Κατὰ Λουκᾶν · ΚΑ΄
Εὐαγγέλιον

Κατὰ Λουκᾶν

Κεφάλαιον ΚΑ΄

Η προσφορά της χήρας1Ἀναβλέψας δὲ εἶδε τοὺς βάλλοντας τὰ δῶρα αὐτῶν εἰς τὸ γαζοφυλάκιον πλουσίους. 1Ὁ Κύριος ἐσήκωσε τὰ μάτια του καὶ εἶδε τοὺς πλουσίους, ποὺ ἔρριπταν τὰ δῶρα των εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ ναοῦ. 2εἶδε δέ τινα χήραν πενιχρὰν βάλλουσαν ἐκεῖ λεπτὰ δύο, 2Εἶδε καὶ κάποιαν πτωχὴν χήραν, νὰ ρίπτῃ ἐκεῖ δύο λεπτά. 3καὶ εἶπεν· Ἀληθῶς λέγω ὑμῖν ὅτι ἡ χήρα ἡ πτωχὴ αὕτη πλεῖον πάντων ἔβαλεν· 3Καὶ εἶπε· <σᾶς διαβαβαιώνω, ὅτι ἡ πτωχὴ αὐτῇ χήρα ἔρριψε περισσότερα ἀπὸ ὅλους. 4ἅπαντες γὰρ οὗτοι ἐκ τοῦ περισσεύοντος αὐτοῖς ἔβαλον εἰς τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ, αὕτη δὲ ἐκ τοῦ ὑστερήματος αὐτῆς ἅπαντα τὸν βίον ὃν εἶχεν ἔβαλε. 4Διότι ὅλοι αὐτὶ ἔρριψαν εἰς τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ περίσσευμά τους, αὐτῇ δὲ ἀπὸ τὸ ὑστέρημά της· ὅλον της τὸν βίο ποὺ εἶχε, τὸν ἔρριψε>. (Ἡ ἀξία τῆς ἐλεημοσύνης δὲν κρίνεται ἀπὸ τὸ μικρὸν ἡ μεγάλο ποσόν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν διάθεσιν τοῦ ἐλεοῦντος καὶ ἀπὸ τὰς μικρὰς ἡ μεγάλας δυνατότητας, ποὺ ἔχει). Η πρόρρηση της καταστροφής του ναού5Καί τινων λεγόντων περὶ τοῦ ἱεροῦ ὅτι λίθοις καλοῖς καὶ ἀναθήμασι κεκόσμηται, εἶπε· 5Καὶ ὅταν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητὰς ἔλεγαν διὰ τὸ ἱερόν, ὅτι εἶναι στολισμένον μὲ ὡραίους λίθους καὶ ἀφιερώματα, εἶπε· 6Ταῦτα ἃ θεωρεῖτε, ἐλεύσονται ἡμέραι ἐν αἷς οὐκ ἀφεθήσεται λίθος ἐπὶ λίθῳ ὃς οὐ καταλυθήσεται. 6<αὐτά ποὺ βλέπετε, θὰ ἔλθουν ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν θὰ μείνῃ πέτρα ἐπάνω εἰς τὴν πέτρα, ποὺ νὰ μὴ κρημνισθῇ. Τα σημάδια της τελικής κρίσης7ἐπηρώτησαν δὲ αὐτὸν λέγοντες· Διδάσκαλε, πότε οὖν ταῦτα ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον ὅταν μέλλῃ ταῦτα γίνεσθαι; 7Τὸν ἠρώτησαν δὲ καὶ εἶπαν· <διδάσκαλε, πότε λοιπὸν θὰ συμβοῦν αὐτὰ καὶ ποιὸ θὰ εἶναι τὸ σημεῖον, ποὺ θὰ φανῇ, ὅταν πρόκειται αὐτὰ νὰ πραγματοποιηθοῦν;> 8ὁ δὲ εἶπε· Βλέπετε μὴ πλανηθῆτε· πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι καί ὁ καιρὸς ἤγγικε. μὴ οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν. 8Αὐτὸς δὲ εἶπε· <προσέχετε, μὴν ἐξαπατηθῆτε ἀπὸ κανένα. Διότι πολλοὶ θὰ ἔλθουν, χρησιμοποιοῦντες ὡς ἰδικὸν των τὸ ὄναμά μου καὶ θὰ λέγουν, ὅτι ἐγὼ εἷμαι ὁ Μεσσίας. Μὴ τοὺς ἀκολουθήσετε, διότι εἶναι ψευδοπροφῆται. 9ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκαταστασίας, μὴ πτοηθῆτε· δεῖ γὰρ ταῦτα γενέσθαι πρῶτον, ἀλλ᾿ οὐκ εὐθέως τὸ τέλος. 9Ὅταν δὲ ἀκούσετε, ὅτι γίνονται πόλεμοι καὶ ἀναταραχαὶ καὶ διασάλευσις τῆς τάξεως, μὴ ταραχθῆτε. Διότι πρέπει, σύμφωνα μὲ τὸ θεῖον σχέδιον, νὰ γίνουν αὐτὰ πρῶτον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔλθῃ ἀμέσως τὸ τέλος>. 10τότε ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἐγερθήσεται ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, 10Καὶ ἔλεγεν πάλιν εἰς αὐτούς· <θὰ ἐξεγερθῇ καὶ θὰ ἐπιτεθῇ τὸ ἕνα ἔθνος ἐναντίον τοῦ ἄλλου καὶ τὸ ἕνα βασίλειον ἐναντίον τοῦ ἄλλου βασιλείου. 11σεισμοί τε μεγάλοι κατὰ τόπους καὶ λιμοὶ καὶ λοιμοὶ ἔσονται, φόβητρά τε καὶ σημεῖα ἀπ᾿ οὐρανοῦ μεγάλα ἔσται. 11Καὶ θὰ γίνουν σεισμοὶ μεγάλοι εἰς διαφόρους τόπους καὶ πεῖνα καὶ ἐπιδημίαι, σημεῖα ποὺ θὰ προκαλοῦν φόβον, καὶ ἄλλα μεγάλα σημεῖα ἀπὸ τὸν οὐρανόν. 12πρὸ δὲ τούτων πάντων ἐπιβαλοῦσιν ἐφ᾿ ὑμᾶς τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ διώξουσι, παραδιδόντες εἰς συναγωγὰς καὶ φυλακάς, ἀγομένους ἐπὶ βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου· 12Ἀλλὰ πρὶν γίνουν ὅλα αὐτά, θὰ σᾶς συλλάβουν καὶ θὰ σᾶς καταδιώξουν καὶ θὰ σᾶς παραδίδουν εἰς τὰς συναγωγάς, διὰ νὰ δικασθῆτε καὶ εἰς τὰς φυλακὰς καὶ θὰ σᾶς ὁδηγοῦν ὡς ὑποδίκους ἐμπρὸς εἰς βασιλεῖς καὶ ἡγεμόνας, μόνον καὶ μόνον ἐπειδὴ πιστεύετε εἰς τὸ ὄνομά μου. 13ἀποβήσεται δὲ ὑμῖν εἰς μαρτύριον. 13Ὅλαι δὲ αὐταὶ αἱ μεγάλαι ταλαιπωρίαι θὰ ἔχουν ὡς τελικὸν ἀποτέλεσμα διὰ σᾶς, νὰ δώσετε τὴν καλὴν μαρτυρίαν δι᾿ ἐμέ, καὶ ἄκομα νὰ κερδήσετε τὴν δόξαν καὶ τὰ βραβεῖα τοῦ μαρτυρίου. 14θέτε οὖν εἰς τὰς καρδίαις ὑμῶν μὴ προμελετᾶν ἀπολογηθῆναι· 14Βάλετε, λοιπόν, αὐτά, μέσα εἰς τὴν καρδιάν σας, ὅτι ἐγὼ τὰ ἐπιτρέπω, ὥστε νὰ μὴ συλλογίζεσθε ἐκ τῶν προτέρων τί θὰ ἀπολογηθῆτε. 15ἐγὼ γὰρ δώσω ὑμῖν στόμα καὶ σοφίαν, ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν οὐδὲ ἀντιστῆναι πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν. 15Διότι ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω πνεῦμα φωτεινὸν καὶ σοφίαν, διὰ νὰ εὑρίσκετε ἀκλόνητα νοήματα καὶ ἐπιχειρήματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἠμποροῦν νὰ ἀντείπουν ἢ νὰ ἀντισταθοῦν ὅλοι οἱ ἀντίπαλοί σας. 16παραδοθήσεσθε δὲ καὶ ὑπὸ γονέων καὶ συγγενῶν καὶ φίλων καὶ ἀδελφῶν, καὶ θανατώσουσιν ἐξ ὑμῶν, 16Θὰ παραδοθῆτε δὲ εἰς τοὺς διώκτας καὶ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς γονεῖς καὶ συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ ἀδελφοὺς καὶ θὰ θανατώσουν μερικοὺς ἀπὸ σᾶς. 17καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· 17Καὶ θὰ μισῆσθε ἀπὸ ὅλους, διότι θὰ πιστεύετε εἰς τὸ ὄνομά μου. 18καὶ θρὶξ ἐκ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν οὐ μὴ ἀπόληται· 18Ἀλλὰ οὔτε μία τρίχα ἀπὸ τὸ κεφάλι σας δὲν θὰ χαθῇ, χωρὶς ὁ Θεὸς νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ, καὶ τοῦτο μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν πνευματικὴν σας ὠφέλειαν καὶ τὴν διάδοσιν τοῦ Εὐαγγελίου. 19ἐν τῇ ὑπομονῇ ὑμῶν κτήσασθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν. 19Μὲ τὴν ὑπομονὴν σας κερδήσατε τὰς ψυχὰς σας διὰ τὴν αἰώνιον ζωήν. Προαγγελία της καταστροφής της Ιερουσαλήμ20ὅταν δὲ ἴδητε κυκλουμένην ὑπὸ στρατοπέδων τὴν Ἱερουσαλήμ, τότε γνῶτε ὅτι ἤγγικεν ἡ ἐρήμωσις αὐτῆς. 20Ὅταν δὲ θὰ ἴδετε τὴν Ἱερουσαλὴμ νὰ περικυκλώνεται ἀπὸ στρατεύματα, τότε μάθετε ὅτι ἔφθασε πλέον ὁ καιρὸς τῆς ἐρημώσεώς της. 21τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη, καὶ οἱ ἐν μέσῳ αὐτῆς ἐκχωρείτωσαν, καὶ οἱ ἐν ταῖς χώραις μὴ εἰσερχέσθωσαν εἰς αὐτήν, 21Τότε ὅσοι θὰ εὑρίσκονται εἰς τὴν Ἰουδαίαν, ἂς φεύγουν εἰς τὰ βουνά, καὶ ὅσοι θὰ εἶναι μέσα εἰς τὴν πόλιν, ἂς φεύγουν ἔξω καὶ μακρυὰ ἀπὸ αὐτήν. Καὶ ὅσοι θὰ εὑρίσκονται εἰς τὴν ὕπαιθρον, νὰ μὴ εἰσέλθουν εἰς τὴν πόλιν. 22ὅτι ἡμέραι ἐκδικήσεως αὗταί εἰσι τοῦ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα. 22Διότι αἱ ἡμέραι αὐταὶ εἶναι ἡμέραι τῆς δικαίας θείας τιμωρίας, ὥστε νὰ ἐκπληρωθοῦν ἔτσι ὅλα ὅσα ἔχουν γραφῆ διὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ Ἰσραηλιτικοὺ λαοῦ καὶ τῆς Ἱερουσαλήμ. 23οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις· ἔσται γὰρ τότε ἀνάγκη μεγάλη ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ὀργὴ τῷ λαῷ τούτῳ, 23Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὰς ἐγκύους καὶ εἰς αὐτάς ποὺ θηλάζουν μικρὰ παιδιά κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας. Διότι θὰ εἶναι θλῖψις καὶ στέρησις μεγάλη εἰς τὴν γῆν, καὶ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων ἐναντίον τοῦ λαοῦ τούτου. . 24καὶ πεσοῦνται στόματι μαχαίρας, καὶ αἰχμαλωτισθήσονται εἰς πάντα τὰ ἔθνη, καὶ Ἱερουσαλὴμ ἔσται πατουμένη ὑπὸ ἐθνῶν ἄχρι οὗ πληρωθῶσι καιροὶ ἐθνῶν. 24Καὶ θὰ πέσουν σφαγμένοι ἀπὸ κοφτερὰ μαχαίρια, ἄλλοι δὲ αἰχμάλωτοι καὶ δοῦλοι θὰ μεταφερθοῦν πρὸς πώλησιν εἰς ὅλα τὰ ἔθνη. Καὶ ἡ Ἱερουσαλὴμ θὰ καταπατῆται ἀπὸ ξένα ἔθνη, ἕως ὅτου συμπληρωθῇ ὁ καιρός ποὺ ὥρισε ὁ Θεός, διὰ τὴν κυριαρχίαν τῶν ἐθνῶν ἐπὶ τῆς Ἱερουσαλήμ. Ο ερχομός του Υιού του Ανθρώπου25Καὶ ἔσται σημεῖα ἐν ἡλίῳ καὶ σελήνῃ καὶ ἄστροις, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς συνοχὴ ἐθνῶν ἐν ἀπορίᾳ ἠχούσης θαλάσσης καὶ σάλου, 25Ὡς πρὸς δὲ τὴν δευτέραν παρουσίαν, θὰ γίνουν πρωτοφανῆ καὶ καταπληκτικὰ φαινόμενα εἰς τὸν ἥλιον καὶ τὴν σελήνην καὶ τὰ ἀστέρια. Εἰς δὲ τὴν γῆν θὰ καταλάβῃ τὰ ἔθνη μεγάλη στενοχωρία καὶ φόβος καὶ ἀμηχανία πολλή, καθὼς τὰ τεράστια ὁρμητικὰ κύματα τῆς θαλάσσης μὲ θόρυβον πολὺν καὶ σάλον θὰ ὁρμοῦν νὰ κατακλύσουν τὴν γῆν. 26ἀποψυχόντων ἀνθρώπων ἀπὸ φόβου καὶ προσδοκίας τῶν ἐπερχομένων τῇ οἰκουμένῃ· αἱ γὰρ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται. 26Οἱ ἄνθρωποι θὰ παραλύουν καὶ θὰ χάνουν τὰς αἰσθήσεις των καὶ θὰ εἶναι σὰν νεκροὶ ἀπὸ τὸν φόβον δι᾿ αὐτά, ποὺ θὰ βλέπουν, καὶ διὰ τὰ ἄλλα μεγάλα κακά, ποὺ θὰ περιμένουν νὰ ἐπιπέσουν ἐναντίον τῆς οἰκουμένης. Διότι αἱ δυνάμεις, ποὺ κρατοῦν τὴν ἁρμονίαν τοῦ σύμπαντος, θὰ σαλευθοῦν καὶ θὰ κλονισθοῦν. 27καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλῃ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς. 27Καὶ τότε θὰ ἰδοῦν τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται ἐπάνω εἰς ὁλόφωτον νεφέλην μὲ δύναμιν καὶ δόξαν πολλήν. 28ἀρχομένων δὲ τούτων γίνεσθαι ἀνακύψατε καὶ ἐπάρατε τὰς κεφαλὰς ὑμῶν, διότι ἐγγίζει ἡ ἀπολύτρωσις ὑμῶν. 28Ὅταν δὲ θὰ ἀρχίσουν αὐτὰ νὰ γίνωνται, σεῖς οἱ πιστοὶ ὀπαδοί μου, σηκωθῆτε ἐπάνω γεμᾶτοι ἐλπίδα καὶ σηκῶστε τὰ κεφάλια σας πρὸς τὸν οὐρανὸν ὄχι μὲ φόβον, ἀλλὰ μὲ χαρὰν καὶ ἐλπίδα, διότι πλησιάζει πλέον ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὰ δεινὰ τῆς παρούσης ζωῆς καὶ ἡ ἔνδοξος σωτηρία σας εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν>. Διαρκής επαφρύπνηση για το τέλος του κόσμου29Καὶ εἶπε παραβολὴν αὐτοῖς· Ἴδετε τὴν συκῆν καὶ πάντα τὰ δένδρα. 29Εἶπε δὲ εἰς αὐτοὺς καὶ μίαν παραβολήν· <παρατηρῆστε τὴν συκιὰ καὶ ὅλα τὰ δένδρα. 30ὅταν προβάλωσιν ἤδη, βλέποντες ἀφ᾿ ἑαυτῶν γινώσκετε ὅτι ἤδη ἐγγὺς τὸ θέρος ἐστίν· 30Ὅταν ἔχουν ἀρχίσει νὰ βγάζουν φύλλα καὶ ἄνθη, μόνοι σας καταλαβαίνετε καὶ γνωρίζετε ὅτι τὸ θέρος εἶναι πλέον κοντά. 31οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ἴδητε ταῦτα γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 31Ἔτσι καὶ σεῖς, ὅταν ἴδετε νὰ γίνωνται αὐτά, ποὺ σᾶς εἶπα, νὰ ξέρετε ὅτι εἶναι κοντὰ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ χαρὰ καὶ ἡ μακαριότης τῶν δικαίων. 32ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη ἕως ἂν πάντα γένηται. 32Σᾶς διαβεβαιώνω δέ, ὅτι ὅσα σᾶς εἶπα διὰ τὴν τρομερὰν καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλήμ, θὰ πραγματοποιηθοῦν ὅλα πρὶν περάσῃ ἡ γενεὰ αὐτῇ. 33ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι. 33Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ποὺ φαίνονται τόσον μόνιμα καὶ ἀσάλευτα, θὰ περάσουν καὶ θὰ λείψουν, οἱ λόγοι μου ὅμως δὲν θὰ περάσουν, ἀλλὰ θὰ πραγματοποιηθοῦν ἕως καὶ τὴν τελευταίαν λεπτομέρειάν των. Προειδοποίηση για τους ανέτοιμους34Προσέχετε δὲ ἑαυτοῖς μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι ἐν κραιπάλῃ καὶ μέθῃ καὶ μερίμναις βιωτικαῖς, καὶ αἰφνίδιος ἐφ᾿ ὑμᾶς ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη· 34Προσέχετε δὲ τοὺς ἑαυτοὺς σας, μήπως γίνουν βαρειὲς οἱ καρδιὲς σας καὶ ἀσυγκίνητες εἰς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν κραιπάλην καὶ ἀπὸ τὴν μέθην καὶ ἀπὸ τὰς βασανιστικὰς φροντίδας τῆς παρούσης ζωῆς. Νὰ εἷσθε ἄγρυπνοι, μήπως τυχὸν καὶ μέσα εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῆς πνευματικῆς χαλαρώσεως καὶ παραζάλης πέσῃ ἐπάνω σας ἄξαφνα ἡ μεγάλη ἐκείνη ἡμέρα τῆς δευτέρας παρουσίας. 35ὡς παγὶς γὰρ ἐπελεύσεται ἐπὶ πάντας τοὺς καθημένους ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς. 35Διότι πράγματι σὰν παγίδα θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη καὶ θὰ συλλάβῃ ἀπροετοιμάστους ὅλους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ξένοιαστοι εἰς τὴν ἁμαρτωλὴν καὶ κοσμικὴν ζωὴν των κάθονται ἐπάνω εἰς τὴν γῆν. 36ἀγρυπνεῖτε οὖν ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα τὰ μέλλοντα γίνεσθαι καὶ σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. 36Νὰ εἷσθε λοιπὸν ἄγρυπνοι καὶ νὰ προσεύχεσθε κάθε ὥραν καὶ στιγμήν, νὰ σᾶς δώσῃ ὁ Θεὸς χάριν καὶ δύναμιν, διὰ νὰ ἀποφύγετε ὅλα αὐτὰ τὰ φοβερά, ποὺ πρόκειται νὰ γίνουν καὶ νὰ σταθῆτε μὲ θάρρος καὶ χαρὰν ἐμπρὸς εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου>. 37Ἦν δὲ τὰς ἡμέρας ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων, τὰς δὲ νύκτας ἐξερχόμενος ηὐλίζετο εἰς τὸ ὄρος τὸ καλούμενον ἐλαιῶν· 37Τὰς ἡμέρας δὲ ἐκείνας ἐδίδασκε ὅπως πρῶτα ὁ Κύριος εἰς τὸ ἱερόν, κατὰ δὲ τὴν νύκτα ἔβγαινεν ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἕμενε εἰς τὸ ὅρος, ποὺ ἐκαλεῖτο <ὅρος τῶν Ἐλαιῶν>. 38καὶ πᾶς ὁ λαὸς ὤρθριζε πρὸς αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ ἀκούειν αὐτοῦ. 38Καὶ ὅλος ὁ λαὸς πρωΐ-πρωΐ ἤρχετο εἰς αὐτὸν μέσα πρὸς τὰς αὐλὰς τοῦ ναοῦ, διὰ νὰ τὸν ἀκούῃ.

Τέλος του ΚΑ΄ κεφαλαίου Κεφάλαιον ΚΒ΄ →
Σελίδα από · στίχοι