Κατὰ Ματθαῖον
Πρόρρηση της καταστροφής του Ναού1-2
Παράλληλα: Μαρκ ΙΓ 1-2, Λουκ ΚΑ 5-6
1Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐπορεύετο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ· καὶ προσῆλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτῷ τὰς οἰκοδομὰς τοῦ ἱεροῦ.
Καὶ καθὼς ἐξῆλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔφευγεν ὁριστικῶς πλέον ἀπὸ τὸν ναόν, τὸν ἐπλησίασαν οἱ μαθηταὶ διὰ νὰ τοῦ δείξουν τὰς ὡραίας οἰκοδομὰς τοῦ ναοῦ.
2ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ βλέπετε ταῦτα πάντα; ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον ὃς οὐ καταλυθήσεται.
Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπεν· <δὲν βλέπετε μὲ θαυμασμὸν ὅλα τὰ ὡραῖα αὐτὰ κτίρια; Σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι δὲν θὰ μείνῃ ἐδῶ πέτρα ἐπάνω στὴν πέτρα, ποὺ νὰ μὴ μεταβληθῇ εἰς συντρίμματα>.
Η συντέλεια του κόσμου3-35
Παράλληλα: Μαρκ ΙΓ 3-31, Λουκ ΚΑ 7-33
Ανάγνωσμα · Μ Δευτέρα Προηγιασμένη, 3-35
3Καθημένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὄρους τῶν ἐλαιῶν προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ κατ᾿ ἰδίαν λέγοντες· Εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον τῆς σῆς παρουσίας καὶ τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος;
Καὶ ἐνῶ αὐτὸς ἐκάθητο εἰς τὸν ὅρος τῶν Ἐλαιῶν, τὸν ἐπλησίασαν οἱ μαθηταὶ ἰδιαιτέρως καὶ τοῦ εἶπαν· <πὲς μας, πότε θὰ γίνουν αὐτὰ καὶ ποιὸ θὰ εἶναι τὸ σημεῖον, ποὺ θὰ προαναγγέλῃ τὴν ἔνδοξον παρουσίαν σου καὶ τὸ τέλος τοῦ κόσμου;>
4καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ.
Καὶ ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε· <προσέχετε μήπως τυχὸν σᾶς πλανήσῃ κανείς.
5πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες, ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, καὶ πολλοὺς πλανήσουσι.
Διότι πολλοὶ θὰ ἔρθουν μὲ τὸ ἰδικόν μου ὄνομα καὶ θὰ λέγουν· ἐγὼ εἷμαι ὁ Χριστὸς καὶ θὰ παρασύρουν πολλοὺς εἰς τὸν δρόμον τῆς πλάνης.
6μελλήσετε δὲ ἀκούειν πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων· ὁρᾶτε, μὴ θροεῖσθε· δεῖ γὰρ πάντα γενέσθαι, ἀλλ᾿ οὔπω ἐστὶ τὸ τέλος.
Θὰ ἀκούσετε δὲ πολέμους καὶ φῆμες περὶ πολέμων, ποὺ γίνονται μακράν. Προσέχετε, μὴ ταράσσεσθε, νομίζοντες ὅτι αὐτὰ εἶναι σημεῖα τοῦ τέλους. Διότι πρέπει ὅλα νὰ πραγματοποιηθοῦν, ἀλλὰ ἀκόμα δὲν θὰ ἔλθῃ τὸ τέλος.
7ἐγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, καὶ ἔσονται λιμοὶ καὶ σεισμοὶ κατὰ τόπους·
Διότι θὰ ξεσηκωθῇ τὸ ἕνα ἔθνος ἐνάντιον τοῦ ἄλλου ἔθνους, καὶ τὸ ἕνα βασίλειον ἐναντίον τοῦ ἄλλου βασιλείου καὶ θὰ συμβοῦν στερήσεις καὶ πεῖνες καὶ ἐπιδημικὲς ἀρρώστιες καὶ σεισμοὶ εἰς διαφόρους τόπους.
8πάντα δὲ ταῦτα ἀρχὴ ὠδίνων.
Ὅλα ὅμως αὐτὰ θὰ εἶναι ἀρχὴ τῶν ταλαιπωριῶν καὶ πόνων.
9τότε παραδώσουσιν ὑμᾶς εἰς θλῖψιν καὶ ἀποκτενοῦσιν ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων τῶν ἐθνῶν διὰ τὸ ὄνομά μου.
Τότε θὰ σᾶς παραδώσουν εἰς θλίψεις καὶ βασανηστὴρια καὶ θὰ σᾶς φονεύσουν, καὶ θὰ εἷσθε οἱ μισούμενοι ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη, διότι θὰ πιστεύετε καὶ θὰ κηρύτετε τὸ ὄνομά μου.
10καὶ τότε σκανδαλισθήσονται πολλοὶ καὶ ἀλλήλους παραδώσουσι καὶ μισήσουσιν ἀλλήλους.
Καὶ τότε θὰ κλονισθοῦν πολλοὶ εἰς τὴν πίστιν καὶ θὰ παραδώσουν εἰς τοὺς διώκτας ὁ ἔνας τὸν ἄλλον καὶ θὰ μισηθοῦν μεταξὺ των.
11καὶ πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐγερθήσονται καὶ πλανήσουσι πολλούς,
Καὶ πολλοὶ ψευδοπροφῆται θὰ ξεπροβάλλουν καὶ θὰ παρασύρουν εἰς τὴν πλάνην πολλούς.
12καὶ διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν.
Καὶ ἐπειδὴ θὰ ἔχῃ πληθυνθῆ ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ κακία, θὰ κρυώσῃ ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. (Ἡ καταπάτησις τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, ἡ φαυλότης καὶ ἡ διαφθορὰ εἶναι κατάστασις ἰδιοτελείας, ἡ ὁποία συνεπάγεται κατάπτωσιν πνευματικήν, ψῦξιν τῆς ἀγάπης καὶ πρὸς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς οἰκείους, ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἀπιστίαν. Ἡ ἀπιστία εἶναι κατὰ κανόνα γέννημα τῆς ἁμαρτίας).
13ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται.
Ἐκεῖνος ὅμως, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ διάστημα τῶν δοκιμασιῶν αὐτῶν θὰ δείξῃ μέχρι τέλους ὑπομονήν, αὐτὸς θὰ σωθῇ.
14καὶ κηρυχθήσεται τοῦτο τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκουμένῃ εἰς μαρτύριον πᾶσιν τοῖς ἔθνεσι, καὶ τότε ἥξει τὸ τέλος.
Καὶ θὰ κηρυχθῇ αὐτὸ τὸ Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην, ὥστε νὰ εἶναι ἡ καλὴ μαρτυρία πρὸς σωτηρίαν δι᾿ ὅλα τὰ ἔθνη, καὶ τότε θὰ ἔλθῃ τὸ τέλος.
15Ὅταν οὖν ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως τὸ ῥηθὲν διὰ Δανιὴλ τοῦ προφήτου ἑστὼς ἐν τόπῳ ἁγίῳ - ὁ ἀναγινώσκων νοείτω -
Ὅταν λοιπὸν θὰ ἰδῆτε τὸ μισητὸν καὶ ἀηδὲς κάθαρμα, ποὺ θὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἐρήμωσιν καὶ τὸν ὄλεθρον τῆς Ἱερουσαλήμ, ὅπως ἔχει προφητευθῆ ἀπὸ τὸν Δανιήλ, νὰ στέκεται εἰς τὸν ἅγιον τόπον-κάθε ἀναγνώστης ἂς καταλάβῃ καλὰ αὐτό: Πρόκειται διὰ τοὺς κακούργους ψευδοζηλωτὰς καὶ τοὺς αἱμοχαρεῖς σικαρίους, ποὺ θὰ βεβηλώνουν τὸν ναόν, μὲ ἀναριθμήτους δολοφονίας καὶ ἄλλα κακουργήματα, καὶ τοὺς μισητοὺς Ρωμαίους στρατιώτας μὲ τὰ εἰδωλολατρικὰ των σήματα.
16τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν ἐπὶ τὰ ὄρη,
Τότε, ὅταν θὰ δῆτε αὐτὴν τὴν βεβήλωσιν τοῦ ἱεροῦ, ὅσοι εὑρίσκονται εἰς τὴν Ἰουδαίαν, ἂς φύγουν εἰς τὰ βουνά, διὰ νὰ κρυβοῦν.
17ὁ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβαινέτω ἆραι τὰ ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ,
Ὅποιος εἶναι ἐπάνω εἰς τὴν ταράτσα, ἂς μὴ κατεβῇ εἰς τὸ σπίτι, διὰ νὰ πάρῃ τὰ πράγματά του, ἀλλὰ ἂς φύγῃ ἀμέσως.
18καὶ ὁ ἐν τῷ ἀγρῷ μὴ ἐπιστρεψάτω ὀπίσω ἆραι τὰ ἱμάτια αὐτοῦ.
Καὶ ἐκεῖνος ποὺ μὲ τὸ πουκάμισο ἐργάζεται εἰς τὸ χωράφι, ἂς μὴ γυρίσῃ πίσῳ νὰ πάρῃ τὰ ἐνδύματά του.
19οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις.
Ἀλλοίμονο δὲ εἰς τὰς ἐγκύους καὶ εἰς ὅσας θὰ θηλάζουν μικρὰ παιδιὰ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, διότι δὲν θὰ τοὺς εἶναι εὔκολον νὰ τρέξουν νὰ σωθοῦν.
20προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ φυγὴ ὑμῶν χειμῶνος μηδὲ σαββάτῳ.
Προσεύχεσθε δὲ νὰ μὴ γίνῃ ἡ φυγὴ σας αὐτὴ εἰς καιρὸν χειμῶνος οὔτε εἰς ἡμέραν Σαββάτου (κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύεται ἡ μεγάλη πορεία).
21ἔσται γὰρ τότε θλῖψις μεγάλη, οἵα οὐ γέγονεν ἀπ᾿ ἀρχῆς κόσμου ἕως τοῦ νῦν οὐδ᾿ οὐ μὴ γένηται.
Καὶ θὰ φύγετε τότε μὲ μεγάλην βίαν καὶ τρόμον, διότι θὰ συμβ᾿ θλῖψις τόσον μεγάλη, ὁμοία πρὸς τὴν ὁποίαν οὔτε ἔχει γίνει ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ κόσμου ἕως τώρα οὔτε καὶ θὰ γίνῃ.
22καὶ εἰ μὴ ἐκολοβώθησαν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι, οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· διὰ δὲ τοὺς ἐκλεκτοὺς κολοβωθήσονται αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι.
Καὶ ἐὰν δὲν ὠλιγόστευαν αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι, δὲν θὰ ἐσῴζετο κανένας ἄνθρωπος εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην. Ἀλλὰ χάριν τῶν ἐκλεκτῶν θὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἡμερῶν ἐκείνων τῆς τρομερᾶς θλίψεως.
23τότε ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ, ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστός ἤ ὧδε, μὴ πιστεύσητε·
Τότε ἐὰν κανεὶς σᾶς πῇ: Ἰδοὺ ὁ Χριστὸς εἶναι ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, μὴ πιστεύσετε.
24ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα μεγάλα καὶ τέρατα, ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς.
Διότι θὰ ἀναφανοῦν ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ θὰ δώσουν μεγάλα σημεῖα καὶ θὰ κάμουν καταπληκτικὰ ἔργα, ὥστε νὰ πλανήσουν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἐκλεκτούς.
25ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν.
Ἰδοὺ σᾶς τὰ προεῖπα, ὥστε νὰ λάβετε τὰ μέτρα σας.
26ἐὰν οὖν εἴπωσιν ὑμῖν, ἰδοὺ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐστί, μὴ ἐξέλθητε, ἰδοὺ ἐν τοῖς ταμείοις, μὴ πιστεύσητε·
Ἐὰν λοιπὸν σᾶς ποῦν: Ἰδοὺ εἰς τὴν ἔρημον εὑρίσκεται ὁ Χριστός, μὴ βγῆτε· ἢ ἐὰν σᾶς ποῦν ὅτι ὁ Χριστὸς εὑρίσκεται εἰς τὰ πλέον ἀπόμερα καὶ ἀσφαλῆ δωμάτια, μὴ πιστεύσετε.
27ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου·
Διότι οὔτε εἰς τὴν ἔρημον οὔτε εἰς σπίτια θὰ παρουσιασθῇ ὁ Χριστός, ἀλλὰ ὅπως ἡ ἀστραπὴ βγαίνει ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ καὶ ἀμέσως φαίνεται ἕως τὴν δύσιν, ἔτσι ἀμέσως αἰσθητὴ εἰς ὅλους θὰ γίνῃ καὶ ἡ ἔνδοξος παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
28ὅπου γὰρ ἐὰν ᾖ τὸ πτῶμα, ἐκεῖ συναχθήσονται οἱ ἀετοί.
Διότι ὅπου εἶναι τὸ πτῶμα, ἐκεῖ θὰ μαζευτοῦν ἀετοί· <ὅπου ὑπάρχει ἠθικὴ σαπίλα καὶ διαφθορά, ἐκεῖ μαζεύονται, διὰ νὰ δράσουν οἱ ἀπατεῶνες, οἱ κλέπται καὶ οἱ ἐγκληματίαι. Εἰς ἐποχὰς ἀποστασίας, παρουσιάζονται ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται).
29Εὐθέως δὲ μετὰ τὴν θλῖψιν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, καὶ οἱ ἀστέρες πεσοῦνται ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται.
Ἀμέσως δέ, ἔπειτα ἀπὸ τὴν θλῖψιν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων ὁ ἥλιος θὰ σκοτισθῇ καὶ τὸ γεγγάρι δὲν θὰ δώσῃ τὸ φῶς του καὶ τὰ ἄστρα θὰ πέσουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ αἱ οὐράνιαι δυνάμεις, αἱ συγκρατοῦσαι τὴν ἁρμονίαν τοῦ σύμπαντος, θὰ σαλευθοῦν.
30καὶ τότε φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ τότε κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς καὶ ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς.
Καὶ τότε θὰ φανῇ εἰς τὸν οὐρανὸν τὸ σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τότε ὅλαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς, ποὺ δὲν ἐπίστευσαν, θὰ ὀδύρωνται σπαρακτικά, καὶ θὰ ἴδουν τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται ἐπάνω εἰς τὰς νεφέλας τοῦ οὐρανοῦ μὲ δύναμιν μεγάλην καὶ δόξαν πολλήν.
31καὶ ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ μετὰ σάλπιγγος φωνῆς μεγάλης, καὶ ἐπισυνάξουσι τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων ἀπ᾿ ἄκρων οὐρανῶν ἕως ἄκρων αὐτῶν.
Καὶ θὰ στείλῃ τοὺς ἀγγέλους του, οἱ ὁποῖοι μὲ φωνὴν μεγάλην, σὰν ἀπὸ ἰσχυρὰν σάλπιγγα, θὰ συγκεντρώσουν τοὺς ἐκλεκτοὺς του ἀπὸ τὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος, ἀπὸ τὴν μίαν ἄκρην τοῦ οὐρανοῦ ἕως τὴν ἄλλην.
32Ἀπὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν παραβολήν. ὅταν ἤδη ὁ κλάδος αὐτῆς γένηται ἁπαλὸς καὶ τὰ φύλλα ἐκφύῃ, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος·
Ἀπὸ τὴν συκῆν δὲ μάθετε τὴν παρομοίωσιν· ὅταν πλέον ὁ κλάδος της γίνῃ μαλακὸς καὶ ἀναβλαστάνῃ τὰ φύλλα, γνωρίζετε ὅτι πλησιάζει τὸ θέρος.
33οὕτω καὶ ὑμεῖς ὅταν ἴδητε ταῦτα πάντα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις.
Ἔτσι καὶ σεῖς, ὅταν ἴδετε ὅλα αὐτά, μάθετε ὅτι ἔφθασε ὁ καιρὸς τῆς κρίσεως τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὰ τιμωρήσῃ τοὺς Ἰουδαίους μὲ καταστροφήν.
34ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη ἕως ἂν πάντα ταῦτα γένηται.
Σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι δὲν θὰ περάσῃ ἡ γενεὰ αὐτή, ἕως ὅτου γίνουν ὅλα ὅσα σᾶς προεῖπα διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλήμ.
35ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι.
Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ θὰ παρέλθουν, οἱ λόγοι μου ὅμως δὲν θὰ παρέλθουν, ἀλλὰ θὰ πραγματοποιηθοῦν ἐξ ὁλοκλήρου.
Ο αιφνίδιος ερχομός του τέλους36-44
Παράλληλα: Μαρκ ΙΓ 32-37, Λουκ ΙΖ 26-30, Λουκ ΙΖ 34-36
36Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, εἰ μὴ ὁ πατὴρ μου μόνος.
Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὥραν τῆς δευτέρας παρουσίας καὶ τῆς μεγάλης κρίσεως κανεὶς δὲν γνωρίζει τόποτε, οὔτε οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, εἰ μὴ μόνον ὁ Πατήρ.
37ὥσπερ δὲ αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
Ὅπως δὲ ὑπῆρξαν αἱ ἡμέραι τοῦ Νῶε, ἔτσι θὰ εἶναι καὶ ἡ παροσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
38ὥσπερ γὰρ ἦσαν ἐν ταῖς ἡμέραις ταῖς πρὸ τοῦ κατακλυσμοῦ τρώγοντες καὶ πίνοντες, γαμοῦντες καὶ ἐκγαμίζοντες, ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθε Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν,
Διότι, ὅπως κατὰ τὰς ἡμέρας ποὺ προηγήθησαν ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸν οἱ ἄνθρωποι ἔτρωγαν καὶ ἔπιναν ἀσυλλόγιστοι, ἐνυμφεύοντο καὶ ὑπάνδρευαν τὰ παιδιά των μέχρι τῆς ἡμέρας, ποὺ ἐμπῆκε Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν,
Ανάγνωσμα · Μ Τρίτη Προηγιασμένη, 39 – ΚΣΤ 2
39καὶ οὐκ ἔγνωσαν ἕως ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἦρεν ἅπαντας, οὕτως ἔσται καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
καὶ δὲν ἐκατάλαβαν, ἕως ὅτου ᾖλθε ὁ κατακλυσμὸς καὶ τοὺς παρέσυρε ὅλους, ἔτσι ἔξαφνα καὶ ἀπροσδόκητα θὰ γίνῃ καὶ ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
40τότε δύο ἔσονται ἐν τῷ ἀγρῷ, ὁ εἷς παραλαμβάνεται καὶ ὁ εἷς ἀφίεται·
Τότε δύο θὰ εἶναι εἰς τὸν ἀγρόν, ὁ ἔνας, ὁ δίκαιος, παραλαμβάνεται ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ὁ ἄλλος ἀφίνεται, διὰ νὰ τιμωρηθῇ.
41δύο ἀλήθουσαι ἐν τῷ μυλῶνι, μία παραλαμβάνεται καὶ μία ἀφίεται.
Δύο ἀλέθουν εἰς τὸν μύλον, ἡ μία παραλαμβάνεται καὶ ἡ ἄλλη ἀφίνεται.
42γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται.
Νὰ εἷσθε λοιπὸν ἄγρυπνοι καὶ προσεκτικοὶ καὶ πάντοτε ἕτοιμοι, διότι δὲν γνωρίζετε τὴν ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται.
43Ἐκεῖνο δὲ γινώσκετε ὅτι εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποίᾳ φυλακῇ ὁ κλέπτης ἔρχεται, ἐγρηγόρησεν ἂν καὶ οὐκ ἂν εἴασε διορυγῆναι τὴν οἰκίαν αὐτοῦ.
Γνωρίζετε δὲ ἀπὸ τὴν πεῖραν σας καὶ τοῦτο· ὅτι δηλαδή, ἐὰν ἤξευρε ὁ οἰκοδεσπότης, ποίαν ὥραν ἔρχεται ὁ κλέπτῃς, θὰ ἀγρυπνοῦσε καὶ δὲν θὰ ἄφινε νὰ διαρρήξουν τὸ σπίτι του.
44διὰ τοῦτο καὶ ὑμεῖς γίνεσθε ἕτοιμοι, ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται.
Διὰ τοῦτο καὶ σεῖς πρέπει νὰ γίνεσθε πάντοτε ἕτοιμοι, διότι εἰς ὥραν ποὺ δὲν φαντάζεσθε ἔρχεται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.
Ο έμπιστος δούλος45-51
Παράλληλα: Λουκ ΙΒ 35-48
45Τίς ἄρα ἐστὶν ὁ πιστὸς δοῦλος καὶ φρόνιμος, ὃν κατέστησεν ὁ κύριος αὐτοῦ ἐπὶ τῆς θεραπείας αὐτοῦ τοῦ διδόναι αὐτοῖς τὴν τροφὴν ἐν καιρῷ;
Ποιὸς τάχα εἶναι ὁ πιστὸς δοῦλος καὶ συνετός, τὸν ὁποῖον ὁ κύριός του ἐγκατέστησε μὲ ἐξουσίαν νὰ φροντίζῃ διὰ τοὺς ἄλλους δούλους καὶ νὰ δίδῃ εἰς αὐτοὺς τὴν τροφὴν των εἰς τὸν κατάλληλον καιρόν;
46μακάριος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ὃν ἐλθὼν ὁ κύριος αὐτοῦ εὑρήσει ποιοῦντα οὕτως.
Μακάριος θὰ εἶναι ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ κύριος του, ὅταν ἔλθῃ, θὰ τὸν εὕρῃ νὰ πράττῃ ἔτσι, πιστὰ καὶ φρόνιμα, μὲ συναίσθησιν τῆς εὐθύνης του.
47ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐπὶ πᾶσι τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτοῦ καταστήσει αὐτόν.
Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι θὰ τὸν ἐγκαταστήσῃ διαχειριστὴν καὶ οἰκονόμον εἰς ὅλην του τὴν περιουσίαν.
48ἐὰν δὲ εἴπῃ ὁ κακὸς δοῦλος ἐκεῖνος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, χρονίζει ὁ κύριός μου ἐλθεῖν,
Ἐὰν ὅμως ὁ κακὸς ἐκεῖνος δοῦλος σκεφθῇ καὶ εἴπῃ ἀπὸ μέσα του, ἀργεῖ νὰ ἔλθῃ ὁ κύριός μου,
49καὶ ἄρξηται τύπτειν τοὺς συνδούλους αὐτοῦ, ἐσθίῃ δὲ καὶ πίνῃ μετὰ τῶν μεθυόντων,
καὶ ἀρχίσει νὰ δέρνῃ τοὺς συνδούλους τοῦ καὶ νὰ τρώγῃ καὶ νὰ πίνῃ μὲ τοὺς μεθύσους,
50ἥξει ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἐν ἡμέρᾳ ᾗ οὐ προσδοκᾷ καὶ ἐν ὥρᾳ ᾗ οὐ γινώσκει,
θὰ ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου εἰς ἡμέραν ποὺ δὲν περιμένει καὶ εἰς ὥραν ποὺ δὲν γνωρίζει.
51καὶ διχοτομήσει αὐτὸν, καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ μετὰ τῶν ὑποκριτῶν θήσει· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.
Καὶ θὰ τὸν σχίσῃ εἰς τὰ δύο καὶ θὰ τὸν βάλῃ μαζῆ μὲ τοὺς ὑποκριτάς· ἐκεῖ θὰ εἶναι ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ τριγμὸς τῶν ὀδόντων.