Κατὰ Λουκᾶν
Η τήρηση του Σαββάτου1Ἐγένετο δὲ ἐν σαββάτῳ δευτεροπρώτῳ διαπορεύεσθαι αὐτὸν διὰ σπορίμων· καὶ ἔτιλλον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τοὺς στάχυας καὶ ἤσθιον ψώχοντες ταῖς χερσί. 1Κατὰ τὸ δεύτερον Σάββατον, ἔπειτα ἀπὸ τὸ πρῶτον Σάββατον τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ἐπερνοῦσε ὁ Ἰησοῦς διὰ μέσου τῶν σπαρμένων ἀγρῶν καὶ οἱ μαθηταὶ ἔκοβαν τὰ στάχυα, τὰ ἔτριβον μὲ τὰ χέρια των καὶ ἔτρωγαν τοὺς κόκκους. 2τινὲς δὲ τῶν Φαρισαίων εἶπον αὐτοῖς, Τί ποιεῖτε ὃ οὐκ ἔξεστι ποιεῖν ἐν τοῖς σάββασι; 2Μερικοὶ δὲ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους τοὺς εἶπαν· <διατὶ κάνετε αὐτὸ τὸ ὁποῖον, ὡς ἐργασία ποὺ εἶναι, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸ κάνετε κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου;> 3καὶ ἀποκριθεὶς πρὸς αὐτοὺς εἶπεν ὁ Ἰησοῦς, Οὐδὲ τοῦτο ἀνέγνωτε ὃ ἐποίησε Δαυῒδ ὁπότε ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ οἱ μετ᾿ αὐτοῦ ὄντες; 3Καὶ ἀποκριθεὶς πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· <δὲν ἔχετε ἀναγνώσει οὔτε κἂν καὶ τοῦτο, ποὺ εἶχε κάμει ὁ Δαυΐδ, ὅταν ἐπείνασε αὐτὸς καὶ ἐκεῖνοι ποῦ ἦσαν μαζῆ του; 4ὡς εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔλαβε καὶ ἔφαγε, καὶ ἔδωκε καὶ τοῖς μετ᾿ αὐτοῦ, οὓς οὐκ ἔξεστι φαγεῖν εἰ μὴ μόνους τοὺς ἱερεῖς; 4Ὅτι δηλαδὴ εἰσῆλθε εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, ἐπῇρε τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως, ἔφαγε καὶ αὐτὸς καὶ ἔδωκε καὶ εἰς ἐκείνους ποὺ εἶχε μαζῆ του; Αὐτοὺς δὲ τοὺς ἄρτους, ὅπως γνωρίζετε, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τοὺς φάγῃ κανεὶς ἄλλος, εἰ μὴ μόνο οἱ ἱερεῖς. (Καὶ ὅμως τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τοῦ Δαυΐδ, βαρυτέραν ἀπὸ αὐτήν ποὺ κάνουν τώρα οἱ μαθηταί μου, οὔτε ὁ Θεὸς οὔτε καὶ σεῖς βέβαια τὴν καταδικάζετε)>. 5καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι, Κύριός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ σαββάτου. 5Καὶ ἔλεγεν ἐν συμπεράσματι εἰς αὐτούς, ὅτι <ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι Κύριος καὶ τοῦ Σαββάτου καὶ μὲ τὴν θείαν του ἐξουσίαν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιῇ καὶ νὰ λαμπρύνῃ τὸν δεσμὸν αὐτόν>. Θεραπεία κατά το Σάββατο6Ἐγένετο δὲ καὶ ἐν ἑτέρῳ σαββάτῳ εἰσελθεῖν αὐτὸν εἰς τὴν συναγωγὴν καὶ διδάσκειν· καὶ ἦν ἐκεῖ ἄνθρωπος, καὶ ἡ χεὶρ αὐτοῦ ἡ δεξιὰ ἦν ξηρά. 6Συνέβη δὲ καὶ κάποιο ἄλλο Σάββατον νὰ εἰσέλθῃ αὐτὸς εἰς τὴν συναγωγὴν καὶ νὰ διδάσκῃ. Εὑρίσκετο δὲ ἐκεῖ καὶ ἔνας ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου τὸ δέξι χέρι ἧτο ἀκίνητον καὶ ξηρόν. 7Παρετήρουν δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι εἰ ἐν τῷ σαββάτῳ θεραπεύσει, ἵνα εὕρωσι κατηγορίαν αὐτοῦ. 7Τὸν κατεσκόπευον δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ἐὰν κατὰ τὸ Σάββατον θὰ θεραπεύσῃ αὐτόν, διὰ νὰ εὔρουν ἀφορμὴ κατηγορίας ἐνάντιον του. 8αὐτὸς δὲ ᾔδει τοὺς διαλογισμοὺς αὐτῶν, καὶ εἶπε τῷ ἀνθρώπῳ τῷ ξηρὰν ἔχοντι τὴν χεῖρα, Ἔγειρε καὶ στῆθι εἰς τὸ μέσον· ὁ δὲ ἀναστὰς ἔστη. 8Αὐτὸς δὲ ὡς παντογνώστης ἐγνώριζε πολὺ καλὰ τοὺς διαλογισμοὺς των καὶ εἶπε εἰς τὸν ἄνθρωπον, ποὺ εἶχε τὸ ξηρὸν χέρι· <σήκω ὀρθὸς καὶ στάσου εἰς τὸ μέσον τῆς συναγωγῆς>. Ἐκεῖνος δὲ ἐσηκώθη καὶ ἐστάθη. 9εἶπε οὖν ὁ Ἰησοῦς πρὸς αὐτούς, Ἐπερωτήσω ὑμᾶς τὶ ἔξεστι τοῖς σάββασιν, ἀγαθοποιῆσαι ἢ κακοποιῆσαι, ψυχὴν σῶσαι ἢ ἀποκτεῖναι; 9Εἶπε τότε πρὸς τοὺς Φαρισαίους ὁ Ἰησοῦς· <θὰ σᾶς ἐρωτήσω, τί ἐπιτρέπεται νὰ κάμῃ κανεὶς τὰς ἡμέρας τοῦ Σαββάτου· νὰ κάμῃ τὸ καλὸν ἢ νὰ κάμῃ τὸ κακόν; Νὰ σώσῃ μίαν ζωήν ποὺ κινδυνεύει ἢ νὰ ἀδιαφορήσῃ καὶ νὰ γίνῃ αἰτία τοῦ θανάτου ἑνὸς ἀνθρώπου;> 10καὶ περιβλεψάμενος πάντας αὐτοὺς εἶπεν αὐτῷ, Ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου. ὁ δὲ ἐποίησε, καὶ ἀπεκατεστάθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ ὡς ἡ ἄλλη. 10Καὶ ἀφοῦ περιέφερε γύρῳ τὸ βλέμμα του πρὸς ὅλους (μήπως τυχὸν καὶ κανεὶς ἀπαντήσῃ) εἶπεν εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον· ἄπλωσε τὸ χέρι σου>. Ἐκεῖνος ἔκαμε ὅ,τι τοῦ εἶπε ὁ Κύριος καὶ ἀμέσως τὸ χέρι του ἔγινε ἐντελῶς ὑγιές, ὅπως καὶ τὸ ἄλλο. 11αὐτοὶ δὲ ἐπλήσθησαν ἀνοίας, καὶ διελάλουν πρὸς ἀλλήλους τί ἂν ποιήσειαν τῷ Ἰησοῦ. 11Αὐτοὶ δὲ ἐκυριεύθησαν ἀπὸ σκοτισμὸν τοῦ νοῦ καὶ πώρωσιν τῆς καρδίας καὶ συζητοῦσαν ἐντόνως μεταξὺ τους, τί θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν ἐνάντιον τοῦ Ἰησοῦ. Η εκλογή των δώδεκα αποστόλων12Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐξῆλθεν εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι καὶ ἦν διανυκτερεύων ἐν τῇ προσευχῇ τοῦ Θεοῦ. 12Κατὰ τὰς ἡμέρας δὲ αὐτὰς ἐβγῆκεν ὁ Κύριος εἰς τὸ ὅρος νὰ προσευχηθῇ καὶ διενυκτέρευσε προσευχόμενος πρὸς τὸν Θεόν. 13καὶ ὅτε ἐγένετο ἡμέρα, προσεφώνησε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ, καὶ ἐκλεξάμενος ἀπ’ αὐτῶν δώδεκα, οὓς καὶ ἀποστόλους ὠνόμασε, 13Καὶ ὅταν ἔγινε ἡμέρα ἐκάλεσε κοντὰ του τοὺς μαθητὰς του καὶ ἐξέλεξε ἀπὸ αὐτοὺς δώδεκα, τοὺς ὁποίους ὠνόμασε καὶ Ἀποστόλους. 14Σίμωνα, ὃν καὶ ὠνόμασε Πέτρον, καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, Φίλιππον καὶ Βαρθολομαῖον, 14Δηλαδὴ τὸν Σίμωνα, τὸν ὁποῖον ὠνόμασε Πέτρον, καὶ τὸν Ἀνδρέα τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, τὸν Ἰάκωβον καὶ τὸν Ἰωάννην, τὸν Φίλιππον καὶ τὸν Βαρθολομαῖον, 15Ματθαῖον καὶ Θωμᾶν, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ἁλφαίου καὶ Σίμωνα τὸν καλούμενον Ζηλωτὴν, 15τὸν Ματθαῖον καὶ τὸν Θωμᾶν, τὸν Ἰάκωβον, τὸν υἱὸν τοῦ Ἀλφαίου καὶ Σίμωνα τὸν ὀνομαζόμενον Ζηλωτήν, 16Ἰούδαν Ἰακώβου καὶ Ἰούδαν Ἰσκαριώτην, ὃς καὶ ἐγένετο προδότης, 16Ἰούδαν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰακώβου καὶ Ἰούδαν τὸν Ἰσκαριώτην, ὁ ὁποῖος κατόπιν ἔγινε προδότης. Ο Ιησούς διδάσκει και θεραπεύει17καὶ καταβὰς μετ᾿ αὐτῶν ἔστη ἐπὶ τόπου πεδινοῦ, καὶ ὄχλος μαθητῶν αὐτοῦ, καὶ πλῆθος πολὺ τοῦ λαοῦ ἀπὸ πάσης τῆς Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ τῆς παραλίου Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἳ ἦλθον ἀκοῦσαι αὐτοῦ καὶ ἰαθῆναι ἀπὸ τῶν νόσων αὐτῶν, 17Καὶ ὅταν κατέβηκε μαζῆ μὲ αὐτοὺς ἀπὸ τὸ ὅρος ἐστάθηκε εἰς τὰς ὑπωρείας τοῦ ὅρους, ὅπου ἤρχιζε ἡ πεδιάς. Καὶ ἐκεῖ εἶχε συγκεντρωθῆ πλῆθος ἀπὸ μαθητὰς καὶ λαὸς πολὺς ἀπὸ ὅλην τὴν Ἰουδαίαν καὶ τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἀπὸ τὰ παράλια Τύρου καὶ Σιδῶνος, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν νὰ τὸν ἀκούσουν καὶ νὰ θεραπευθοῦν ἀπὸ τὰς ἀσθενείας των. 18καὶ οἱ ὀχλούμενοι ἀπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, καὶ ἐθεραπεύοντο· 18Εἴχαν ἔλθει δὲ ἐκεῖ καὶ πολλοί, ποὺ ἐταλαιπωροῦντο ἀπὸ ἀκάθαρτα πνεύματα καὶ οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ ἐθεραπεύοντο. 19καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἐζήτει ἅπτεσθαι αὐτοῦ, ὅτι δύναμις παρ’ αὐτοῦ ἐξήρχετο καὶ ἰᾶτο πάντας. 19Καὶ ὅλος ὁ λαὸς ἐζητοῦσε νὰ τὸν ἐγγίσῃ, διότι θεία δύναμις ἔβγαινε ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἐθεράπευεν ὅλους, ὅσοι εἴχαν πίστιν εἰς αὐτόν. Μακαρισμοί και ταλανισμοί20Καὶ αὐτὸς ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔλεγε, Μακάριοι οἱ πτωχοί, ὅτι ὑμετέρα ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 20Καὶ αὐτός, ἀφοῦ ἐσήκωσε τὰ μάτια του πρὸς τοὺς μαθητάς, ἔλεγε· <μακάριοι εἷσθε σεῖς οἱ πτωχοί, ποὺ δὲν ἔχετε δώσει τὴν καρδία σας εἰς τὰ πλούτη, ἀλλὰ στηρίζετε τὰς ἐλπίδας σας στὸν Θεόν, διότι ἰδική σας εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 21μακάριοι οἱ πεινῶντες νῦν, ὅτι χορτασθήσεσθε. μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε. 21Μακάριοι εἷσθε σεῖς, ποὺ πεινᾶτε καὶ στερεῖσθε, χωρὶς νὰ γογγύζετε, διότι θὰ χορτασθῆτε μὲ τὰς ἀνεκτιμήτους δωρεὰς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Μακάριοι εἷσθε σεῖς, ποὺ κλαίετε διὰ τὰς ἁμαρτήματά σας καὶ διὰ τὰς ἄλλας θλίψεις, τὰς ὁποίας ὑπομένετε, διότι θὰ χαρῆτε καὶ θὰ γελάσετε. 22μακάριοί ἐστε ὅταν μισήσωσιν ὑμᾶς οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὅταν ἀφορίσωσιν ὑμᾶς καὶ ὀνειδίσωσι καὶ ἐκβάλωσι τὸ ὄνομα ὑμῶν ὡς πονηρὸν ἕνεκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. 22Μακάριοι εἷσθε ὅταν σᾶς μισήσουν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὅταν διακόψουν κάθε σχέσιν μὲ σᾶς καὶ σᾶς ἀπομονώσουν καὶ σᾶς ὑβρίσουν καὶ διαβάλουν τὸ ὄνομά σας ὡς πονηρὸν καὶ κακόν, κάμουν δὲ ὅλα αὐτά, διότι εἷσθε πιστοὶ μαθηταὶ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. 23χάρητε ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ καὶ σκιρτήσατε· ἰδοὺ γὰρ ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τῷ οὐρανῷ· κατὰ τὰ αὐτὰ γὰρ ἐποίουν τοῖς προφήταις οἱ πατέρες αὐτῶν. 23Χαρῆτε κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ποὺ θὰ ὑφίστασθε αὐτὰ καὶ σκιρτήσατε ἀπὸ τὴν μεγάλην χαράν. Διότι ἰδού, ἡ ἀνταμοιβὴ σας θὰ εἶναι μεγάλη καὶ ἀνεκτίμητος εἰς τὸν οὐρανόν. Διότι τὰ ἴδια ἔκαναν οἱ πατέρες αὐτῶν καὶ εἰς τοὺς προφήτας, οἱ ὁποῖοι σήμερον τιμῶνται καὶ δοξάζονται εἰς τὸν οὐρανόν. 24πλὴν οὐαὶ ὑμῖν τοῖς πλουσίοις, ὅτι ἀπέχετε τὴν παράκλησιν ὑμῶν. 24Πλὴν ἀλλοίμονον εἰς σᾶς τοὺς πλουσίους, ποὺ χρησιμοποιεῖτε τὸν πλοῦτον ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον διὰ τὴν ἰδικὴν σας καλοπέρασιν καὶ ἀπόλαυσιν, διότι ἔχετε πλέον πάρει τὴν παρηγορίαν καὶ τὴν χαρὰν ἀπὸ τὸν πλοῦτον καὶ συνεπῶς δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ περιμένετε ἀμοιβὴν ἀπὸ τὸν Θεόν. 25οὐαὶ ὑμῖν οἱ ἐμπεπλησμένοι, ὅτι πεινάσετε. οὐαί ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε. 25Ἀλλοίμονον εἰς σᾶς, ποὺ εἷσθε χορτασμένοι ἀπὸ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τὰς ἀπολαύσεις, διότι θὰ στερηθῆτε ἀπὸ τὰ ἀνεκτίμητα πνευματικὰ ἀγαθὰ καὶ θὰ πεινάσετε αἰωνίαν πεῖναν. Ἀλλοίμονον εἰς σᾶς, ποὺ γελᾶτε καὶ διασκεδάζετε μὲ τὰς ἁμαρτωλὰς ἀπολαύσεις σας, διότι εἰς τὴν μέλλουσαν ζωὴν θὰ πενθήσετε καὶ θὰ κλαύσετε πικρά. 26οὐαὶ ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσι πάντες οἱ ἄνθρωποι· κατὰ τὰ αὐτὰ γὰρ ἐποίουν τοῖς ψευδοπροφήταις οἱ πατέρες αὐτῶν. 26Ἀλλοίμονον, ὅταν σᾶς ἐπαινέσουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἐπειδὴ ὅλους θὰ τοὺς κολακεύετε, εἰς ὅλους θάλετε νὰ ἀρέσετε, μὲ ὅλους θέλετε νὰ τὰ ἔχετε καλά, καταπατοῦντες τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ. Τὰ ἴδια ἔκαναν (τέτοιους ἐπαίνους δηλαδὴ ἀπέδιδαν) εἰς τοὺς ψευδοπροφήτας καὶ οἱ πρόγονοι τῶν σημερινῶν Ἑβραίων. Αγαπάτε τους εχθρούς σας27Ἀλλὰ ὑμῖν λέγω τοῖς ἀκούουσιν· ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς, 27Ἀλλὰ εἰς σᾶς, ποὺ μὲ ἀκοῦτε μὲ καλὴν διάθεσιν, λέγω καὶ τὰ ἐξῆς: Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς σας, εὐεργετεῖτε ἐκείνους ποὺ σᾶς μισοῦν, 28εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμῖν, προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς. 28εὐλογεῖτε ἐκείνους, ποὺ σᾶς καταρῶνται, προσεύχεσθε εἰς τὸν Θεὸν δι᾿ ἐκείνους, ποὺ σᾶς δυσφημοῦν καὶ σᾶς προβάλλουν καὶ σᾶς βλάπτουν. 29τῷ τύπτοντί σε ἐπὶ τὴν σιαγόνα πάρεχε καὶ τὴν ἄλλην, καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντός σου τὸ ἱμάτιον καὶ τὸν χιτῶνα μὴ κωλύσῃς. 29Εἰς ἐκεῖνον ποὺ σὲ κτυπᾷ εἰς τὴν μίαν παρειάν, πρόσφερε καὶ τὴν ἄλλην νὰ κτυπήσῃ· καὶ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νά σοῦ ἁρπάσῃ τὸ ἐπανωφόρι, μὴ τὸν ἐμποδίσῃς νά σοῦ πάρῃ καὶ τὸν χιτῶνα. 30παντὶ δὲ τῷ αἰτοῦντί σε δίδου, καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντος τὰ σὰ μὴ ἀπαίτει. 30Σὲ καθένα ποὺ σοῦ ζητεῖ δίδε του μὲ εἰλικρινῆ ἀγάπην καὶ διάκρισιν καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ διὰ τῆς βίας σοῦ ἁρπάζει τὰ ἰδικά σου, μὴ ἀπαιτεῖς καὶ μὴ ἀνοίγεις δικαστικοὺς ἀγῶνας διὰ νὰ τὰ ξαναπάρῃς. 31καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. 31Καὶ ὅπως θέλετε νὰ κάνουν καὶ νὰ συμπεριφέρωνται ἀπέναντι σας οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καὶ σεῖς νὰ πράττετε καὶ νὰ συμπεριφέρεσθε πρὸς αὐτούς. 32καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. 32Ἐὰν ἀγαπᾶτε μόνον αὐτούς ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, ποία χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ ἀμοιβὴ σᾶς ἀξίζει; Διότι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀγαποῦν ἐκείνους ποὺ τοὺς ἀγαποῦν. 33καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. 33Καὶ ἐὰν κάνετε τὸ καλὸν εἰς ἐκείνους μόνον ποὺ σᾶς εὐεργετοῦν, ποία ἀνταμοιβὴ ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ σᾶς ἀνῆκει; Διότι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ ἴδιον κάμνουν. 34καὶ ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. 34Καὶ ἐὰν δανείζετε εἰς ἐκείνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους περιμένετε νὰ πάρετε πίσῳ τὰ δανεικά, ποία εὐμένεια καὶ ἀνταπόδοσις ἀπὸ τὸν Θεὸν σᾶς ἁρμόζει; Διότι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ δανείζουν τοὺς ἁμαρτωλούς, διὰ νὰ λάβουν ἀπὸ αὐτοὺς ὁμοίας ἐξυπηρετήσεις εἰς τὴν ἀνάγκην των. 35πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. 35Ἀλλὰ σεῖς νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς σας, νὰ εὐργετῆτε καὶ νὰ δανείζετε, χωρὶς νὰ ἀποβλέπετε εἰς καμμίαν ἀνταπόδοσιν καὶ θὰ εἶναι ὁ μισθὸς σας πολὺς καὶ θὰ εἷσθε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν παιδιά τοῦ Ὑψίστου, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι ἀγαθὸς καὶ εὐργετικὸς καὶ πρὸς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. 36Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί. 36Γίνεσθε λοιπὸν εὔσπλαχνοι εἰς τοὺς γύρῳ σας ἀνθρώπους, ὅπως καὶ ὁ Πατὴρ σας εἶναι πολυεύσπλαγχνος πρὸς ὅλους. Κρίση και κατάκριση37Καὶ μὴ κρίνετε, καὶ οὐ μὴ κριθῆτε· μὴ καταδικάζετε, καὶ οὐ μὴ καταδικασθῆτε· ἀπολύετε, καὶ ἀπολυθήσεσθε· 37Καὶ μὴ κατακρίνετε καὶ δὲν θὰ κατακριθῆτε· μὴ καταδικάζετε τὸν πλησίον καὶ δὲν θὰ καταδικασθῆτε· συγχωρεῖτε τοὺς ἄλλους καὶ θὰ συγχωρηθῆτε. 38δίδοτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· μέτρον καλὸν, πεπιεσμένον καὶ σεσαλευμένον καὶ ὑπερεκχυνόμενον δώσουσιν εἰς τὸν κόλπον ὑμῶν· τῷ γὰρ αὐτῷ μέτρῳ, ᾧ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν. 38Δίδετε μὲ προθυμίαν εἰς ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἀνάγκην, καὶ θὰ δοθῇ εἰς σᾶς ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. Δοχεῖον καλόν ποὺ τὸ χρησιμοποιοῦν ὡς μέτρον, γεμᾶτον ἕως ἐπάνω, στοιβαγμένον δοχεῖον ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ ξεχειλίζῃ τὸ καλὸν περιεχόμενόν του, θὰ δώσουν εἰς σᾶς. Διότι μὲ τὸ μέτρον καὶ τὴν διάθεσίν ποὺ προσφέρετε τὰς εὐργεσίας σας εἰς τοὺς ἄλλους, μὲ τὸ ἴδιον μέτρον θὰ ἀνταποδοθῇ καὶ εἰς σᾶς ἀπὸ τὸν Θεόν>. 39Εἶπε δὲ καὶ παραβολὴν αὐτοῖς· Μήτι δύναται τυφλὸς τυφλὸν ὁδηγεῖν; οὐχὶ ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται; 39Εἶπε δὲ καὶ μίαν παραβολὴν εἰς αὐτούς· <μήπως ἠμπορεῖ ἔνας τυφλὸς νὰ ὁδηγῇ ἄλλον τυφλόν; Δὲν θὰ πέσουν καὶ οἱ δύο εἰς λάκκον; Πῶς εἶναι δυνατὸν σεῖς, ἁμαρτωλοὶ καὶ ἀδύνατοι καθὼς εἷσθε, νὰ κρίνετε ἄλλους καὶ νὰ καθοδηγῆτε ἄλλους; 40οὐκ ἔστι μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον αὐτοῦ· κατηρτισμένος δὲ πᾶς ἔσται ὡς ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ. 40Δὲν ὑπάρχει μαθητὴς ἀνώτερος ἀπὸ τὸν διδάσκαλόν του, ἐφ᾿ ὄσον θὰ ἐξακολουθῇ νὰ εἶναι μαθητὴς αὐτοῦ. Ἐκεῖνος δέ ποὺ θὰ ἀκούσῃ ὅλα ὅσα ἔχει νὰ τὸν διδάξῃ ὁ διδάσκαλος, θὰ καταρτισθῇ τὸ πολὺ τόσον ὅσον καὶ ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ ὁ διδάσκαλος εἶναι ἀμόρφωτος καὶ τυφλός, ὅμοιόν του θὰ ἀναδείξῃ καὶ τὸν μαθητήν. 41Τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ δοκὸν τὴν ἐν τῷ ἰδίῳ ὀφθαλμῷ οὐ κατανοεῖς; 41Διατὶ βλέπεις μὲ προσοχὴν τὸ ἀχυράκι, ποὺ εἶναι εἰς τὸν ὀφθαλμὸν τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἐνῶ τὸ δοκάρι ποὺ εἶναι στὸ μάτι σου, δὲν τὸ ἀντιλαμβάνεσαι; 42ἢ πῶς δύνασαι λέγειν τῷ ἀδελφῷ σου, ἀδελφέ, ἄφες ἐκβάλω τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σου, αὐτὸς τὴν ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σοῦ δοκὸν οὐ βλέπων; ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σοῦ, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου. 42῍Η πῶς ἠμπορεῖς νὰ λέγῃς εἰς τὸν ἀδελφόν σου· ἀδελφέ, ἄφησε νὰ βγάλω ἀπὸ τὸ μάτι σου τὸ ἀχυράκι καθ᾿ ὃν χρόνον σὺ δὲν βλέπεις τὸ δοκάρι, ποὺ εἶναι εἰς τὸ μάτι σου; (Πῶς τολμᾷς νὰ κάμῃς ἐλέγχους καὶ ὑποδείξεις, τάχα πρὸς διώρθωσιν, εἰς τὸν ἀδελφόν σου, ἐνῶ σὺ παρουσιάζεις βαρύτερα σφάλματα καὶ ἐλαττώματα;) Το κριτήριο της καλοσύνης43Οὐ γάρ ἐστι δένδρον καλὸν ποιοῦν καρπὸν σαπρόν, οὐδὲ δένδρον σαπρὸν ποιοῦν καρπὸν καλόν· 43Διότι δὲν ὑπάρχει δένδρον καλόν, ποὺ νὰ κάνῃ ἀχρήστους καὶ ἐπιβλαβεῖς καρποὺς οὔτε δένδρον σάπιο, ποὺ νὰ κάνῃ καρπὸν καλόν. (Ἄνθρωπος τοῦ ὁποίου τὰ ἔργα εἶναι κακά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιώξῃ μὲ ἀγαθὴν διάθεσιν καὶ νὰ προσφέρῃ καλὸν εἰς τοὺς ἄλλους). 44ἕκαστον γὰρ δένδρον ἐκ τοῦ ἰδίου καρποῦ γινώσκεται. οὐ γὰρ ἐξ ἀκανθῶν συλλέγουσι σῦκα, οὐδὲ ἐκ βάτου τρυγῶσι σταφυλὴν. 44Κάθε δένδρον, ἂν εἶναι καλὸν ἢ κακόν, γνωρίζεται ἀπὸ τὸν καρπὸν του. Διότι δὲν μαζεύουν ἀπὸ ἀγκάθια σῦκα, οὔτε καὶ τρυγοῦν ἀπὸ βάτον σταφύλι. 45ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας αὐτοῦ προφέρει τὸ ἀγαθόν, καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας αὐτοῦ προφέρει τὸ πονηρόν· ἐκ γὰρ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας λαλεῖ τὸ στόμα αὐτοῦ. 45Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος βγάζει ἀπὸ τὸν ἀγαθὸν θησαυρὸν της καρδίας του πάντοτε τὸ ἀγαθόν, καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν κακὸν θησαυρὸν τῆς καρδίας του βγάζει τὸν κακὸν καὶ φαῦλον. Διότι τὸ στόμα λαλεῖ ἀπὸ τὸ περίσσευμα, ποὺ ξεχύνεται ἀπὸ τὴν καρδίαν (Μόνον ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἠμπορεῖ νὰ ὑποδεικνύῃ τὸ ἀγαθὸν καὶ νὰ γίνῃ ὁ καλὸς ὁδηγὸς τῶν πλανωμένων). Η αξία της εφαρμογής των νόμων του Θεού46Τί δέ με καλεῖτε, Κύριε Κύριε, καὶ οὐ ποιεῖτε ἃ λέγω; 46Διατὶ δὲ μὲ καλεῖτε, Κύριε, Κύριε, καὶ δὲν πράττετε αὐτὰ ποὺ λέγω; Διατί ἄλλα ὁμολογεῖτε μὲ τὸ στόμα, καὶ ἄλλα παρουσιάζεται μὲ τὰ ἔργα σας; 47πᾶς ὁ ἐρχόμενος πρός με καὶ ἀκούων μου τῶν λόγων καὶ ποιῶν αὐτούς, ὑποδείξω ὑμῖν τίνι ἐστὶν ὅμοιος· 47Καθένας ποὺ ἔρχεται κοντά μου καὶ ἀκούει τὸ λόγιά μου καὶ τηρεῖ αὐτά, θὰ σᾶς δείξω ἐγὼ μὲ τί εἶναι ὅμοιος. 48ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομοῦντι οἰκίαν ὃς καὶ ἔσκαψε καὶ ἐβάθυνε καὶ ἔθηκε θεμέλιον ἐπὶ τὴν πέτραν· πλημμύρας δὲ γενομένης προσέρρηξεν ὁ ποταμὸς τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ οὐκ ἴσχυσε σαλεῦσαι αὐτὴν· τεθεμελίωτο γὰρ ἐπὶ τὴν πέτραν. 48Εἶναι ὅμοιος μὲ συνέτον ἄνθρωπον, ποὺ κτίζει σπίτι καὶ ὁ ὁποῖος ἔσκαψε καὶ ἐπροχώρησε βαθειά καὶ ἔβαλε θεμέλιον εἰς βράχον. Ὅταν δὲ ἔγινε πλημμύρα, ἔπεσε ὁρμητικὰ τὸ ποτάμι εἰς τὸ σπίτι ἐκεῖνο καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ τὸ κλονίση, διότι εἶχε θεμελιωθῆ ἐπάνω εἰς τὸν ἀσάλευτον βράχον. 49ὁ δὲ ἀκούσας καὶ μὴ ποιήσας ὅμοιός ἐστιν ἀνθρώπῳ οἰκοδομήσαντι οἰκίαν ἐπὶ τὴν γῆν χωρὶς θεμελίου· ᾗ προσέρρηξεν ὁ ποταμός, καὶ εὐθὺς ἔπεσε, καὶ ἐγένετο τὸ ῥῆγμα τῆς οἰκίας ἐκείνης μέγα. 49Αὐτὸς δέ ποὺ ἤκουσε τὰ λόγια μου καὶ δὲν τὰ ἐφήρμοσε, εἶναι ὅμοιος μὲ ἀσύνετον ἄνθρωπον, ποὺ οἰκοδόμησε τὸ σπίτι του εἰς τὸ χῶμα, χωρὶς θεμέλιον. Εἰς αὐτὸ ἐχτύπησε ὁρμητικὰ τὸ ποτάμι καὶ ἀμέσως ἐκρημνίσθη καὶ ἔγινε ρῆγμα μεγάλο καὶ ἀνεπανώρθοτον εἰς τὸ σπίτι ἐκεῖνο. (Ὁ πιστὸς ἀντιμετωπίζει μὲ σταθερότητα τοὺς πειρασμοὺς καὶ μένει ἀκλόνητος. Ὁ ὀλιγόπιστος παρασύρεται.