Κατὰ Λουκᾶν · ΙΑ΄
Εὐαγγέλιον

Κατὰ Λουκᾶν

Κεφάλαιον ΙΑ΄

Η διδασκαλία του Ιησού για την προσευχή1Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τόπῳ τινὶ προσευχόμενον, ὡς ἐπαύσατο, εἶπέ τις τῶν μαθητῶν αὐτοῦ πρὸς αὐτόν, Κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθὼς καὶ Ἰωάννης ἐδίδαξε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ. 1Ὅταν ὁ Ἰησοῦς εἰς κάποιον τόπον ἔκανε τὴν προσευχὴν του, μόλις ἔπαυσεν, εἶπε ἔνας ἀπὸ τοὺς μαθητὰς του πρὸς αὐτόν· <Κύριε, δίδαξε μας νὰ προσευχώμεθα, ὅπως καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἐδίδαξε τοὺς μαθητὰς του>. 2εἶπε δὲ αὐτοῖς, Ὅταν προσεύχησθε, λέγετε, πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου· ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς· 2Εἶπε δὲ εἰς αὐτούς· <ὅταν προσεύχεσθε νὰ λέγετε· Πατέρα μας, ποὺ εἷσαι πανταχοῦ παρών, ἀλλὰ ἐξαιρετικὰ εἰς τοὺς οὐρανοὺς κάνεις αἰσθητὴν τὴν ἄπειρη παρουσία σου, δῶσε νὰ ἀναγνωρισθῇ ἀπὸ ὅλους ἡ ἁγιότης σου καὶ νὰ δοξάζεται τὸ ὄνομά σου. ῍Ας ἔλθῃ καὶ ἂς ἀπλωθῇ ἡ βασιλεία σου εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὥστε πρόθυμα οἱ ἄνθρωποι, ἀφωσιωμένοι εἰς σέ, νὰ σὲ ἀναγνωρίζουν βασιλέα των· ἂς τηρῆται τὸ θέλημά σου ἐδῶ εἰς τὴν γῆν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ ὅσην προθυμία καὶ χαρὰν ἐκτελεῖται ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους εἰς τὸν οὐρανόν. 3τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δίδου ἡμῖν τὸ καθ’ ἡμέραν· 3Τὸν ἄρτον μας, τὸν ἀπαραίτητον διὰ τὴν συντήρησίν μας, δίδε τὸν εἰς ἡμᾶς κάθε ἡμέραν. 4καὶ ἄφες ἡμῖν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν· καὶ γὰρ αὐτοὶ ἀφίεμεν παντὶ τῷ ὀφείλοντι ἡμῖν· καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ. 4Καὶ συγχώρησε τὰς ἁμαρτίας μας, διότι καὶ ἡμεῖς συγχωροῦμεν κάθε ἕνα, ποὺ ἔφταιξε ἀπέναντί μας, μᾶς ἀδίκησε καὶ μᾶς εἶναι χρεώστης. Καὶ μὴ ἐπιτρέψῃς νὰ πέσωμεν εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ φύλαξέ μας ἀπὸ τὸν πονηρόν>. 5Καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς, Τίς ἐξ ὑμῶν ἕξει φίλον καὶ πορεύσεται πρὸς αὐτὸν μεσονυκτίου καὶ ἐρεῖ αὐτῷ, φίλε, χρῆσόν μοι τρεῖς ἄρτους, 5Καὶ εἶπε πρὸς αὐτοὺς τὴν διδακτικὴν παρομοίωσιν· <ποιὸς ἀπὸ σᾶς θὰ ἔχῃ φίλον καὶ θὰ ὑπάγῃ εἰς αὐτὸν κατὰ τὰ μεσάνυκτα καὶ θὰ τοῦ πῇ: Φίλε, δάνεισέ μου τρία ψωμιά, 6ἐπειδὴ φίλος μου παρεγένετο ἐξ ὁδοῦ πρός με καὶ οὐκ ἔχω ὃ παραθήσω αὐτῷ· 6ἐπειδὴ κάποιος φίλος μου ᾖλθε ἀπὸ ταξίδι εἰς τὸν σπίτι μου καὶ δὲν ἔχω τί νὰ τοῦ βάλω νὰ φάγῃ. 7κἀκεῖνος ἔσωθεν ἀποκριθεὶς εἴπῃ, μή μοι κόπους πάρεχε· ἤδη ἡ θύρα κέκλεισται, καὶ τὰ παιδία μου μετ᾿ ἐμοῦ εἰς τὴν κοίτην εἰσίν· οὐ δύναμαι ἀναστὰς δοῦναί σοι; 7Καὶ ᾿ἐκεῖνος θὰ τοῦ ἀποκριθῇ ἀπὸ μέσα καὶ θὰ πῇ: Μὴ μὲ βάζης σὲ κόπους· τώρα πλέον ἡ πόρτα ἔχει κλεισθῇ καὶ τὰ παιδιά μου εἶναι μαζῆ μου εἰς τὸ στρῶμα καὶ κοιμοῦνται· δὲν ἠμπορῶ νὰ σηκωθῶ καὶ νά σοῦ δώσω; 8λέγω ὑμῖν, εἰ καὶ οὐ δώσει αὐτῷ ἀναστὰς διὰ τὸ εἶναι αὐτοῦ φίλον, διά γε τὴν ἀναίδειαν αὐτοῦ ἐγερθεὶς δώσει αὐτῷ ὅσων χρῄζει. 8Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη δὲν θελήσῃ νὰ σηκωθῇ νὰ τοῦ δώσῃ, μολονότι τὸν εἶχε φίλον, πάντως διὰ τὴν ἀδιακρισίαν του ὅτι εἰς τέτοιαν νυκτερινὴν ὥραν τὸν ἀνησυχεῖ, θὰ σηκωθῇ καὶ θὰ τοῦ δώσῃ ὅσα τοῦ χρειάζονται. 9κἀγὼ ὑμῖν λέγω, αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε· κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν. 9Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω· νὰ ζητῆτε ἀπὸ τὸν πανάγαθον Θεὸν καὶ θὰ σᾶς δοθῇ, νὰ γυρεύετε καὶ θὰ βρῆτε, νὰ κτυπᾶτε τὴν θύραν τῆς θείας ἀγάπης καὶ θὰ σᾶς ἀνοιχθῇ. 10πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιχθήσεται. 10Διότι καθένας ποὺ ζητεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸν λαμβάνει καὶ καθένας ποὺ γυρεύει εὑρίσκει καὶ εἰς ἐκεῖνον ποὺ κτυπᾶ τὴν θύραν τοῦ Θεοῦ, θὰ τοῦ ἀνοιχθῇ αὐτή. 11τίνα δὲ ἐξ ὑμῶν τὸν πατέρα αἰτήσει ὁ υἱὸς ἄρτον, μὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῷ; ἢ καὶ ἰχθύν, μὴ ἀντὶ ἰχθύος ὄφιν ἐπιδώσει αὐτῷ; 11Ποιὸς δὲ πατέρας ἀπὸ σᾶς, ὅταν τὸ παιδὶ τοῦ ζητήσῃ ψωμί, θὰ τοῦ δώσῃ λιθάρι ἢ ὅταν θὰ τοῦ ζητήσῃ ψάρι, μήπως ἀντὶ ψάρι τοῦ δώσῃ φίδι; 12ἢ καὶ ἐὰν αἰτήσει ᾠόν, μὴ ἐπιδώσει αὐτῷ σκορπίον; 12῍Η ἂν τοῦ ζητήσῃ αὐγό, μήπως θὰ τοῦ δώσῃ ἀντὶ αὐγοὺ σκορπιόν; 13εἰ οὖν ὑμεῖς, ὑπάρχοντες πονηροὶ, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσῳ μᾶλλον ὁ πατὴρ ὁ ἐξ οὐρανοῦ δώσει πνεῦμα ἀγαθὸν τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν; 13Ἐάν, λοιπόν, σεῖς μολονότι εἷσθε πονηροί, ξέρετε νὰ δίνετε ὠφέλιμα δῶρα εἰς τὰ παιδιά σας, πόσο μᾶλλον ὁ Πατὴρ ὁ οὐράνιος, θὰ δώσῃ τὸ πανάγαθον Πνεῦμα εἰς ὅσους τὸ ζητοῦν;> (Καὶ ἀφοῦ θὰ δώσῃ τὸ μέγιστον καὶ ὕψιστον, δὲν εἶναι λογικὸν καὶ ὀρθὸν νὰ σκεφθῶμεν ὅτι πολὺ περισσότερον θὰ δώσῃ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, ποῦ εἶναι ἀσυγκρίτως μικροτέρας ἀξίας;). Η εξουσία του Ιησού πάνω στα δαιμόνια14Καὶ ἦν ἐκβάλλων δαιμόνιον, καὶ αὐτὸ ἦν κωφόν· ἐγένετο δὲ τοῦ δαιμονίου ἐξελθόντος ἐλάλησεν ὁ κωφός, καὶ ἐθαύμαζον οἱ ὄχλοι· 14Καὶ συνέβη, τὴν ὥραν ποὺ ὁ Κύριος ἐδιωχνε ἕνα δαιμόνιον, τὸ ὁποῖον εἶχε κάμει κωφὸν καὶ ἄλλαλον τὸν πάσχοντα, ὅταν ἐβγῆκε τὸ δαιμόνιον, ὡμίλησεν ὁ κωφάλαλος καὶ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ ἐθαύμαζαν. 15τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον, Ἐν Βεελζεβοὺλ τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια· 15Μερικοὶ ὅμως ἀπὸ αὐτούς, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ἔλεγαν ὅτι μὲ τὴν συνεργασίαν τοῦ βελζεβούλ, τοῦ ἄρχοντος τῶν δαιμονίων, διώχνει τὰ δαιμόνια. 16ἕτεροι δὲ πειράζοντες σημεῖον παρ᾿ αὐτοῦ ἐζήτουν ἐξ οὐρανοῦ. 16Ἄλλοι δέ, μὲ τὸν σκοπὸν νὰ τὸν πειράξουν καὶ νὰ τὸν παρουσιάσουν εἰς τὸν λαὸν ὅτι τάχα δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ μεγάλα θαύματα, τοῦ ἐζητούσαν σημεῖον μεγάλο ἀπὸ τὸν οὐρανόν, (σὰν τὸ πῦρ ποὺ κατέβασεν ὁ Ἠλίας ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ σὰν τὸ μάννα, ποὺ μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Μωϋσέως ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸν εἰς τοὺς πεινασμένους Ἰσραηλίτας). 17αὐτὸς δὲ εἰδὼς αὐτῶν τὰ διανοήματα εἶπεν αὐτοῖς, Πᾶσα βασιλεία ἐφ᾿ ἑαυτὴν διαμερισθεῖσα, ἐρημοῦται, καὶ οἶκος ἐπὶ οἶκον, πίπτει. 17Αὐτὸς ὅμως, γνωρίζων πολὺ καλὰ τὰς ἐσωτερικὰς των σκέψεις καὶ διαθέσεις, τοὺς εἶπε· <κάθε βασίλειον, ὅταν χωρισθῇ εἰς ἐχθρικὰς παρατάξεις, ποὺ θὰ μάχωνται ἡ μία τὴν ἄλλην, θὰ καταλήξῃ εἰς καταστροφὴν καὶ ἐρήμωσιν, καὶ ὅταν μία οἰκογένεια διαιρεθῇ μὲ ἐχθρικότητα ἐναντίον τοῦ εὐατοῦ της πίπτει καὶ διαλύεται. 18εἰ δὲ καὶ ὁ σατανᾶς ἐφ᾿ ἑαυτὸν διεμερίσθη, πῶς σταθήσεται ἡ βασιλεία αὐτοῦ, ὅτι λέγετε ἐν Βεελζεβοὺλ με ἐκβάλλειν τὰ δαιμόνια; 18Ἐὰν δὲ ὁ σατανᾶς ἔχῃ διαιρεθῇ εἰς παρατάξεις ἐναντίον τοῦ εὐατοῦ του, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ καὶ νὰ μὴ ἐξαφανισθῇ ἡ βασιλεία του; Σας τὰ λέγω αὐτά, διὰ νὰ δειχθῇ πόσον παράλογος εἶναι ὁ ἰσχυρισμὸς σας ὅτι ἐγὼ μὲ τὴν δύναμιν τοῦ βελζεβοὺλ διώχνω τὰ δαιμόνια. 19εἰ δὲ ἐγὼ ἐν Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλω τὰ δαιμόνια, οἱ υἱοὶ ὑμῶν ἐν τίνι ἐκβάλλουσι; διὰ τοῦτο αὐτοὶ κριταὶ ὑμῶν ἔσονται. 19Ἐὰν δὲ ἐγὼ μὲ τὴν συνεργασίαν τοῦ βελζεβοὺλ διώχνω τὰ δαιμόνια, τὰ πνευματικὰ σας τέκνα ποὺ ἐξορκίζουν τὰ δαιμόνια, μὲ τὴν δύναμιν ποίου τὰ βγάζουν; Διὰ τοῦτο αὐτοί ποὺ δὲν τοὺς κατηγορεῖτε δι᾿ αὐτὸ τὸ ἔργον τους, θὰ εἶναι δικασταὶ σας καὶ θὰ σᾶς καταδικάσουν διὰ τὴν διπροσωπίαν σας. 20εἰ δὲ ἐν δακτύλῳ Θεοῦ ἐκβάλλω τὰ δαιμόνια, ἄρα ἔφθασεν ἐφ᾿ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. 20Ἐὰν ὅμως ἐγὼ μὲ τὸν δάκτυλον καὶ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ διώχνω τὰ δαιμόνια, αὐτὸ ἀποδικνύει ὅτι ἔφθασε ἐπάνω σας ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλοίμονό σας δέ, ἐὰν δὲν τὴν δεχθῆτε. 21ὅταν ὁ ἰσχυρὸς καθωπλισμένος φυλάσσῃ τὴν ἑαυτοῦ αὐλήν, ἐν εἰρήνῃ ἐστὶ τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ· 21Ἀκούσατε δὲ καὶ τοῦτο τὸ παράδειγμα· ὅταν ὁ ἰσχυρὸς ἐξωπλισμένος τέλεια φυλάσσῃ τὴν αὐλὴν του, μένουν ἀσφαλισμένα καὶ ἥσυχα τὰ ὑπάρχοντά του. 22ἐπὰν δὲ ὁ ἰσχυρότερος αὐτοῦ ἐπελθὼν νικήσῃ αὐτόν, τὴν πανοπλίαν αὐτοῦ αἴρει, ἐφ᾿ ᾗ ἐπεποίθει, καὶ τὰ σκῦλα αὐτοῦ διαδίδωσιν. 22Ὅταν ὅμως ἔλθῃ ἐναντίον του ὁ ἰσχυρὸς καὶ τὸν νικήσῃ, τοῦ παίρνει τὰ ὅπλα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχε στηρίξη τὴν πεποίθησίν του, καὶ διαμοιράζει σὰν λάφυρα τὰ ὑπάρχοντά του. (Ἔτσι καὶ ἐγώ, σὰν ἀπόλυτα δυνατώτερος ἀπὸ τὸν σατανᾶν τὸν κατανικῶ, ἐλευθερώνω αὐτούς ποὺ σὰν ἰδικὰ του κτήματα τοὺς κρατοῦσε φυλακισμένους εἰς τὴν αὐλὴν του καὶ ἐπὶ πλέον δίνῳ ἐξουσίαν εἰς τοὺς μαθητάς μου νὰ κάνουν τὸ ἴδιο). 23ὁ μὴ ὢν μετ᾿ ἐμοῦ κατ᾿ ἐμοῦ ἐστι, καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ᾿ ἐμοῦ σκορπίζει. 23Κανονίσατε τὴν θέσιν σας· διότι ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶναι μὲ ὅλη του τὴν καρδιά μαζῆ μου, εἶναι ἐναντίον μου. Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ δὲν μαζεύει μαζῆ μὲ ἐμὲ καὶ δὲν ὁδηγεῖ εἰς τὰ λιβάδια τῆς πνευματικῆς τροφῆς τὰ πρόβατά μου, αὐτὸς σὰν αἱμοβόρος λύκος τὰ διασκορπίζει. Η επιστροφή του δαιμονικού πνεύματος24Ὅταν τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, διέρχεται δι᾿ ἀνύδρων τόπων ζητοῦν ἀνάπαυσιν, καὶ μὴ εὑρίσκον λέγει, Ὑποστρέψω εἰς τὸν οἶκόν μου ὅθεν ἐξῆλθον· 24Ὅταν τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα φύγῃ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ὁμοιάζει πρὸς ἐκεῖνον, ποὺ περνάει ἀνάμεσα ἀπὸ κατάξηρους, χωρὶς νερὸ τόπους καὶ μάταια ζητεῖ ἀνάπαυσιν. Καὶ ἐπειδὴ δὲν τὴν εὑρίσκει, λέγει· θὰ ξαναγυρίσω εἰς τὸ σπίτι μου ἀπ᾿ ὅπου ἔφυγα, θὰ ἐπιστρέψω δηλαδὴ εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον μὲ ἔδιωξαν. 25καὶ ἐλθὸν εὑρίσκει σεσαρωμένον καὶ κεκοσμημένον. 25Καὶ ὅταν ἔλθῃ, εὑρίσκει τὸ σπίτι σαρωμένο καὶ στολισμένο, δηλαδή, εὑρίσκει τὸν ἄνθρωπον σχολάζοντα καὶ ράθυμον, χωρὶς πνευματικὴν φροντίδα καὶ ἐργασίαν. 26τότε πορεύεται καὶ παραλαμβάνει ἑπτά ἕτερα πνεύματα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ, καὶ γίνεται τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων. 26Τότε πηγαίνει καὶ παίρνει ἄλλα ἑπτὰ δαιμόνια, πονηρότερα ἀπὸ τὸν εὐατὸν του καί, ἀφοῦ εἰσέλθουν, ἐγκαθίστανται μονίμως πλέον ἐκεῖ καὶ γίνονται τὰ τελευταία τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, χειρότερα ἀπὸ τὰ πρῶτα>. (Ὅσοι ἐλευθερώθηκαν ἀπὸ δαιμόνια ἢ ὅσοι μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐπῆραν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ἐμπήκαν εἰς τὸν δρόμον τῆς σωτηρίας, ἂς προσέξουν νὰ μὴ ἀφήσουν τὴν νέαν ζωὴν τῆς χάριτος, διότι τότε θὰ γίνουν πολὺ χειρότεροι ἀπ᾿ ὅ,τι ἦσαν προηγουμένως). Γενέθλιο της Θεοτόκου27Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ, Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας. 27Ἐνῶ δὲ ἔλεγε αὐτά, κάποια γυναῖκα ἀπὸ τὸ πλῆθος ἐνθουσιασμένη ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν του, ἔβγαλε φωνὴν μεγάλην καὶ εἶπε· <μακαρία ἡ κοιλία ποὺ σὲ ἐβάσταξε καὶ οἱ μαστοί, τοὺς ὁποίους ἐθήλασες. Μακαρία ἡ μητέρα, ποὺ σὲ ἐγέννησε καὶ σὲ ἔθρεψε>. 28αὐτὸς δὲ εἶπε, Μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν. 28Καὶ αὐτὸς εἶπε· <βεβαίως μακαρία εἶναι ἡ μητέρα μου, ἀλλὰ ἐπίσης μακάριοι εἶναι ὅλοι ὅσοι ἀκούουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν φυλάσσουν>. Το σημάδι του Ιωνά29Τῶν δὲ ὄχλων ἐπαθροιζομένων ἤρξατο λέγειν, Ἡ γενεὰ αὕτη γενεὰ πονηρά ἐστι· σημεῖον ζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰ μὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου. 29Καὶ καθὼς τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ ἐμαζεύοντο πυκνὰ γύρῳ του, αὐτὸς ἤρχισε νὰ λέγῃ· <αὐτῇ ἡ γενεά, εἶναι γενεὰ πονηρά· ζητεῖ σημεῖον ἀπὸ τὸν οὐρανόν, τάχα διὰ νὰ πιστεύσῃ, καὶ δὲν θὰ τῆς δοθῇ ἄλλο, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ θαῦμα Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου. 30καθὼς γὰρ ἐγένετο Ἰωνᾶς σημεῖον τοῖς Νινευῒταις, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου τῇ γενεᾷ ταύτῃ σημεῖον. 30Διότι ὅπως ὁ Ἰωνᾶς μὲ τὸ νὰ βγῇ σῶος ἀπὸ τὴν κοιλίαν τοῦ κήτους, ἔγινε εἰς τοὺς Νινευΐτας ὑπερφυσικὸν σημεῖον, διὰ νὰ μετανοήσουν ἔτσι θὰ γίνῃ καὶ διὰ τὴν γενεὰν αὐτὴν σημεῖον μοναδικὸν καὶ μέγιστον ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασίν του, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβεβαιώσῃ ὅτι αὐτὸς πράγματι εἶναι ὁ λυτρωτὴς τῶν ἀνθρώπων. 31βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῶν ἀνδρῶν τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινεῖ αὐτούς, ὅτι ἦλθεν ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς ἀκοῦσαι τὴν σοφίαν Σολομῶντος, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶντος ὧδε. 31Ἡ δὲ εἰδωλολάτρις βασίλισσα τῆς Ἀραβίας θὰ ἀναστηθῇ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς μεγάλης ἐκείνης κρίσεως μαζῆ μὲ τοὺς ἀνθρώπους τῆς γενεᾶς αὐτῆς καὶ θὰ τοὺς καταδικάσῃ· διότι αὐτῇ, ἡ εἰδωλολάτρις, ἐξεκίνησε ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς, διὰ νὰ ἀκούσῃ τὴν σοφίαν τοῦ Σολομῶντος· καὶ ἰδού, ἐδῶ ὑπάρχει ἀσυγκρίτως περισσότερον ἀπὸ τὸν Σολομῶντα, ἀφοῦ ἐγὼ δὲν εἷμαι ἁπλῶς θεόπνευστος ἢ σοφός, ὅπως ἐκεῖνος, ἀλλὰ αὐτή αὕτη ἡ ἐνσάρκωσις τῆς θείας Σοφίας. 32ἄνδρες Νινευῒ ἀναστήσονται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινοῦσιν αὐτήν, ὅτι μετενόησαν εἰς τὸ κήρυγμα Ἰωνᾶ, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε. 32Ἄνδρες τῆς Νινευΐ θὰ ἀναστηθοῦν κατὰ τὴν μεγάλην ἐκείνην κρίσιν μαζῆ μὲ τὴν γενεὰν αὐτὴν καὶ θὰ τὴν καταδικάσουν, διότι ἐκεῖνοι μὲν μετενόησαν μὲ τὸ κήρυγμα ἑνὸς ἁπλοῦ προφήτου, τοῦ Ἰωνᾶ. Καὶ ἰδού, ὑπάρχει ἐδῶ κάτι ἀσυγκρίτως ἀνώτερον ἀπὸ τὸν Ἰωνᾶ, ἐγώ,ὁ σαρκωθεὶς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅμως ἡ γενεὰ αὐτῇ δὲν μετανοεῖ εἰς τὸν κήρυγμά μου. Το λυχνάρι του σώματος33Οὐδεὶς δὲ λύχνον ἅψας εἰς κρύπτην τίθησιν οὐδὲ ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, ἵνα οἱ εἰσπορευόμενοι τὸ φῶς βλέπωσιν. 33Ἐγὼ σκορπίζω τὸ φῶς τῆς ἀληθείας παντοῦ. Κανεὶς δέ, ἀφοῦ ἀνάψῃ τὸν λύχνον δὲν τὸν βάζει κάτω ἀπὸ τὸν κάδον, ἀλλὰ ἐπάνω εἰς τὸν λυχνοστάτην, διὰ νὰ βλέπουν τὸ φῶς ὅσοι εἰσέρχονται εἰς τὸ σπίτι. 34ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ὅταν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, καὶ ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἐστιν· ἐπὰν δὲ πονηρὸς ᾖ, καὶ τὸ σῶμά σου σκοτεινόν. 34Ὁ λύχνος, ποὺ φωτίζει τὸ σῶμα, εἶναι τὸ μάτι· ὅταν λοιπὸν τὸ μάτι εἶναι γερὸ καὶ καθαρό, ὅλον τὸ σῶμα θὰ εἶναι μέσα εἰς τὸ φῶς. Ὅταν ὅμως εἶναι ἄρρωστο καὶ βλαμμένο καὶ τὸ σῶμα θὰ εἶναι μέσα στὸ σκοτάδι. 35σκόπει οὖν μὴ τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστίν. 35Πρόσεχε λοιπόν, μήπως τὸ φῶς, ποὺ ἔχει βάλει ὁ Θεὸς μέσα σου, δηλαδὴ τὸ λογικὸν καὶ ἡ συνείδησις, εἶναι σκοτάδι. (Διότι τότε ὅσον φῶς καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἔξω, ὅσας ὑψηλὰς διδασκαλίας καὶ ἂν ἀκούσης, δὲν θὰ φωτισθῇς). 36εἰ οὖν τὸ σῶμά σου ὅλον φωτεινόν, μὴ ἔχον τι μέρος σκοτεινόν, ἔσται φωτεινὸν ὅλον ὡς ὅταν ὁ λύχνος τῇ ἀστραπῇ φωτίζῃ σε. 36Ἐὰν λοιπὸν τὸ σῶμα σου εἶναι φωτεινόν, χωρὶς νὰ ἔχῃ κανένα ἀπόκρυφον καὶ σκοτεινὸν μέρος, θὰ εἶναι ὅλο φῶς, ὅπως ὅταν ὁ λύχνος μὲ τὴν λάμψιν του σὲ φωτίζῃ>. (Ὅταν ἡ ψυχὴ καὶ ἡ συνείδησις δὲν σκοτίζεται ἀπὸ τὰ πάθη, τότε θὰ εἶναι γεμάτη φῶς Χριστοῦ). Ο Ιησούς κατακεραυνώνει τους Φαρισαίους και τους νομοδιδασκάλους37Ἐν δὲ τῷ λαλῆσαι αὐτὸν ταῦτα ἠρώτα αὐτὸν Φαρισαῖός τις ὅπως ἀριστήσῃ παρ᾿ αὐτῷ· εἰσελθὼν δὲ ἀνέπεσεν. 37Ἐνῶ δὲ εἶπε αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, κάποιος Φαρισαῖος τὸν παρακαλοῦσε νὰ γευματίση εἰς τὸ σπίτι του. Καὶ ὁ Κύριος, ὅταν ἐμπῆκε εἰς τὸ σπίτι ἐκάθισεν εἰς τὴν τράπεζαν τοῦ φαγητοῦ, χωρὶς προηγουμένως νὰ πλυθῇ, ὅπως ἐσυνήθιζαν, διὰ λόγους τάχα θρησκευτικούς, οἱ Φαρισαῖοι. 38ὁ δὲ Φαρισαῖος ἰδὼν ἐθαύμασεν ὅτι οὐ πρῶτον ἐβαπτίσθη πρὸ τοῦ ἀρίστου. 38Ὁ Φαρισαῖος ὅμως, ὅταν εἶδεν αὐτό, ἐξεπλάγη, διότι ὁ Ἰησοῦς δὲν ἔπλυνε τὰ χέρια του πρὸ τοῦ φαγητοῦ. 39εἶπε δὲ ὁ Κύριος πρὸς αὐτόν, Νῦν ὑμεῖς οἱ Φαρισαῖοι τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τοῦ πίνακος καθαρίζετε, τὸ δὲ ἔσωθεν ὑμῶν γέμει ἁρπαγῆς καὶ πονηρίας. 39Εἶπε δὲ ὁ Κύριος πρὸς αὐτόν· <σεῖς οἱ Φαρισαῖοι καθαρίζετε τώρα τὴν ἐξωτερικὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ποτηρίου καὶ τοῦ πιάτου, τὸ δὲ ἐσωτερικὸν σας εἶναι γεμᾶτο ἀπὸ ἁρπαγὴν καὶ κακίαν. Τηρεῖτε τοὺς ἐξωτερικοὺς μόνον τύπους, διὰ νὰ φαίνεσθε εὐσεβεῖς, πλύνετε τὸ σῶμα σας καὶ τὰ χέρια σας, ἀλλὰ ἀφίνετε τὴν ψυχὴν σας ἐμπαθῆ καὶ ἀκάθαρτον. 40ἄφρονες! οὐχ ὁ ποιήσας τὸ ἔξωθεν καὶ τὸ ἔσωθεν ἐποίησεν; 40Ἀνόητοι! Ὁ Θεός ποὺ ἔκαμε τὸ ἀπ᾿ ἔξω, δηλαδὴ τὸ σῶμα, ὁ ἴδιος δὲν ἔκαμε καὶ τὸ ἀπὸ μέσα, δηλαδὴ τὴν ψυχήν; Πὼς τὸ μὲν σῶμα προσπαθεῖτε νὰ τὸ κρατῆτε καθαρόν, τὸ δὲ σπουδαιότερον, τὴν ψυχὴν σας, τὴν ἀφίνετε ἀκάθαρτον, ἀφοῦ καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο εἶναι ἔργα τοῦ Θεοῦ; 41πλὴν τὰ ἐνόντα δότε ἐλεημοσύνην, καὶ ἰδοὺ ἅπαντα καθαρὰ ὑμῖν ἔσται. 41Πλὴν ὅμως δῶστε τὰ ὑπάρχοντά σας ἐλεημοσύνην καὶ ἰδοὺ ὅλα θὰ σᾶς γίνουν καθαρὰ καὶ τὸ φάγητον, τὸ ὁποῖον θὰ τρώγετε, ἔστω καὶ ἂν προηγουμένως δὲν πλυθῆτε. 42ἀλλ᾿ οὐαὶ ὑμῖν τοῖς Φαρισαίοις, ὅτι ἀποδεκατοῦτε τὸ ἡδύοσμον καὶ τὸ πήγανον καὶ πᾶν λάχανον, καὶ παρέρχεσθε τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ· ταῦτα δὲ ἔδει ποιῆσαι, κἀκεῖνα μὴ ἀφιέναι. 42Ἀλλὰ ἀλλοίμονον εἰς σᾶς τοὺς Φαρισαίους, διότι δίδετε εἰς τὸν ναὸν τὸ δέκατον, ἀπὸ τὸν δυόσμο καὶ ἀπὸ τὸ ἀπήγανο καὶ ἀπὸ κάθε λάχανο, τηρεῖτε δηλαδὴ ἐπουσιώδεις λεπτομερείας καὶ προσπερνᾶτε μὲ ἀδιαφορίαν τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν Θεόν. Αὐτὰ ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ ἐφαρμόσετε καὶ ἐκεῖνα τὰ ἄλλα νὰ μὴ τὰ ἀφίνετε. 43οὐαὶ ὑμῖν τοῖς Φαρισαίοις, ὅτι ἀγαπᾶτε τὴν πρωτοκαθεδρίαν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ τοὺς ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς. 43Ἀλλοίμονο εἰς σᾶς τοὺς Φαρισαίους, διότι ἀγαπᾶτε καὶ ἐπιδιώκετε τὰ πρῶτα καθίσματα εἰς τὰς συναγωγὰς καὶ τοὺς χαιρετισμοὺς καὶ τὸν σεβασμὸν τῶν ἀνθρώπων εἰς τὰς ἀγοράς. 44οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι ἐστὲ ὡς τὰ μνημεῖα τὰ ἄδηλα, καὶ οἱ ἄνθρωποι περιπατοῦντες ἐπάνω οὐκ οἴδασιν. 44Ἀλλοίμονό σας γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, διότι εἷσθε σὰν τὰ μνημεῖα, ποὺ δὲν φαίνονται, καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ περιπατοῦν ἐπάνω εἰς αὐτὰ δὲν γνωρίζουν τοῦτο καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλουν μολύνονται, σύμφωνα μὲ ἐκεῖνα ποὺ γράφει ὁ νόμος. Ἔτσι καὶ σεῖς κρύπτετε μὲ τὴν ὑποκρισίαν τὴν κακίαν σας, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀνύποπτοι σᾶς πλησιάζουν μολύνονται καὶ βλάπτονται>. 45Ἀποκριθεὶς δέ τις τῶν νομικῶν λέγει αὐτῷ, Διδάσκαλε, ταῦτα λέγων καὶ ἡμᾶς ὑβρίζεις. 45Ἔλαβε τότε τὸν λόγον κάποιος ἀπὸ τοὺς νομικούς, τοὺς γνώστας τοῦ Μωσαϊκοὺ Νόμου καὶ τοῦ εἶπε· <διδάσκαλε, μὲ αὐτά ποὺ λέγεις, ὑβρίζεις καὶ ἡμᾶς τοὺς νομικούς>. 46ὁ δὲ εἶπε, Καὶ ὑμῖν τοῖς νομικοῖς οὐαί, ὅτι φορτίζετε τοὺς ἀνθρώπους φορτία δυσβάστακτα, καὶ αὐτοὶ ἑνὶ τῶν δακτύλων ὑμῶν οὐ προσψαύετε τοῖς φορτίοις. 46Ἐκεῖνος δὲ εἶπε· <καὶ εἰς σας τοὺς νομικοὺς ἀλλοίμομον, διότι φορτώνετε τοὺς ἀνθρώπους μὲ βαρειὰ καὶ δυσκολοβάστακτα φορτία, ἐνῶ σεῖς οἱ ἴδιοι οὔτε μὲ ἕνα ἀπὸ τὰ δάκτυλα σας δὲν ἐγγίζετε τὰ φορτία αὐτά.(Ἔχετε δηλαδὴ ἐπινοήσει βαρειὲς ἐντολὲς διὰ τοὺς ἄλλους, ποὺ δέν τὶς λέγει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ καὶ σεῖς βρίσκετε τρόπους νὰ μή τὶς τηρῆτε). 47οὐαὶ ὑμῖν, ὅτι οἰκοδομεῖτε τὰ μνημεῖα τῶν προφητῶν, οἱ δὲ πατέρες ὑμῶν ἀπέκτειναν αὐτούς. 47Ἀλλοίμονό σας, διότι κτίζετε τὰ μνημεῖα τῶν προφητῶν, τάχα ἀπὸ σεβασμὸν δι᾿ αὐτούς, ἐνῶ κατὰ βάθος ἔχετε τὰς ἰδίας φονικὰς διαθέσεις, ποὺ εἴχαν οἱ πρόγονοι σας, οἱ ὁποῖοι ἐφόνευσαν τοὺς προφήτας. 48ἄρα μαρτυρεῖτε συνευδοκεῖτε τοῖς ἔργοις τῶν πατέρων ὑμῶν, ὅτι αὐτοὶ μὲν ἀπέκτειναν αὐτοὺς, ὑμεῖς δὲ οἰκοδομεῖτε αὐτῶν τὰ μνημεῖα. 48Ἐπομένως ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος μαρτυρεῖτε καὶ ἐβιβεβαιώνετε ὅτι οἱ προφῆται, καθὸ ἀπεσταλμένοι τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἄξιοι παντὸς σεβασμοῦ, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος μὲ τὴν διάθεσιν καὶ τὰς πράξεις σας συμφωνεῖτε καὶ ἐγκρίνετε τὰ ἔργα τῶν πατέρων σας. Διότι αὐτοὶ μὲν ἐφόνευσαν τοὺς προφήτας σεῖς δὲ κτίζετε τιμητικῶς τὰ μνημεῖα των. 49διὰ τοῦτο καὶ ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ εἶπεν, Ἀποστελῶ εἰς αὐτοὺς προφήτας καὶ ἀποστόλους, καὶ ἐξ αὐτῶν ἀποκτενοῦσι καὶ ἐκδιώξουσιν, 49Ἐπειδὴ ὅμως ἔχετε τὰς ἰδίας πονηρὰς διαθέσεις μὲ τοὺς πατέρας σας, διὰ τοῦτο εἶπεν ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ ἐγώ· θὰ στείλω εἰς αὐτοὺς προφήτας καὶ ἀποστόλους, νὰ ἀκούσουν διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὴν ἀλήθειαν, μήπως καὶ μετανοήσουν. Ἀλλὰ αὐτοὶ ἀμετανόητοι καὶ ἐσκληρυμμένοι εἰς τὴν κακίαν των, ἄλλους μὲν ἀπὸ αὐτοὺς θὰ φονεύσουν καὶ ἄλλους θὰ καταδιώξουν, 50ἵνα ἐκζητηθῇ τὸ αἷμα πάντων τῶν προφητῶν τὸ ἐκκεχυνόμενον ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης, 50διὰ νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τὴν γενεὰν αὐτὴν εὐθήνη καὶ νὰ ἐπιβληθῇ τιμωρία διὰ τὸ αἷμα ὅλων τῶν προφητῶν, ποὺ χύνεται ἀπὸ καταβολῆς κόσμου μέχρι σήμερα. 51ἀπὸ τοῦ αἵματος Ἅβελ ἕως τοῦ αἵματος Ζαχαρίου τοῦ ἀπολομένου μεταξὺ τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τοῦ οἴκου· ναί, λέγω ὑμῖν, ἐκζητηθήσεται ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης. 51Ἀπὸ τὸ αἷμα δηλαδὴ τοῦ ἀθώου Ἄβελ ἕως τὸ αἷμα τοῦ Ζαχαρίου ποὺ ἐφονεύθη μεταξὺ τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τοῦ ναοῦ. Ναί, σας βεβαιώνω, ὅτι δι᾿ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα θὰ ζητηθῇ εὐθύνῃ ἀπὸ τὴν γενεὰν αὐτήν. 52οὐαὶ ὑμῖν τοῖς νομικοῖς, ὅτι ἤρατε τὴν κλεῖδα τῆς γνώσεως· αὐτοὶ οὐκ εἰσήλθετε, καὶ τοὺς εἰσερχομένους ἐκωλύσατε. 52Ἀλλοίμονον εἰς σᾶς τοὺς νομικούς, διότι ἀφαιρέσατε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τὸ κλειδὶ τῆς γνώσεως, τοὺς ἐσκοτίσατε δηλαδὴ τὸν νοῦν μὲ τὰς ψευδεῖς διδασκαλίας σας καὶ τοὺς ἐπήρατε τὸ μέσον, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἐγνώριζαν τὴν ἀλήθειαν καὶ θὰ ἐπροχωροῦσαν τὸν δρόμον τῆς σωτηρίας. Ἔτσι καὶ σεῖς δὲν εἰσήλθατε εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐκείνους ποὺ ἤθελαν νὰ εἰσέλθουν τοὺς ἐμποδίσατε>. 53λέγοντος δὲ αὐτοῦ πρὸς αὐτοὺς πάντα ταύτα ἤρξαντο οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι δεινῶς ἐνέχειν καὶ ἀποστοματίζειν αὐτὸν περὶ πλειόνων, 53Ἐνῶ δὲ ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἔλεγε αὐτά, ἤρχισαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι νὰ κυριεύωνται ἐσωτερικῶς ἀπὸ πικρὰν ὀργὴν καὶ ἐμπάθειαν ἐναντίον του καὶ νὰ ζητοῦν ὅλοι μαζῆ ἀπὸ αὐτὸν ἀμέσως καὶ ἐκ τοῦ προχείρου ἀπαντήσεις διὰ πολλὰ ζητήματα τοῦ νόμου. 54ἐνεδρεύοντες αὐτὸν, ζητοῦντες θηρεῦσαί τι ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ. 54Καὶ τοῦ ἔστηναν ἔτσι παγίδα καὶ τὸν παραμόνευαν προσπαθοῦντες κάτι μὲ δόλιον τρόπον νὰ ἁρπάξουν ἀπὸ τὸ στόμα του, ποὺ δὲν θὰ ἧτο σύμφωνο μὲ τὸν νόμον, διὰ νὰ ἔχουν κατόπιν ἀφορμὴ νὰ τὸν κατηγορήσουν.

Τέλος του ΙΑ΄ κεφαλαίου Κεφάλαιον ΙΒ΄ →
Σελίδα από · στίχοι