Κατὰ Ματθαῖον · Ε΄
Εὐαγγέλιον

Κατὰ Ματθαῖον

Κεφάλαιον Ε΄

Η επί του όρους ομιλία1Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος· καὶ καθίσαντος αὐτοῦ προσῆλθαν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· 1Ὅταν δὲ εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὰ πλήθη, ποὺ εἴχαν ἔλθει νὰ τὸν ἀκούσουν, ἀνέβη ὀλίγον εἰς τὴν πλαγιὰν τοῦ ὅρους καὶ ἀφοῦ ἐκάθισεν, ἤλθαν πλησίον οἱ μαθηταὶ του. 2καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτοὺς λέγων· 2Καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν τοὺς μαθητὰς καὶ τὰ πλήθη καὶ ἔλεγε· Οι μακαρισμοί3Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 3<Μακάριοι καὶ τρισευτιχισμένοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ συναισθάνονται τὴν πνευματικὴν πτωχείαν των (καὶ ἐξαρτοῦν τὸν ἑαυτὸν τους μὲ ταπείνωσιν καὶ πίστιν ἀπὸ τὸν Θεόν), διότι ἰδικὴ των εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 4μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. 4Μακάριοι εἶναι ὅσοι πενθοῦν (διὰ τὰς ἁμαρτίας των καὶ διὰ τὸ κακόν ποὺ ἐπικρατεῖ εἰς τὸν κόσμον) διότι αὐτοὶ θα παρηγορηθοῦν ἀπὸ τὸν Θεόν. 5μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσιν τὴν γῆν. 5Μακάριοι εἶναι οἱ πρᾶοι καὶ εἰρηνικοί, διότι αὐτοὶ θὰ λάβουν ὡς κληρονομίαν τὴν νέαν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 6μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται. 6Μακάριοι ὅσοι πεινοῦν καὶ διψοῦν διὰ νὰ ἀποκτήσουν οἱ ἴδιοι, νὰ ἐπικρατήσῃ δὲ καὶ εἰς τὸν κόσμον ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἀρετή, διότι αὐτοὶ θὰ χορτάσουν. 7μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται. 7Μακάριοι οἱ εὐσπλαγχνικοὶ καὶ ἐλεήμονες, ποὺ συμπονοῦν καὶ ἐλεοῦν τὸν πάσχοντα, διότι αὐτοὶ θὰ ἐλεηθοῦν πλουσίως ἀπὸ τὸν Θεόν. 8μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται. 8Μακάριοι ὅσοι ἔχουν καθαρὰν καὶ ἀμόλυντον τὴν καρδίαν, διότι αὐτοὶ θὰ ἴδουν τὸν Θεὸν εἰς τὴν δόξαν του. 9μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται. 9Μακάριοι ὅσοι ἔχουν εἰρήνην μέσα των καὶ προσπαθοῦν νὰ εἰρηνεύουν τοὺς ἀνθρώπους μεταξὺ των, διότι αὐτοὶ θὰ ἀνακηρυχθοῦν, ἐμπρὸς εἰς τὸν οὐράνιον καὶ ἐπίγειον κόσμον, υἱοὶ τοῦ Θεοῦ. 10μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 10Μακάριοι ὅσοι ἔχουν διωχθῆ ἕνεκα τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς πίστεώς των, διότι εἰς αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 11μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσιν καὶ εἴπωσιν πᾶν πονηρὸν καθ᾿ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ· 11Μακάριοι εἷσθε, ὅταν σᾶς ἐμπαίξουν καὶ σᾶς ὑβρίσουν οἱ ἄνθρωποι, καὶ σᾶς διώξουν καί, ψευδόμενοι, εἴπουν παντὸς εἴδους κακολογίας καὶ κατηγορίας ἐνάντιον σας, ἐπειδὴ πιστεύετε εἰς ἐμέ. 12χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς· οὕτω γὰρ ἐδίωξαν τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν. 12Χαίρετε καὶ γεμίστε ἀπὸ ἀγαλλίασιν, διότι ἡ ἀνταμοιβὴ σας εἰς τοὺς οὐρανοὺς θὰ εἶναι μεγάλη καὶ ἀνυπολόγιστος· ἔτσι κατεδίωξαν καὶ τοὺς προφήτας τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς εἶχε στείλει ἐνωρίτερα ἀπὸ σᾶς, καὶ οἱ ὁποῖοι, διὰ τοὺς διωγμούς ποὺ ὑπέστησαν, εἶναι μακάριοι. Οι μαθητές αλάτι και φώς του κόσμου13Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων. 13Σεὶς οἱ μαθηταί μου εἷσθε τὸ ἅλατι τῆς γῆς (ἐπειδή μὲ τὸ παράδειγμα καὶ τὴν διδασκαλίαν σας ἔχετε τὴν δυνατότητα νὰ νοστιμαίνετε τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ προλαμβάνετε τὴν ἠθικὴν σαπίλαν). Ἀλλὰ ἐὰν τὸ ἅλατι χάσῃ αὐτὴν τὴν ἰδιότητά του, μέ τί ἄλλο θὰ ἀλατισθῇ, ὥστε νὰ ἀποκτήσῃ πάλιν τὴν οὐσίαν καὶ δύναμίν του; Δὲν ἔχει πλέον καμμίαν ἀξίαν καὶ εἰς τίποτε ἄλλο δὲν χρειάζεται, παρὰ νὰ πεταχθῇ εἰς τὸν δρόμον καὶ νὰ καταπατῆται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. 14Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· 14Σεῖς μὲ τὸ φωτεινὸν σας παράδειγμα καὶ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου εἷσθε τὸ πνευματικὸν φῶς τῆς ἀνθρωπότητος. Ὅπως δὲ μία πόλις ποὺ εἶναι κτισμένη ἐπάνω εἰς τὸ ὅρος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρυφθῇ, ἔτσι καὶ ὁ ἰδικὸς σας βίος θὰ ὑποπίπτῃ, εἴτε τὸ θέλετε εἴτε ὄχι, εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν ἀνθρώπων. 15οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. 15Καὶ ὅταν ἀνάπτουν λύχνον οἱ ἄνθρωποι, δὲν τὸν θέτουν κάτω ἀπὸ τὸν κάδον, ἀλλὰ ἐπάνω εἰς τὸν λυχνοστάτην, ὥστε νὰ φωτίζη ὅλους ἐκείνους ποὺ εὑρίσκονται μέσα στὸ σπίτι. 16οὕτως λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσιν τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 16Τὸ φῶς λοιπόν (ποὺ ἐπήρατε ἀπὸ ἐμὲ καὶ εἶναι τώρα ἰδικὸν σας) ἔτσι ἃς λάμψῃ ἐμπρὸς εἷς τοὺς ἀνθρώπους, διὰ νὰ ἴδουν τὰ καλὰ σας ἔργα καὶ δοξάσουν τὸν Πατέρα σας τὸν οὐράνιον, ποὺ ἔχει τέτοια ἐνάρετα τέκνα. Ο Ιησούς και ο Νόμος17Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι. 17Μὴ νομίσετε ὅτι ἤλθα νὰ καταλύσω τὸν νόμον τοῦ Μωϋσέως ἢ τὴν διδασκαλίαν τῶν προφητῶν. Δὲν ἤλθα νὰ καταλύσω αὐτά, ἀλλὰ νὰ τὰ τηρήσω, νὰ τὰ ἐκπληρώσω καὶ νὰ τὰ ὁλοκληρώσω εἰς ἕνα τέλειον νόμον. 18ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. 18Διότι σᾶς διαβεβαιῶ με πᾶσαν ἐπισημότητα, ὅτι ἕως ὅτου ὑπάρχῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, οὔτε ἕνα γιώτα ἢ ἕνα κόμμα, δὲν θὰ παραπέσῃ ἀπὸ τὸν νόμον, μέχρι τὴν στιγμήν ποὺ ὅλα θὰ ἐπαληθεύσουν καὶ θὰ πραγματοποιηθοῦν εἰς τὴν ζωὴν καὶ τὸ ἔργον μου. 19ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτως τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν. 19Ἐκεῖνος λοιπόν, ποὺ θὰ παραβῇ μίαν ἀπὸ τὰς ἐντολὰς αὐτάς, ποὺ φαίνονται μικραὶ καὶ ἀσήμαντοι, καὶ διδάξῃ ἔτσι τοὺς ἀνθρώπους, θὰ ὀνμασθῇ ἐλάχιστος εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ θὰ ἀγωνισθῇ νὰ τηρήσῃ ὅλας τὰς ἐντολὰς καὶ διδάξῃ τὴν τήρησιν αὐτῶν καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους, αὐτὸς θὰ ἀνακηρυχθῇ μέγας εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 20λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 20Διότι σᾶς λέγω καὶ τοῦτο· ἐὰν ἡ ἀρετὴ σας δὲν ξεπεράση πολὺ τὴν ἐπιφανειακὴν καὶ τυπικὴν ἀρετὴν τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων, δὲν θὰ εἰσέλθετε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 21Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, Οὐ φονεύσεις· ὃς δ᾿ ἂν φονεύσῃ, ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει. 21Ἠκούσατε ὅτι ἐλέχθη ἀπὸ τὸν Θεὸν εἷς τοὺς ἀρχαίους, εἰς τοὺς προγόνους σας: Δὲν θὰ φονεύσῃς· ἐκεῖνος ποὺ θὰ φονεύσῃ, θὰ εἶναι ἔνοχος καὶ θὰ παραπεμθῇ εἰς τὸ μικρὸν ἐπταμελὲς συνέδριον, ποὺ λέγεται κρίσις. 22ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ εἰκῇ ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ, Ρακά, ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· ὃς δ᾿ ἂν εἴπῃ, Μωρέ, ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός. 22Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω ὅτι καθένας ποὺ ὀργίζεται ἀδίκως καὶ χωρὶς σοβαρὸν πνευματικὸν λόγον ἐνάντιον τοῦ ἀδελφοῦ του, ἔχει τὴν ἰδίαν ἐνόχην, ὅπως ἐκεῖνος ποὺ δικάζεται διὰ φόνον εἰς τὸ ἐπταμελὲς συνέδριον. Ἐκεῖνος δέ ποὺ θὰ ὑβρίσῃ τὸν ἀδελφὸν του καὶ θὰ τοῦ εἴπῃ με περιφρόνησιν <ἀνόητε, τιποτένιε>, εἶναι ἔνοχος ἐγκλήματος βαρυτέρου, ἀπὸ ἐκεῖνά ποὺ δικάζει τὸ μεγάλο συνέδριον, τὸ ἀνώτατον δηλαδὴ δικαστήριον τῶν Ἑβραίων. Ἐκεῖνος δέ ποὺ θὰ εἴπῃ μὲ μῖσος εἰς τὸν ἀδελφὸν του <ἀμυαλε, τρελλέ>, εἶναι βαρύτατα ἔνοχος καὶ ἄξιος νὰ τιμωρηθῇ μὲ τὴν εἰς τὸν Ἅδην γέενναν τοῦ πυρός. 23ἐὰν οὖν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ, 23Ἐὰν λοιπὸν προσφέρῃς τὸ δῶρον σου εἰς τὸ θυσιαστήριον καὶ ἐκεῖ ἐνθυμηθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει κάτι ἐνάντιόν σου ἓξ αἰτίας τῆς ἀδίκου καὶ ἀπρεποῦς συμπεριφοράς σου, 24ἄφες ἐκεῖ τὸ δῶρόν σου ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὕπαγε πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου, καὶ τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρόν σου. 24ἄφησε ἐκεῖ τὸ δῶρον σου ἐμπρὸς εἰς τὸ θυσιαστήριον καὶ πήγαινε πρῶτον συμφιλιώσου μὲ τὸν ἀδελφόν σου καὶ ἔπειτα ἔλα νὰ προσφέρῃς τὸ δῶρον σου εἰς τὸν Θεόν. 25ἴσθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου ταχὺ ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ μετ᾿ αὐτοῦ, μήποτέ σε παραδῷ ὁ ἀντίδικος τῷ κριτῇ, καὶ ὁ κριτὴς σε παραδῷ τῷ ὑπηρέτῃ, καὶ εἰς φυλακὴν βληθήσῃ· 25Συμβιβάσου καὶ συμφιλιώσου γρήγορα μὲ τὸν ἀντίδικόν σου, ἐφ᾿ ὅσον εὐρίσκεσαι μάζῆ του εἰς τὸν δρόμον, ποὺ ὁδηγεὶ εἰς τὸ δικαστήριον. Πρόλαβε, μήπως σὲ παραδώσῃ ὁ ἀντίδικος εἰς τὸν δικαστήν, καὶ ὁ δικαστής σὲ παραδώσῃ ὡς ἔνοχον εἰς τὸν ἐκτελεστὴν τῶν ποινῶν καὶ ριφθῇς ἔτσι εἰς τὴν φυλακήν. 26ἀμὴν λέγω σοι, οὐ μὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν ἕως ἂν ἀποδῷς τὸν ἔσχατον κοδράντην. 26Σὲ διαβεβαιώνω ὅτι δὲν θὰ βγῇς ἀπὸ ἐκεῖ, ἕως ὅτου ἐξοφλήσης καὶ τὸ τελευταῖον δίλεπτον. Η μοιχεία27Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, Οὐ μοιχεύσεις. 27Ἠκούσατε ὅτι ἐλέχθη εἰς τοὺς ἀρχαίους· νὰ μὴ μοιχεύσῃς. 28ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. 28Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω ὅτι καθένας, ὁ ὁποῖος βλέπει γυναῖκα μὲ τὴν πονηρὰν ἐπιθυμίαν πρὸς ἁμαρτίαν, ἤδη με τὴν ἐμπαθῆ αὐτὴν ματιὰν διέπραξε τὴν ἁμαρτίαν τῆς μοιχείας μέσα εἰς τὴν ἀκάθαρτον καρδίαν του. 29εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν. 29Ἐὰν δὲ ὁ δεξιός σου ὀφθαλμός νοσῇ καὶ σὲ ἐνοχλῇ καὶ ὑπάρχῃ φόβος νὰ βλάψῃ ὅλον τὸ σῶμα, βγάλε τον καὶ πέταξέ τον μακρυὰ ἀπό σέ. Διότι συμφέρει εἰς σὲ νὰ χαθῇ ἕνα μέλος τοῦ σώματος, παρὰ νὰ ριφθῇς μαζῆ μὲ ὅλον τὸ σῶμα εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός. (Δηλαδὴ ἐὰν ἕνα πρόσωπον πολύτιμον καὶ ἀγαπητόν, ὅπως ὁ δεξιὸς ὀφθαλμός, σὲ ἐξερεθίζη πρὸς ἁμαρτίαν, χωρίσου ὁριστικῶς ἀπ᾿ αὐτὸ καὶ κόψε τὴν ἐπικοινωνίαν μαζῆ του, διότι σὲ συμφέρει νὰ τὸ στερηθῇς τὸ πρόσωπον αὐτό, παρὰ νὰ ριφθῇς μαζῆ του εἰς τὸ ἄσβεστον πῦρ τῆς κολάσεως). 30καὶ εἰ ἡ δεξιά σου χεὶρ σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον αὐτὴν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν. 30Καὶ ἐὰν πρόσωπον χρήσιμον εἰς σέ, ὅπως τὸ δέξι σου χέρι, γίνεται πειρασμὸς νὰ πέσῃς εἰς τὴν ἁμαρτίαν, κόψε κάθε σχέσιν μαζῆ του καὶ χωρίσου ἀπ᾿ αὐτό, ὅπως θὰ ἔκοπτες καὶ θὰ ἐπετοῦσες τὸ δέξι σου χέρι, ἐὰν αὐτὸ ἀποτελοῦσε κίνδυνον δι᾿ ὅλον τὸ σῶμα· διότι σὲ συμφέρει νὰ χαθῇ ἕνα ἀπὸ τὰ μέλῃ σου (νὰ στερηθῇς δηλαδὴ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ φίλου σου) καὶ νὰ μὴ ριφθῇς μαζῆ μὲ ἐκεῖνον εἰς τὸ πῦρ τῆς κολάσεως. Το διαζύγιο31Ἐρρέθη δέ· Ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, δότω αὐτῇ ἀποστάσιον. 31Ἀκόμη ἐλέχθη, ὅποιος χωρίσῃ τὴν γυναῖκα του, ἃς τῆς δώσῃ γραπτὸν διαζύγιον. 32ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι, καὶ ὃς ἐὰν ἀπολελυμένην γαμήσῃ μοιχᾶται. 32Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω ὅτι ὅποιος χωρίσει τὴν γυναῖκα του χωρὶς τὴν αἰτίαν τῆς μοιχείας, τὴν σπρώχνει εἰς τὴν μοιχείαν (διότι μοιχεία εἶναι πλέον, ἐὰν αὐτὴ ἔλθῃ εἰς νέον γάμον, ἐφ᾿ ὅσον ζῇ ὁ πρῶτος της ἀνήρ). Καὶ ἐκεῖνος ποὺ θὰ λάβῃ ὡς σύζυγον διεζευγμένην γυναῖκα, διαπράττει μοιχείαν. Ο όρκος33Πάλιν ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, Οὐκ ἐπιορκήσεις, ἀποδώσεις δὲ τῷ Κυρίῳ τοὺς ὅρκους σου. 33Πάλιν ἔχετε ἀκούσει ὅτι ἐλέχθη εἰς τοὺς προγόνους σας· δὲν θὰ καταπατήσης τὸν ὅρκον σου, ἀλλὰ ὡς καθῆκον ἱερὸν πρὸς τὸν Κύριον θὰ τηρήσῃς τὰς ὑποσχέσεις καὶ τὰς μαρτυρίας, ποὺ μὲ ὅρκον ἀνέλαβες. 34ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως· μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ, ὅτι θρόνος ἐστὶν τοῦ Θεοῦ· 34Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω, νὰ μὴν ὁρκισθῆτε καθόλου, οὔτε εἰς τὸν οὐρανόν, διότι εἶναι θρόνος τοῦ παντοκράτορος Θεοῦ, 35μήτε ἐν τῇ γῇ, ὅτι ὑποπόδιόν ἐστιν τῶν ποδῶν αὐτοῦ· μήτε εἰς Ἱεροσόλυμα, ὅτι πόλις ἐστὶν τοῦ μεγάλου βασιλέως· 35οὔτε εἰς τὴν γῆν, διότι εἶναι σὰν ἄλλο ὑποπόδιον εἰς τὰ πόδια αὐτοῦ, οὔτε εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, διότι εἶναι πόλις τοῦ μεγάλου βασιλέως Θεοῦ, ἐφ᾿ ὅσον ἐκεῖ εἶναι κτισμένος ὁ ναὸς του· 36μήτε ἐν τῇ κεφαλῇ σου ὀμόσῃς, ὅτι οὐ δύνασαι μίαν τρίχα λευκὴν ἢ μέλαιναν ποιῆσαι. 36οὔτε εἰς τὴν κεφαλήν σου νὰ ὁρκισθῇς, ποὺ εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ, διότι σὺ δὲν μπορεῖς οὔτε μίαν τρίχα νὰ τὴν κάμῃς μαύρην ἢ ἄσπρη (δηλαδὴ εἰς τίποτε νὰ μὴ ὁρκισθῇς, ἀφοῦ τὰ πάντα τὰ γεμίζει ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ). 37ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν. 37Ἄς εἶναι δὲ ὁ λόγος σας ἀληθινὸς πάντοτε, ὥστε τὸ ναὶ νὰ εἶναι ναὶ καὶ τὸ ὄχι νὰ εἶναι ὄχι. Διότι τὸ παραπάνω ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἀπὸ τὸν πονηρόν, τὸν πατέρα τοῦ ψεύδους. Η ανταπόδοση38Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, Ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος. 38Ἠκούσατε ὅτι ἐλέχθη, ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος (δηλαδὴ νὰ ἀνταποδίδῃς ἴσον κακὸν πρὸς τὸ κακόν, ποὺ σοῦ ἔκαμεν ὁ ἄλλος). 39ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ᾿ ὅστις σε ῥαπίζει εἰς τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην· 39Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω νὰ μὴ καταληφθῆτε ἀπὸ ὀργὴν καὶ ἐχθρότητα καὶ νὰ μὴ ἀντισταθῆτε εἰς τὸν πονηρὸν ἄνθρωπον ἀποδιδόντες κακὸν ἀντὶ κακοῦ, ἀλλὰ ἂν κανείς σὲ ραπίσῃ εἰς τὸ δεξιὸν μέρος τοῦ πρωσώπου σας, γύρισε μὲ πραότητα καὶ ὑποχωρητικότητα καὶ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ προσώπου (πρόθυμος νὰ δεχθῇς καὶ δεύτερον ράπισμα). 40καὶ τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι καὶ τὸν χιτῶνά σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον· 40Καὶ εἰς ἐκεῖνον ποὺ θέλει νά σὲ ὁδηγήσῃ εἰς τὰ δικαστήρια, διὰ νά σοῦ πάρῃ τὸ ὑποκάμισον, ἄφησέ του καὶ τὸ ἐπανωφόρι σου. 41καὶ ὅστις σε ἀγγαρεύσει μίλιον ἕν, ὕπαγε μετ᾿ αὐτοῦ δύο. 41Καὶ ἂν κανείς σε ἀγγαρεύσῃ ἕνα μίλι πήγαινε μαζῆ του δύο (νὰ φανῇς δηλαδὴ ὑποχωρητικὸς καὶ ν᾿ ἀποφύγῃς ἔτσι φιλονεικίας καὶ διαπληκτισμούς). 42τῷ αἰτοῦντί σε δίδου, καὶ τὸν θέλοντα ἀπὸ σοῦ δανείσασθαι μὴ ἀποστραφῇς. 42Εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἔχει πράγματι ἀνάγκην καί σοῦ ζητεῖ ἐλεημοσύνην, δίδε μὲ εἰλικρινὴ ἀγάπην, καὶ μὴ περιφρονήσης αὐτόν, ποὺ θέλει νὰ δανεισθῇ ἀπό σὲ χωρὶς τόκον. Η αγάπη για τον πλησίον43Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου. 43Ἠκούσατε ὅτι ἐλέχθη· θὰ ἀγαπήσῃς τὸν πλησίον σου καὶ θὰ μισήσῃς τὸν ἐχθρόν σου. 44ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς, 44Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς σας, εὐλογεῖτε αὐτούς, οἱ ὁποῖοι σᾶς καταρῶνται, εὐεργετεῖτε αὐτούς, οἱ ὁποῖοι σᾶς μισοῦν, καὶ προσεύχεσθε δι᾿ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σᾶς ὑβρίζουν καὶ σᾶς συκοφαντοῦν καὶ σᾶς καταδιώκουν ἀδίκως, 45ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους. 45διὰ νὰ ἀναδειχθῆτε ἔτσι τέκνα τοῦ οὐρανίου Πατρὸς σας. Διότι καὶ αὐτὸς τὸν ζωογόνον ἥλιόν του ἀνατέλλει εἰς πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ στέλνει τὴν βροχὴν εἰς τοὺς δικαίους καὶ εἰς τοὺς ἀδίκους. 46ἐὰν γὰρ ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι τὸ αὐτὸ ποιοῦσι; 46Διότι, ἐὰν ἀγαπήσετε ἐκείνους μόνον ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, ποίαν ἀνταμοιβὴν ἔχετε νὰ περιμένετε ἀπὸ τὸν Θεόν; Μήπως καὶ οἱ τελῶναι δὲν κάμνουν τὸ ἴδιο; 47καὶ ἐὰν ἀσπάσησθε τοὺς φίλους ὑμῶν μόνον, τί περισσὸν ποιεῖτε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι οὕτω ποιοῦσιν; 47Καὶ ἐὰν χαιρετίσετε μὲ ἐγκαρδιότητα τοὺς φίλους σας τοὺς Ἰουδαίους, τὶ περισσότερον κάμνετε ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Τὸ ἴδιο δὲν κάμνουν καὶ οἱ τελῶναι; 48Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὡς ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν. 48Ἀγωνισθῆτε λοιπὸν νὰ γίνετε σεῖς τέλειοι μὲ τὴν ἀγάπην πρὸς ὅλους, ὅπως τέλειος εἶναι καὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας σας.

Τέλος του Ε΄ κεφαλαίου Κεφάλαιον ΣΤ΄ →
Σελίδα από · στίχοι