Κατὰ Λουκᾶν
Προσέχετε την υποκρισία1Ἐν οἷς ἐπισυναχθεισῶν τῶν μυριάδων τοῦ ὄχλου, ὥστε καταπατεῖν ἀλλήλους, ἤρξατο λέγειν πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ πρῶτον, Προσέχετε ἑαυτοῖς ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων, ἥτις ἐστὶν ὑπόκρισις. 1Ἐν τῷ μεταξὺ πολλὰ πλήθη λαοῦ εἴχαν συγκεντρωθῆ ἐκεῖ, τόσον πύκνα, ὥστε νὰ πατοῦν ὁ ἔνας τὸν ἄλλον. Ἤρχισε τότε ὁ Ἰησοῦς νὰ ὁμιλῇ πρὸς τοὺς μαθητὰς του πρῶτον καὶ νὰ τοὺς λέγῃ· <προσέχετε τὸν εὐατὸν σας ἀπὸ τὸ προζύμι τῶν Φαρισαίων, ποὺ εἶναι ἡ ὑποκρισία των. 2οὐδὲν δὲ συγκεκαλυμμένον ἐστὶν ὃ οὐκ ἀποκαλυφθήσεται, καὶ κρυπτὸν ὃ οὐ γνωσθήσεται· 2Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ σκεπασμένο, ποὺ δὲν θὰ ξεσκεπασθῇ καὶ τίποτε τὸ κρυφό, ποὺ δὲν θὰ γίνῃ φανερὸν καὶ γνωστόν. 3ἀνθ᾿ ὧν ὅσα ἐν τῇ σκοτίᾳ εἴπατε, ἐν τῷ φωτὶ ἀκουσθήσεται, καὶ, ὃ πρὸς τὸ οὖς ἐλαλήσατε ἐν τοῖς ταμείοις, κηρυχθήσεται ἐπὶ τῶν δωμάτων. 3Ὅλα θὰ φανερωθοῦν· δι᾿ αὐτὸ ὅσα σεῖς λέγετε μυστικὰ μεταξὺ σας καὶ πρὸς τοὺς ἀκροατὰς τῆς ἐμπιστοσύνης σας, θὰ ἀκουσθοῦν εἰς τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος. Καὶ ἐκεῖνο ποὺ ὡμιλήσατε εἰς τὸ αὐτί, μέσα εἰς τὰ ἰδιαίτερα δωμάτια, θὰ κηρυχθῇ ἀπό τὶς ταράτσες, (Ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, ποὺ εἰς ὀλίγους τώρα καὶ σὰν μὲ κάποια μυστικότητα λέγεται, θὰ κηρυχθῇ φανερὰ εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην). Ομολογείτε χωρίς φόβο4Λέγω δὲ ὑμῖν τοῖς φίλοις μου· μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, καὶ μετὰ ταῦτα μὴ ἐχόντων περισσότερόν τι ποιῆσαι. 4Λέγω δὲ εἰς σᾶς τοὺς φίλους μου· μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θανατώνουν τὸ σῶμα καὶ ὕστερα δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν τίποτε περισσότερον νὰ κάμουν. 5ὑποδείξω δὲ ὑμῖν τίνα φοβηθῆτε· φοβήθητε τὸν μετὰ τὸ ἀποκτεῖναι ἔχοντα ἐξουσίαν ἐμβαλεῖν εἰς τὴν γέενναν· ναί, λέγω ὑμῖν, τοῦτον φοβήθητε. 5Θὰ σᾶς ὑποδείξω ὅμως ποῖον νὰ φοβηθῆτε· νὰ φοβηθῆτε ἐκεῖνον, ὁ ὅποιος ἀφοῦ σᾶς ἀφαιρέσῃ τὴν παροῦσαν ζωήν, ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ σᾶς ρίψῃ εἰς τὸ αἰώνιον πῦρ τῆς κολάσεως. Ναὶ σᾶς λέγω, αὐτὸν πρέπει νὰ φοβηθῆτε. 6οὐχὶ πέντε στρουθία πωλεῖται ἀσσαρίων δύο; καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐκ ἔστιν ἐπιλελησμένον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· 6Τοὺς διώκτας σας μὴ τοὺς λογαριάζετε, διότι ὁ Θεὸς θὰ εἶναι προστάτης σας. Πέντε σπουργίτια δὲν πωλοῦνται δύο ἀσσάρια; (δηλαδὴ δέκα πέντε περίπου λεπτά). Καὶ ὅμως οὔτε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι λησμονημένο καὶ παραπεταμένο ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια τοῦ Θεοῦ. 7ἀλλὰ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ὑμῶν πᾶσαι ἠρίθμηνται. μὴ φοβεῖσθε· πολλῶν στρουθίων διαφέρετε. 7Ὅσον δὲ γιὰ σᾶς, καὶ οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σας ἔχουν μετρηθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ ὅποιος παρακολουθεῖ καὶ τὰς πλέον ἀσημάντους λεπτομερείας τῆς ζωῆς σας. Μὴ λοιπὸν φοβεῖσθε· σεῖς εἷσθε ἀσυγκρίτως ἀνώτεροι ἀπὸ πολλὰ σπουργίτια. 8Λέγω δὲ ὑμῖν· πᾶς ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁμολογήσει ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ· 8Σας λέγω δὲ τοῦτο· καθένας, ὁ ὁποῖος μὲ θάρρος καὶ χωρὶς νὰ πτοηθῇ κανένα, θὰ μὲ ὁμολογήσῃ ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους σωτῆρα καὶ Θεόν, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Θεάνθρωπος λυτρωτής, θὰ τὸν ὁμολογήσῃ καὶ θὰ τὸ διακηρύξῃ ὡς πιστὸν ὀπαδὸν του ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ. 9ὁ δὲ ἀρνησάμενός με ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων ἀπαρνηθήσεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ. 9Ἐκεῖνον δέ ποὺ, εἴτε ἀπὸ φόβον εἴτε ἀπὸ ἐντροπήν, θὰ μὲ ἀρνηθῇ ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἐγὼ θὰ τὸν ἀρνηθῶ ἐντελῶς ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ. 10καὶ πᾶς ὃς ἐρεῖ λόγον εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· τῷ δὲ εἰς τὸ ἅγιον Πνεῦμα βλασφημήσαντι οὐκ ἀφεθήσεται. 10Μεγάλο ἁμάρτημα τὸ νὰ ἀρνηθῇ κανείς, ἀλλὰ καθένας ποὺ θὰ ἐκστομίσῃ λόγον ἐνάντιον τοῦ υἱοῦ τοὺ ἀνθρώπου, σκανδαλιζόμενος ἀπὸ τὴν φαινομενικὴν ἀδυναμίαν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεώς του, θὰ λάβῃ συγχώρησιν διὰ τὴν ἁμαρτίαν του αὐτήν, ἐὰν εἰλικρινῶς μετανοήσῃ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ θὰ ἐκστομίσῃ βλάσφημον λόγον ἐναντίον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μὲ ἐπίγνωσιν θὰ διαβάλῃ τὰς λυτρωτικὰς του ἐνεργείας, δὲν θὰ συγχωρηθῇ ποτέ (διότι τὸ βαρύτατον αὐτὸ ἁμάρτημά του φανερώνει ὅτι αὐτὸς ἔχει πλέον σκληρυνθῇ ἀνεπανορθώτως εἰς τὴν κακότητά του καὶ δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ μετανοήσῃ). 11ὅταν δὲ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπὶ τὰς συναγωγὰς καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς ἢ τί ἀπολογήσησθε ἢ τί εἴπητε· 11Ὅταν δὲ σᾶς ὁδηγοῦν ὑποδίκους ἐμπρὸς εἰς τὰς συναγωγὰς καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας, μὴ ταράσσεσθε ἀπὸ ἀνησυχητικὰς φροντίδας πῶς ἢ τί θὰ ἀπολογηθῆτε ἢ τί θὰ πῆτε. 12τὸ γὰρ ἅγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἃ δεῖ εἰπεῖν. 12Διότι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα θὰ σας διδάξῃ ἐκείνη τὴν ὥρα αὐτά ποὺ πρέπει νὰ πῆτε>. Η παραβολή του άφρονα πλουσίου13Εἶπε δέ τις αὐτῷ ἐκ τοῦ ὄχλου, Διδάσκαλε, εἰπὲ τῷ ἀδελφῷ μου μερίσασθαι τὴν κληρονομίαν μετ᾿ ἐμοῦ. 13Κάποιος δὲ ἀπὸ τὸν λαὸν τοῦ εἶπε· <διδάσκαλε, πὲς εἰς τὸν ἀδελφόν μου νὰ μοιρασθῇ μὲ ἐμὲ τὴν κληρονομίαν>. 14ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ, Ἄνθρωπε, τίς με κατέστησε δικαστὴν ἢ μεριστὴν ἐφ᾿ ὑμᾶς; 14Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοῦ εἶπε· <ἄνθρωπε, ποιὸς μὲ ἔκαμε δικαστὴν μεταξὺ σας ἢ μοιραστήν;> 15εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς, Ὁρᾶτε καὶ φυλάσσεσθε ἀπὸ πάσης πλεονεξίας· ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ. 15Εἶπε δὲ τότε ὁ Κύριος πρὸς αὐτούς, ποὺ τὸν ἤκουσαν· <προσέχετε καὶ προφυλάσσεσθε ἀπὸ κάθε πλεονεξίαν, διότι ἡ ζωὴ του ἀνθρώπου δὲν ἐξαρτᾶται καὶ δὲν διατηρεῖται ἀπὸ τὰ πολλὰ πλούτη καὶ τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ>. 16Εἶπε δὲ παραβολὴν πρὸς αὐτοὺς λέγων, Ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα· 16Εἶπε δὲ πρὸς αὐτοὺς καὶ τὴν ἐξῆς παραβολήν· <κάποιου πλουσίου ἀνθρώπου ἐσημείωσαν ἐξαιρετικὴν εὐφορίαν τὰ χωράφια του. 17καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων, τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου; 17Καὶ αὐτὸς ἔπεσεν ἀμέσως εἰς ἀγωνιώδην συλλογὴν καὶ μέριμναν, λέγων: Τί νὰ κάμω, διότι δὲν ἔχω ποῦ νὰ συγκεντρώσω καὶ ἀποθηκεύσω τοὺς καρποὺς τῶν χωραφιῶν μου; 18καὶ εἶπε, τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γεννήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, 18Καὶ ὕστερα ἀπὸ μεγάλην σκέψιν εἶπε· τοῦτο θὰ κάμω: Θὰ κρημνίσω τὰς ἀποθήκας μου καὶ θὰ οἰκοδομήσω ἄλλας μεγαλυτέρας, καὶ θὰ συγκεντρώσω ἐκεῖ ὅλα τὰ γεννήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου. 19καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου, ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου. 19Καὶ θὰ πῶ εἰς τὴν ψυχήν μου: Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ ἀποθηκευμένα γιὰ ἔτη πολλά· ἀπόλαυσε τὴν ζωήν, ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου. 20εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός, ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; 20Ἀφοῦ δὲ ἐτοίμασε ὅλα καὶ πρὶν προλάβῃ τίποτε ἀπὸ αὐτὰ νὰ ἀπολαύση, τοῦ εἶπεν ὁ Θεός· ἀνόητε ἀπὸ τὴν κακίαν σου ἄνθρωπε καὶ ἀπερίσκεπτε, αὐτὴν τὴν νύκτα, ποὺ ἐπίστευσες ὅτι θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀπολαυστικὴ ζωή σου, ἀπαιτοῦν νὰ πάρουν ἀπὸ σὲ χωρὶς ἀναβολὴν τὴν ψυχήν σου· αὐτὰ δὲ ποῦ ἔχεις ἑτοιμάσει, εἰς ποῖον τώρα ἀνήκουν; 21οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν. 21Ἔτσι παθαίνει καὶ αὐτὸ τὸ τέλος ἔχει ἐκεῖνος, ποὺ ἐγωϊστικὰ θησαυαρίζει διὰ τὸν εὐατὸν του καὶ δὲν προσπαθεῖ νὰ ἀποκτήσῃ τὸν πλοῦτον τῶν καλῶν ἔργων, εἰς τὰ ὁποῖα εὐχαριστεῖται ὁ Θεός>. Εμπιστεφθείτε τον εαυτό σας στο Θεό22Εἶπε δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς, Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε. 22Εἶπε δὲ πρὸς τοὺς μαθητὰς του· <διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, μὴ ταλαιπωρεῖσθε ἀπὸ βασανιστικὲς φροντίδες διὰ τὴν ζωὴν σας, μὴ μεριμνᾶτε τί θά φᾶτε οὔτε καὶ διὰ τὸ σῶμα σας τί θὰ ἐνδυθῆτε. 23οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 23Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν τροφὴν καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὸ ἔνδυμα; Ὁ Θεός ποὺ σᾶς ἔδωσε τὸ ἀνώτερον, δὲν θὰ σᾶς δώσῃ καὶ τὸ κατώτερον; 24κατανοήσατε τοὺς κόρακας, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν, οἷς οὐκ ἔστι ταμεῖον οὐδὲ ἀποθήκη, καὶ ὁ Θεὸς τρέφει αὐτούς· πόσῳ μᾶλλον ὑμεῖς διαφέρετε τῶν πετεινῶν; 24Παρατηρῆστε μὲ προσοχὴ καὶ καταλάβετε, τί συμβαίνει μὲ τοὺς κόρακας ὅτι δηλαδὴ αὐτοὶ οὔτε σπείρουν οὔτε θερίζουν καὶ δὲν ἔχουν οὔτε κελλάρι οὔτε ἀποθήκην· καὶ ὅμως ὁ Θεὸς τοὺς τρέφει. Πόσῳ μᾶλλον θὰ θρέψῃ σᾶς, οἱ ὁποῖοι εἷσθε ἀσυγκρίτως ἀνώτεροι ἀπὸ τὰ πτηνά; 25τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 25Ποιὸς δὲ ἀπὸ σᾶς ἠμπορεῖ, ἔστω καὶ ἂν καταβάλῃ πολλὰς καὶ μεγάλας φροντίδας, νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ ἀνάστημά του ἔναν πῆχυν; 26εἰ οὖν οὔτε ἐλάχιστον δύνασθε, τί περὶ τῶν λοιπῶν μεριμνᾶτε; 26Ἐὰν λοιπὸν οὔτε κάτι τὸ ἐλάχιστον δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε, διατὶ ταλαιπωρεῖσθε μὲ καταθλιπτικὲς φροντίδες διὰ τὰ ἄλλα, ἐπὶ τῶν ὁποίων μηδαμινὴν ἢ καὶ καμμίαν ἐξουσίαν ἔχετε; 27κατανοήσατε τὰ κρίνα πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· λέγω δὲ ὑμῖν, οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 27Προσέξτε καὶ διδαχθῆτε ἀπὸ τὰ κρίνα, πῶς μεγαλώνουν.Δὲν κοπιάζουν οὔτε γνέθουν καὶ ὅμως, σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι οὔτε ὁ σοφὸς Σολομὼν μὲ ὅλην αὐτοῦ τὴν δόξαν καὶ μεγαλοπρέπειαν δὲν ἐφόρεσε ποτὲ ἕνα τόσον λαμπρὸν ἔνδυμα, ὦσαν αὐτό ποὺ φορεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ. 28εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσι, πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 28Ἐὰν δὲ τὸ χορτάρι τοῦ χωραφιοῦ, ποὺ σήμερα ὑπάρχει καὶ αὔριο ρίπτεται εἰς τὸν φοῦρνο, ὁ Θεὸς τόσον ὡραῖα τὸ ἐνδύῃ, πόσῳ μᾶλλον θὰ ἐνδύσῃ σᾶς, ὀλιγόπιστοι; 29καὶ ὑμεῖς μὴ ζητεῖτε τί φάγητε καὶ τί πίητε, καὶ μὴ μετεωρίζεσθε· 29Καὶ σεῖς μὴ ζητᾶτε μὲ ἁνήσυχον φροντίδα, τί θά φᾶτε καὶ τί θὰ πιῆτε καὶ μὴ περισπᾶσθε ἐδῶ καὶ ἐκεῖ μέ τὶς ἀνήσυχες αὐτὲς φροντίδες. 30ταῦτα γὰρ πάντα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ἐπιζητεῖ· ὑμῶν δὲ ὁ πατὴρ οἶδεν ὅτι χρῄζετε τούτων· 30Διότι ὅλα αὐτὰ τὰ ζητοῦν καὶ ἀγωνίζονται νὰ τὰ ἀποκτήσουν οἱ εἰδωλολάτραι ἐθνικοί, ποὺ δὲν ἔχουν γνωρίσει τὸν ἀληθινὸν καὶ πανάγαθον Θεόν, ἀλλὰ ἔχουν ὡς θεοὺς προστάτας τὰ εἴδωλα. Ὁ ἰδικὸς σας ὅμως Πατὴρ γνωρίζει πολὺ καλά, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην ἀπὸ αὐτὰ καὶ θὰ σᾶς τὰ δώσῃ. 31πλὴν ζητεῖτε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν. 31Μόνον σεῖς νὰ ζητῆτε πρὸ παντὸς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ τότε ὅλα τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ θὰ σᾶς δοθοῦν μαζῆ μὲ τὰ πνευματικὰ καὶ οὐράνια. 32Μὴ φοβοῦ τὸ μικρὸν ποίμνιον· ὅτι εὐδόκησεν ὁ πατὴρ ὑμῶν δοῦναι ὑμῖν τὴν βασιλείαν. 32Μὴ φοβεῖσθε σεῖς, ποὺ εἷσθε μικρὸν ποίμνιον, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ πολὺ πλῆθος τῶν ἀπίστων, διότι ὁ Πατὴρ σας εὐδόκησε νὰ δώσῃ εἰς σᾶς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. (Πολὺ δὲ περισσότερον θὰ σᾶς δώσῃ τὰ πρόσκαιρα ὑλικὰ ἀγαθά). 33πωλήσατε τὰ ὑπάρχοντα ὑμῶν καὶ δότε ἐλεημοσύνην. ποιήσατε ἑαυτοῖς βαλάντια μὴ παλαιούμενα, θησαυρὸν ἀνέκλειπτον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὅπου κλέπτης οὐκ ἐγγίζει οὐδὲ σὴς διαφθείρει· 33Ἐὰν βλέπετε ὅτι τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ σᾶς γίνονται ἐμπόδιον διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, πωλήσατε τὰ ὑπάρχοντα σας καὶ δῶστε ἐλεημοσύνην. Καὶ κάμετε ἔτσι τὸν εὐατὸν σας θησαυροφυλάκια ποὺ δὲν παλαιώνουν ποτέ, θησαυρὸν εἰς τοὺς οὐρανούς ποὺ δὲν χάνεται, ἐκεῖ ὅπου ὁ κλέπτῃς δὲν πλησιάζει καὶ οὔτε ὁ σκόρος καταστρέφει. 34ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ καὶ ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται. 34Διότι, ὅπου εἶναι ὁ θυσαυρὸς σας, ἐκεῖ θὰ εἶναι καὶ ἡ καρδία σας. Οι έμπιστοι δούλοι35Ἔστωσαν ὑμῶν αἱ ὀσφύες περιεζωσμέναι καὶ οἱ λύχνοι καιόμενοι· 35῍Ας εἶναι ζωσμένη ἡ μέση σας καὶ τὰ λυχνάρια σας πάντοτε ἀναμμένα· νὰ εἷσθε δηλαδὴ ἕτοιμοι καὶ ἄγρυπνοι νὰ ἐκτελῆτε τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, διὰ νὰ ἀποκτήσετε ἔτσι θησαυροὺς εἰς τὸν οὐρανόν. 36καὶ ὑμεῖς ὅμοιοι ἀνθρώποις προσδεχομένοις τὸν κύριον ἑαυτῶν πότε ἀναλύσῃ ἐκ τῶν γάμων, ἵνα ἐλθόντος καὶ κρούσαντος εὐθέως ἀνοίξωσιν αὐτῷ. 36Καὶ σεῖς εἷσθε ὅμοιοι μὲ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι περιμένουν τὸν κύριόν των, πότε θὰ ἐπιστρέψῃ ἀπὸ τοὺς γάμους, ὥστε, ὅταν ἔλθῃ καὶ κτυπήσῃ τὴν θύραν, νὰ τοῦ ἀνοίξουν ἀμέσως. 37μακάριοι οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι, οὓς ἐλθὼν ὁ κύριος εὑρήσει γρηγοροῦντας. ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι περιζώσεται καὶ ἀνακλινεῖ αὐτοὺς, καὶ παρελθὼν διακονήσει αὐτοῖς. 37Μακάριοι εἶναι οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους, ὅταν ἔλθῃ ὁ Κύριος, θὰ τοὺς εὔρῃ νὰ ἀγρυπνοῦν. Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι αὐτὸς θὰ γίνῃ διάκονός των, θὰ ζώσῃ τὴν μέσην του, διὰ νὰ μὴ ἐμποδίζεται εἰς τὰς κινήσεις του ἀπὸ τὰ ἐνδύματά του, θὰ τοὺς βάλῃ νὰ καθίσουν εἰς τὴν τράπεζαν τοῦ φαγητοῦ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος θὰ ἔλθῃ κοντὰ τους καὶ θὰ τοὺς ὑπηρετήσῃ. 38καὶ ἐὰν ἔλθῃ ἐν τῇ δευτέρᾳ φυλακῇ καὶ ἐν τῇ τρίτῃ φυλακῇ ἔλθῃ καὶ εὕρῃ οὕτω, μακάριοί εἰσιν οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι. 38Καὶ ἂν ἔλθῃ εἰς τὸ δεύτερον τετράωρον τῆς νυκτὸς καὶ εἰς τὸ τρίτον τετράωρον, κατὰ τὰ ἐξημερώματα, καὶ τοὺς εὔρῃ ἔτσι, δηλαδὴ νὰ τὸν περιμένουν ἄγρυπνοι, σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι μακάριοι οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι. 39τοῦτο δὲ γινώσκετε ὅτι εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποίᾳ ὥρᾳ ὁ κλέπτης ἔρχεται, ἐγρηγόρησεν ἂν καὶ οὐκ ἂν ἀφῆκεν διορυγῆναι τὸν οἶκον αὐτοῦ. 39Τοῦτο δὲ τὸ ξεύρετε καὶ σεῖς, ὅτι ἐὰν ἐγνώριζε ὁ νοικοκύρης ποιά ὥρα ἔρχεται ὁ κλέπτῃς, θὰ ἕμενε ἄγρυπνος καὶ δὲν θὰ ἄφινε νὰ ἀνοιχθῇ τρύπα εἰς τὸ σπίτι του, διὰ νὰ μπῇ μέσα ὁ κλέπτῃς καὶ νὰ κλέψῃ. 40καὶ ὑμεῖς οὖν γίνεσθε ἕτοιμοι· ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται. 40Καὶ σεῖς λοιπὸν νὰ εἷσθε πάντοτε ἕτοιμοι, διότι εἰς ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζετε, ἔρχεται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου> (εἴτε διὰ τοῦ θανάτου ἑνὸς ἑκάστου, εἴτε κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν). 41εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος, Κύριε, πρὸς ἡμᾶς τὴν παραβολὴν ταύτην λέγεις ἢ καὶ πρὸς πάντας; 41Εἶπε δὲ εἰς αὐτὸν ὁ Πέτρος· <Κύριε, αὐτὴν τὴν παραβολὴν δι᾿ ἡμᾶς μόνον τὴν λέγεις ἢ δι᾿ ὅλους; 42εἶπε δὲ ὁ Κύριος, Τίς ἄρα ἐστὶν ὁ πιστὸς οἰκονόμος καὶ φρόνιμος, ὃν καταστήσει ὁ κύριος ἐπὶ τῆς θεραπείας αὐτοῦ τοῦ διδόναι ἐν καιρῷ τὸ σιτομέτριον; 42Εἶπε δὲ ὁ Κύριος· <ποιὸς ἆράγε εἶναι ὁ πιστὸς καὶ συνετὸς οἰκονόμος, τὸν ὁποῖον θὰ ἐγκαταστήσῃ ὁ κύριος προϊστάμενον εἰς τὸ ὑπηρετικὸν προσωπικὸν του, διὰ νὰ δίδῃ πρὸς αὐτοὺς εἰς τὴν κατάλληλον ὥραν τὴν κανονικὴν μερίδα τῆς τροφῆς; 43μακάριος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, ὃν ἐλθὼν ὁ κύριος αὐτοῦ εὑρήσει οὕτω ποιοῦντα. 43Μακάριος εἶναι ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον, ὅταν ἔλθῃ ὁ Κύριος, θὰ τὸν εὕρῃ νὰ ἐνεργῇ μὲ τέτοιαν σύνεσιν καὶ ἀξιοπιστίαν. 44ἀληθῶς λέγω ὑμῖν ὅτι ἐπὶ πᾶσι τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτοῦ καταστήσει αὐτόν. 44Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, ὅτι θὰ τοῦ δώσῃ ἐξουσίαν ἐπάνω εἰς ὅλα τὰ ὑπάρχοντα του. 45ἐὰν δὲ εἴπῃ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, χρονίζει ὁ κύριός μου ἔρχεσθαι, καὶ ἄρξηται τύπτειν τοὺς παῖδας καὶ τὰς παιδίσκας, ἐσθίειν τε καὶ πίνειν καὶ μεθύσκεσθαι, 45Ἐὰν ὅμως ὁ δοῦλος ἐκεῖνος πῇ ἀπὸ μέσα του: Ἀργεῖ νὰ ἔρθῃ ὁ κύριός μου· καὶ ἀρχίση νὰ κτυπᾷ τοὺς ὑπηρέτας καὶ τὰς ὑπηρετρίας καὶ νὰ τρώγῃ καὶ νὰ πίνῃ καὶ νὰ μεθᾷ, 46ἥξει ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἐν ἡμέρᾳ ᾗ οὐ προσδοκᾷ καὶ ἐν ὥρᾳ ᾗ οὐ γινώσκει, καὶ διχοτομήσει αὐτὸν, καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀπίστων θήσει. 46θὰ ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου εἰς ἡμέραν ποὺ δὲν περιμένει καὶ εἰς ὥραν ποὺ δὲν γνωρίζει καὶ θὰ τὸν κόψῃ εἰς τὰ δύο, θὰ τὸν τιμωρήσῃ δηλαδὴ μὲ σκληρὸν θάνατον, καὶ θὰ ὁρίσῃ τὴν θέσιν του μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ὑπῆρξαν ἀξιόπιστοι καὶ καταχρασταί. (Οἱ ποιμένες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας θὰ εἶναι μακάριοι, ἐὰν καλῶς διαχειρίζωνται τὴν πνευματικὴν ἐξουσίαν καὶ τὰ χαρίσματα, ποὺ τοὺς ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστὸς καὶ ἐξυπηρετοῦν μὲ σύνεσιν καὶ προθυμίαν τοὺς πιστούς. Σκληροτάτη ὅμως τιμωρία τοὺς περιμένει, ἐὰν ἀποδειχθοῦν ἀναξιόπιστοι καὶ καταχρασταί). 47ἐκεῖνος δὲ ὁ δοῦλος, ὁ γνοὺς τὸ θέλημα τοῦ κυρίου αὐτοῦ καὶ μὴ ἑτοιμάσας μηδὲ ποιήσας πρὸς τὸ θέλημα αὐτοῦ, δαρήσεται πολλάς· 47Ἐκεῖνος δὲ ὁ δοῦλος, ποὺ ἐγνώρισε τὸ θέλημα τοῦ κυρίου του, καὶ δὲν ἐτοίμασε οὔτε καὶ ἔπραξε σύμφωνα πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου του, θὰ τιμωρηθῇ μὲ πολλὰς μαστιγώσεις, θα τιμωρηθῇ πολύ, διότι ἐν γνώσει παρέβη τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου. 48ὁ δὲ μὴ γνούς, ποιήσας δὲ ἄξια πληγῶν, δαρήσεται ὀλίγας. παντὶ δὲ ᾧ ἐδόθη πολύ, πολὺ ζητηθήσεται παρ᾿ αὐτοῦ, καὶ ᾧ παρέθεντο πολύ, περισσότερον αἰτήσουσιν αὐτόν. 48Ἐκεῖνος δέ ποὺ δὲν ἐγνώρισε τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου, ἔκαμε δὲ πράξεις ἀξίας τιμωρίας, θὰ τιμωρηθῇ μὲ ὀλίγας μαστιγώσεις. Εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἐδόθη πολύ, θὰ τοῦ ζητηθῇ καὶ πολύ, καὶ εἰς ἐκεῖνον ποὺ τοῦ παρέδωσαν πολλὰ χαρίσματα, θὰ ζητηθοῦν περισσότερα καλὰ ἔργα, παρ᾿ ὅσα θὰ ζητήσουν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔλαβαν ὀλιγώτερα. Ο Ιησούς είναι αιτία διαιρέσεων49Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη! 49Ἦρθα νὰ βάλω φωτιὰ εἰς τὴν γῆν, φλογερὸν ζῆλον καὶ ἐνθουσιασμὸν εἰς τὰς καρδίας τῶν καλοπροαιρέτων, ὁ ὁποῖος ὅμως ζῆλος θὰ ἀνάψῃ εἰς τοὺς κακοπροαιρέτους πυρκαϊὰν μίσους ἐναντίον ἐμοῦ καὶ τῶν ὀπαδῶν μου. Καὶ τί ἄλλο θέλω, ἐὰν τώρα ἔχῃ πλέον ἀνάψει αὐτῇ ἡ φωτιά! 50βάπτισμα δὲ ἔχω βαπτισθῆναι, καὶ πῶς συνέχομαι ἕως οὗ τελεσθῇ! 50Ἐγὼ ἔχω τὸ βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου, διὰ νὰ βαπτισθῶ εἰς αὐτό, καὶ πόσον κατέχομαι ἀπὸ τὸν πόθον καὶ ἀνυπομονῶ πότε νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ ἀπλωθῇ ἔτσι εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὸ πῦρ τῆς πίστεως καὶ τοῦ θείου ζήλου! 51δοκεῖτε ὅτι εἰρήνην παρεγενόμην δοῦναι ἐν τῇ γῇ; οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ᾿ ἢ διαμερισμόν. 51Νομίζετε ὅτι ἦλθα εἰς τὴν γῆν νὰ δώσω ὑποκριτικὴν καὶ ψευδῆ εἰρήνην, ὅπως τὴν φαντάζονται οἱ Ἑβραῖοι; Ὄχι σᾶς λέγω, ἀλλὰ ἔχω ἔλθει, διὰ νὰ προκαλέσω διαίρεσιν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, διὰ τὴν ὁποίαν ὅμως διαίρεσιν ὑπεύθυνοι θὰ εἶναι οἱ πονηροὶ καὶ ἀμετανόητοι ἄνθρωποι. 52ἔσονται γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν πέντε ἐν οἴκῳ ἑνὶ διαμεμερισμένοι, τρεῖς ἐπὶ δυσὶ καὶ δύο ἐπὶ τρισί· 52Διότι ἀπὸ τώρα θὰ εἶναι εἰς ἕνα σπίτι πέντε χωρισμένοι, τρεῖς ἐναντίον δύο καὶ δύο ἐναντίων τριῶν. 53διαμερισθήσονται πατὴρ ἐπὶ υἱῷ καὶ υἱὸς ἐπὶ πατρί, μήτηρ ἐπὶ θυγατρὶ καὶ θυγάτηρ ἐπὶ μητρί, πενθερὰ ἐπὶ τὴν νύμφην αὐτῆς καὶ νύμφη ἐπὶ τὴν πενθεράν αὐτῆς. 53Καὶ θὰ χωρισθῇ ὁ πατέρας ὁ ἄπιστος ἐναντίον τοῦ πιστοῦ υἱοῦ του, καὶ ὁ ἄπιστος υἱὸς ἐναντίον τοῦ πιστοῦ πατρός του,ἡ μητέρα ἐναντίον τῆς κόρης της καὶ ἡ κόρη ἐνάντιον της μητρός· ἡ πενθερὰ ἐναντίον τῆς νύμφης καὶ ἡ νύμφη ἐνάντιον τῆς πενθερᾶς· τὰ ἄπιστα μέλῃ τῆς οἰκογενείας ἐναντίον τῶν πιστῶν>. Η ερμηνεία των καιρών54Ἔλεγε δὲ καὶ τοῖς ὄχλοις, Ὅταν ἴδητε τὴν νεφέλην ἀνατέλλουσαν ἀπὸ δυσμῶν, εὐθέως λέγετε ὅτι ὄμβρος ἔρχεται, καὶ γίνεται οὕτω· 54Ἔλεγε δὲ εἰς τὰ πλήθη· <ὅταν ἴδετε τὸ σύνεφο νὰ ἀνεβαίνῃ ἀπὸ τὴν δύσιν, ἀμέσως λέγετε: Βροχὴ ἔρχεται· καὶ γίνεται ἔτσι. 55καὶ ὅταν νότον πνέοντα, λέγετε ὅτι καύσων ἔσται, καὶ γίνεται. 55Καὶ ὅταν ἴδετε νότιον ἄνεμον νὰ φυσᾷ, λέγεται ὅτι θὰ γίνῃ ζέστη· καὶ γίνεται ἔτσι. 56ὑποκριταί, τὸ πρόσωπον τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς οἴδατε δοκιμάζειν, τὸν δὲ καιρὸν τοῦτον πῶς οὐ δοκιμάζετε; 56Ὑποκριταί! Τὰ σημεῖα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ποὺ προαναγγέλους τὸν καιρόν, ξέρετε νὰ τὰ διακρίνετε. Τὸν καιρὸν ὅμως τοῦτον, ποῦ ὅλα τὰ σημεῖα τὸν παρουσιάζουν ὡς ἐποχὴν τῆς ἐλεύσεως τοῦ Μεσσίου, πῶς δὲν τὸν διακρίνετε; Λύνετε τις διαφορές σας γρήγορα57τί δὲ καὶ ἀφ᾿ ἑαυτῶν οὐ κρίνετε τὸ δίκαιον; 57Διατὶ δὲ καὶ ἀπὸ μόνον τὸν ἑαυτὸν σας, μὲ ὁδηγὸν τὸ λογικὸν καὶ τὴν συνείδησίν σας, δὲν κρίνετε τὸ ὀρθὸν καὶ δίκαιον, ὅτι δηλαδὴ εἶναι καιρὸς πλέον νὰ μετανοήσετε, διὰ νὰ εὕρετε σωτηρίαν; 58ὡς γὰρ ὑπάγεις μετὰ τοῦ ἀντιδίκου σου ἐπ᾿ ἄρχοντα, ἐν τῇ ὁδῷ δὸς ἐργασίαν ἀπηλλάχθαι ἀπ᾿ αὐτοῦ, μήποτε κατασύρῃ σε πρὸς τὸν κριτήν, καὶ ὁ κριτής σε παραδῷ τῷ πράκτορι, καὶ ὁ πράκτωρ σε βαλεῖ εἰς φυλακήν. 58Ἐφ᾿ ὄσον εἶναι καιρὸς συμφιλιωθῆτε μὲ τὸν Θεόν, διότι ὅταν πηγαίνῃς μὲ τὸν ἀντίδικόν σου εἰς τὸν ἄρχοντα νὰ δικασθῇς, προσπάθησε νὰ ἀπαλλαγῇς ἀπὸ αὐτὸν καὶ νὰ συμβιβασθῇς μαζῆ του, μήπως σὲ τραβήξῃ ἐμπρὸς εἰς τὸν δικαστὴν καὶ ὁ δικαστὴς σὲ παραδώσῃ εἰς τὸν εἰσπράκτορα καὶ ὁ εἰσπράκτωρ σὲ βάλῃ εἰς τὴν φυλακήν. 59λέγω σοι, οὐ μὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν ἕως οὗ καὶ τὸ ἔσχατον λεπτὸν ἀποδῷς. 59Σοῦ λέγω ὅτι δὲν θὰ βγῇς ἀπὸ ἐκεῖ, ἕως ὅτου ἐξοφλήσῃς καὶ τὸ τελευταῖον λεπτόν. Συμφιλιωθῆτε μὲ τὸν Θεὸν διὰ της μετανοίας σας, πρὶν ἐκδοθῇ ἀπὸ αὐτὸν ἡ καταδικαστικὴ γιὰ σᾶς ἀπόφασίς του.