὺ περισσότερον σᾶς, ὀλιγόπιστοι; 31μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί περιβαλώμεθα; 31Λοιπὸν μὴ κυριευθῆτε ποτὲ ἀπὸ τὴν ἁνήσυχον μέριμναν καὶ μὴ λέγετε συνεχῶς, τὶ θὰ φάγωμεν ἤ τί θὰ πίωμεν ἤ τί θὰ ἐνδυθῶμεν; 32πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. 32Διότι οἱ εἰδωλολάτραι (ποὺ δὲν γνωρίζουν τὰ αἰώνια ἀγαθὰ καὶ τὴν στοργικὴν πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ), ἐπιζητοῦν ἀποκλεστικὰ καὶ μόνον αὐτὰ τὰ φθαρτὰ ἀγαθά. Σεῖς ὅμως μὴν κυριεύεσθε ἀπὸ τέτοιες μέριμνες, διότι ὁ Πατὴρ σας ὁ οὐράνιος γνωρίζει ὅτι ἔχετε ἀνάγκην ἀπὸ ὅλα αὐτά, καὶ σὰν πανάγαθος, ποὺ εἶναι, θὰ σᾶς τὰ δώσῃ. 33ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν. 33Ζητεῖτε δὲ κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀρετήν ποὺ θέλει ἀπὸ σᾶς ὁ Θεός, καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ θὰ σᾶς δοθοῦν μαζῆ μὲ τὰ ἀνεκτίμητα ἀγαθὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. 34Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον, ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τα ἑαυτῆς· ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς. 34Λοιπὸν μὴ καταληφθῆτε ποτὲ ἀπὸ τὴν ἁνήσυχον μέριμναν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς αὐριανῆς ἡμέρας. Διότι ἡ αὔριον θὰ φροντίσῃ δι᾿ ὅσα θὰ χρειασθῆτε κατ᾿ αὐτήν. Εἰς κάθε ἡμέραν ἀρκοῦν αἱ ἰδικαὶ της ἀσχολίαι καὶ τὰ ἰδικὰ της βάσανα.

Τέλος του ΣΤ΄ κεφαλαίου Κεφάλαιον Ζ΄ →
Σελίδα από · στίχοι