Κατὰ Λουκᾶν · ΙΖ΄
Εὐαγγέλιον

Κατὰ Λουκᾶν

Κεφάλαιον ΙΖ΄

Προτροπές του Ιησού στους μαθητές του1Ἔλεγε δὲ καὶ πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ, Ἀνένδεκτόν ἐστι τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα· οὐαὶ δὲ δι᾿ οὗ ἔρχεται. 1Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς μαθητὰς του ὁ Κύριος· <εἶναι ἀδύνατον μέσα εἰς τὸν διεφθαρμένον καὶ πονηρὸν αὐτὸν κόσμον, νὰ μὴν ἔλθουν τὰ σκάνδαλα καὶ οἱ πειρασμοί. Ἀλλοίμονον ὅμως εἰς ἐκεῖνον, διὰ τοῦ ὁποίου ἔρχεται τὸ σκάνδαλον καὶ σκοντάπτει ὁ ἀδύνατος εἰς τὸν δρόμον του. 2λυσιτελεῖ αὐτῷ εἰ λίθος μυλικὸς περίκειται περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ ἔρριπται εἰς τὴν θάλασσαν, ἢ ἵνα σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων. 2Εἶναι προτιμότερον δι᾿ αὐτὸν νὰ κρεμασθῇ γύρῳ ἀπὸ τὸν λαιμὸν του μυλόπετρα καὶ νὰ ἔχῃ ριφθῇ εἰς τὴν θάλασσαν, παρὰ νὰ σκανδαλίσῃ ἕνα ἀπὸ τοὺς ταπεινοὺς αὐτοὺς καὶ ἁπλοϊκοὺς ποὺ πιστεύουν εἰς ἐμέ. 3προσέχετε ἑαυτοῖς. ἐὰν ἁμάρτῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ἐπιτίμησον αὐτῷ· καὶ ἐὰν μετανοήσῃ, ἄφες αὐτῷ· 3Προσέχετε εἰς τοὺς ἑαυτοὺς σας. Ἐὰν φταίξῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ἐπίπληξέ τον μὲ ἀδελφικὴν ἀγάπην. Καὶ ἂν μετανοήσῃ, συγχώρησέ του τὸ φταίξιμο. 4καὶ ἐὰν ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἁμάρτῃ εἰς σὲ καὶ ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἐπιστρέψῃ πρὸς σὲ λέγων, μετανοῶ, ἀφήσεις αὐτῷ. 4Καὶ ἐὰν ἑπτὰ φορὲς τὴν ἡμέραν σοῦ φταίξῃ καὶ ἑπτὰ φορὲς ἐπιστρέψῃ καί σοῦ πῇ <μετανοῶ>, ἔχεις καθῆκον νὰ τὸν συγχωρήσῃς>. 5Καὶ εἶπον οἱ ἀπόστολοι τῷ Κυρίῳ, Πρόσθες ἡμῖν πίστιν. 5Καὶ εἶπαν οἱ Ἀπόστολοι πρὸς τὸν Κύριον· <Κύριε πρόσθεσεν εἰς ἡμᾶς πίστιν, ὥστε καὶ τὰ σκάνδαλα νὰ ὑπερνικῶμεν καὶ μὲ ὅλην μας τὴν καρδίαν τοὺς ἀδελφοὺς μας νὰ συγχωροῦμεν>. 6εἶπε δὲ ὁ Κύριος, Εἰ ἔχετε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐλέγετε ἂν τῇ συκαμίνῳ ταύτῃ, ἐκριζώθητι καὶ φυτεύθητι ἐν τῇ θαλάσσῃ, καὶ ὑπήκουσεν ἂν ὑμῖν. 6Εἶπε δὲ ὁ Κύριος· <ἐὰν ἔχετε πίστιν θερμὴν καὶ δραστικὴν σὰν τὸν σπόρον τοῦ σιναπιοῦ, θὰ ἐλέγατε εἰς τὴν συκαμινιὰ αὐτήν: Ξερριζώσου καὶ πήγαινε νὰ φυτευθῇς μέσα εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ θὰ σᾶς ὑπήκουε. 7Τίς δὲ ἐξ ὑμῶν δοῦλον ἔχων ἀροτριῶντα ἢ ποιμαίνοντα, ὃς εἰσελθόντι ἐκ τοῦ ἀγροῦ ἐρεῖ, εὐθέως παρελθὼν ἀνάπεσε, 7Ἐὰν δὲ καὶ τέτοια θαύματα πραγματοποιήσετε, μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἷσθε δοῦλοι τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ὑπερηφανευθῆτε· διότι ποιὸς ἀπὸ σᾶς ποὺ ἔχει ἕνα δοῦλον καὶ ὀργώνει τὸ χωράφι ἢ βόσκει τὰ πρόβατα, ὅταν αὐτὸς ὁ δοῦλος ἐπιστρέψῃ ἀπὸ τὸ χωράφι εἰς τὸ σπίτι, ποιός ποτὲ κύριος θὰ τοῦ πῇ: Πέρασε ἀμέσως καὶ κάθισε νὰ φᾶς; 8ἀλλ᾿ οὐχὶ ἐρεῖ αὐτῷ, ἑτοίμασον τί δειπνήσω, καὶ περιζωσάμενος διακόνει μοι ἕως φάγω καὶ πίω, καὶ μετὰ ταῦτα φάγεσαι καὶ πίεσαι σύ; 8Ἀλλὰ θὰ τοῦ πῇ τοῦτο: Ἐτοίμασέ μου τὸ φάγητον νὰ δειπνήσω καὶ ζώσου νὰ μὲ ὑπηρετῇς, ἕως ὅτου φάγω καὶ πίω· καὶ ἔπειτα φάγε καὶ πιέ ἐσύ. 9μὴ χάριν ἔχει τῷ δούλῳ ἐκείνῳ ὅτι ἐποίησε τὰ διαταχθέντα; οὐ δοκῶ. 9Μήπως ὁ κύριος αὐτὸς θὰ χρεωστῇ εὐγνωμοσύνην εἰς ἐκεῖνον τὸν δοῦλον, διότι ἔκαμεν ὅσα τὸν διέταξε; Δὲν τὸ νομίζω. 10οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν. 10Ἔτσι καὶ σεῖς, καὶ ὅταν ἄκομα ἐκτελέσατε ὅλα ὅσα σας διέταξεν ὁ Θεός, πρέπει νὰ λέγετε ὅτι εἵμεθα ἄχρηστοι δοῦλοι, διότι ἁπλῶς ἐκάμαμεν ὅ,τι εἴχαμεν χρέος νὰ κάμωμεν. Η θεραπεία των δέκα λεπρών11Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ αὐτὸς διήρχετο διὰ μέσου Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας. 11Καὶ ἐνῶ ἐβάδιζεν αὐτὸς πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ, ἐπέρασε ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ σύνορα Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας. 12καὶ εἰσερχομένου αὐτοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, 12Καὶ καθὼς εἰσήρχετο εἰς ἕνα χωριό, τὸ ἀπήντησαν δέκα λεπροί, οἱ ὁποῖοι ἐστάθηκαν ἀπὸ μακρυά, διότι ὁ μωσαϊκὸς νόμος διέτασσε νὰ μὴ πλησιάζουν ποτὲ οἱ λεπροὶ τοὺς ὑγιεῖς. 13καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες, Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. 13Καὶ αὐτοὶ ἐφώναξαν δυνατὰ καὶ εἶπαν: <Ἰησοῦ διδάσκαλε, σπλαγχνίσου μας, ἐλέησέ μας, δὸς μας τὴν ὑγείαν μας>. 14καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς, Πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. 14Καὶ ὅταν τοὺς εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· <πηγαίνετε καὶ δείξετε τὸ σῶμα σας εἰς τοὺς ἱερεῖς, διὰ νὰ βεβαιώσουν αὐτοὶ ἐπισήμως τὴν θεραπείαν σας>. Καὶ καθὼς ἐπήγαιναν ἐκαθαρίσθησαν ἀπὸ τὴν λέπραν. 15εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, 15Ἔνας δὲ ἀπὸ αὐτούς, ὅταν εἶδεν ὅτι ἐθεραπεύθη, ἐπέστρεψε δοξάζων καὶ εὐχαριστῶν τὸν Θεὸν μὲ μεγάλην φωνήν. 16καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. 16Καὶ ἔπεσε μὲ τὸ πρόσωπον κατὰ γῆς κοντὰ εἰς τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ, εὐχαριστῶν αὐτὸν ἐκ βάθους ψυχῆς. Καὶ αὐτὸς ἧτο Σαμαρείτης. 17ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν, Οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; 17Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· <δὲν ἐκαθαρίσθησαν καὶ οἱ δέκα; Οἱ ἄλλοι ἐννέα ποῦ εἶναι; 18οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; 18Δὲν ἐθεώρησαν καθῆκον των νὰ ἐπιστρέψουν καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Θεόν, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ δὲν εἶναι Ἰουδαῖος, ἀλλὰ κατάγεται ἀπὸ ἄλλο γένος;> 19καὶ εἶπεν αὐτῷ, Ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. 19Καὶ εἶπεν εἰς αὐτόν· <σήκω καὶ πήγαινε, ἡ πίστις σου ἐκτός ἀπὸ τὴν θεραπείαν τού σώματος, σοῦ ἔχει δώσει καὶ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς σου>. (Ἡ εὐγνωμοσύνη μας πρὸς τὸν Θεὸν μᾶς κάνει ἀξίους ἀκόμη μεγαλυτέρων δωρεῶν ἐκ μέρους του). Ο ερχομός της βασιλείας20Ἐπερωτηθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν Φαρισαίων πότε ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀπεκρίθη αὐτοῖς καὶ εἶπεν, Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως, 20Ὅταν δὲ κάποιος ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους τὸν ἠρώτησε, πότε ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀπεκρίθη εἰς αὐτοὺς καὶ εἶπεν· <ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν ἔρχεται μὲ ἐξωτερικὴν πομπὴν καὶ ἐντυπωσιακὰ γεγονότα, ὥστε νὰ προκαλῇ τὴν προσοχὴν καὶ παρατήρησιν τῶν ἀνθρώπων. 21οὐδὲ ἐροῦσιν ἰδοὺ ὧδε ἤ ἰδοὺ ἐκεῖ· ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν. 21Οὔτε ὅταν ἔλθῃ θὰ εἴπουν οἱ ἄνθρωποι: Ἰδοὺ ἐδῶ εἶναι ἢ ἰδοὺ ἐκεῖ εἶναι. Διότι εἰς τὴν πραγματικότητα ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εὑρίσκεται μεταξὺ σας, ἐφ᾿ ὅσον ἐγώ, ὁ Μεσσίας καὶ ἀρχηγὸς τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, εὑρίσκομαι ἐνώπιόν σας. Καὶ ὅμως σεῖς δὲν τὸ ἔχετε ἀντιληφθῇ>. 22Εἶπε δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς, Ἐλεύσονται ἡμέραι ὅτε ἐπιθυμήσετε μίαν τῶν ἡμερῶν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἰδεῖν, καὶ οὐκ ὄψεσθε. 22Εἶπε δὲ πρὸς τοὺς μαθητὰς του· <θὰ ἔλθουν ἡμέραι, ποὺ θὰ ἐπιθυμήσετε νὰ ἰδῆτε, διὰ νὰ πάρετε θάρρος καὶ ἐνίσχυσιν εἰς τὸν ἀγῶνα σας, μίαν ἀπὸ τὰς ἡμέρας τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ δὲν θὰ ἴδετε, διότι ἐγὼ θὰ ἔχω φύγει καὶ δὲν θὰ εἷμαι κατὰ ἕνα τρόπον αἰσθητὸν μαζῆ σας. 23καὶ ἐροῦσιν ὑμῖν, ἰδοὺ ὧδε, ἰδοὺ ἐκεῖ· μὴ ἀπέλθητε μηδὲ διώξητε. 23Καὶ θὰ σᾶς ποῦν τότε: Ἰδοὺ ἐδῶ εἶναι ὁ Χριστός, ἰδοὺ ἐκεῖ εἶναι ὁ Χριστός. Μὴν πᾶτε καὶ μὴν ἀκολουθήσετε αὐτόν, ποὺ θὰ σᾶς φέρῃ τὴν ψευδῆ αὐτὴν πληροφορίαν. 24ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἀστράπτουσα ἐκ τῆς ὑπ’ οὐρανὸν λάμπει, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ ἡμέρᾳ αὐτοῦ. 24Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ ἔλθῃ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐνδόξου αὐτοῦ δευτέρας παρουσίας, θὰ ἔλθῃ ὅμως τότε ὁλοφάνερα, ἀλλὰ καὶ ἔξαφνα, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἀστραπὴ φαίνεται ἔξαφνα καὶ ἀστράφτει ἀπὸ κάποιαν περιοχὴν τοῦ οὐρανοῦ, λάμπει δὲ καὶ φωτίζει ὅλην τὴν ἔκτασιν κάτω ἀπὸ τὸν οὐρανόν. 25πρῶτον δὲ δεῖ αὐτὸν πολλὰ παθεῖν καὶ ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης. 25Πρὶν ὅμως ἔλθῃ μὲ ὅλην του τὴν δόξαν ὡς κριτής, πρέπει σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ πάθῃ πολλὰ καὶ νὰ ἀποδοκιμασθῇ ἀπὸ τὴν γενεὰν αὐτήν. 26καὶ καθὼς ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Νῶε, οὕτως ἔσται καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου· 26Καὶ καθὼς συνέβη κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Νῶε, ἔτσι θὰ εἶναι καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας ποὺ θὰ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. 27ἤσθιον, ἔπινον, ἐγάμουν, ἐξεγαμίζοντο, ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθε Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, καὶ ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας. 27Οἱ ἄνθρωποι τότε ἔτρωγαν, ἔπιναν, διασκέδαζαν, ἐνυμφεύοντο, ἔδιδαν εἰς γάμον τὰ παιδιά των, χωρὶς νὰ δίδουν σημασίαν εἰς ὅσα τοὺς ἔλεγεν ὁ Νῶε, μέχρι τῆς ἡμέρας ποὺ ἐμπῆκε ὁ Νῶε εἰς τὴν κιβωτὸν καὶ ᾖλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἐξωλόθρευσεν ὅλους. 28ὁμοίως καὶ ὡς ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Λώτ· ἤσθιον, ἔπινον, ἠγόραζον, ἐπώλουν, ἐφύτευον, ᾠκοδόμουν· 28Θὰ συμβῇ ὅ,τι ἔγινε καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Λώτ. Καὶ τότε οἱ ἄνθρωποι ἔτρωγαν, ἔπιναν, ἠγόραζαν, ἐπωλοῦσαν, ἐφύτευαν, ἔκτιζαν χωρὶς νὰ σκέπτωνται καθόλου τὸν Θεόν. 29ᾗ δὲ ἡμέρᾳ ἐξῆλθε Λὼτ ἀπὸ Σοδόμων, ἔβρεξε πῦρ καὶ θεῖον ἀπ’ οὐρανοῦ καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας. 29Τὴν ὥρα ὅμως ποὺ ἔφυγεν ὁ Λὼτ ἀπὸ τὰ Σόδομα, ἔβρεξε ἀπὸ τὸν οὐρανὸν φωτιὰ καὶ θειάφι καὶ κατέστρεψε ὅλους. 30κατὰ τὰ αὐτὰ ἔσται ᾗ ἡμέρᾳ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτεται. 30Ὅμοια μὲ αὐτὰ θὰ συμβοῦν καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δευτέρας παρουσίας, ποὺ θὰ φανῇ μὲ ὅλην του τὴν δόξαν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. 31ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ὃς ἔσται ἐπὶ τοῦ δώματος καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἐν τῇ οἰκίᾳ, μὴ καταβάτω ἆραι αὐτά, καὶ ὁ ἐν ἀγρῷ ὁμοίως μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω. 31Κατὰ τὴν ἄλλην δὲ ἡμέραν τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ, ποὺ δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ ἔλθῃ (ὅταν δηλαδὴ θὰ πλησιάζουν τὰ ρωμαϊκὰ στρατεύματα διὰ νὰ καταστρέψουν τὴν Ἱερουσαλήμ) ἐκεῖνος ποὺ θὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν ταράτσαν καὶ τὰ πράγματά του θὰ ἔχῃ μέσα στὸ σπίτι, ἂς μὴ κατεβῇ νὰ τὰ πάρῃ. Καὶ ἐκεῖνος ἐπίσης ποὺ θὰ εὑρίσκεται στὸ χωράφι, ἂς μὴ γυρίσῃ εἰς τὴν πόλιν. 32μνημονεύετε τῆς γυναικὸς Λώτ. 32Νὰ ἐνθυμῆσθε τὴν γυναῖκα τοῦ Λώτ, ἡ ὁποία ἔγινε στήλη ἅλατος, μόνον καὶ μόνον διότι ἔστρεψε τὸ κεφάλι της, διὰ νὰ ἵδῃ τί γίνεται εἰς τὰ Σόδομα. 33ὃς ἐὰν ζητήσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὃς ἐὰν ἀπολέσῃ αὐτήν, ζῳογονήσει αὐτήν. 33Ἐκεῖνος ποὺ θὰ ζητήσῃ μὲ τὴν προσκόλλησίν του εἰς τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, νὰ ἐξασφαλίση τὴν ζωὴν του, θὰ τὴν χάσῃ. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ θὰ χάσῃ τὴν ζωὴν του, διὰ νὰ μείνῃ πιστὸς εἰς τὸ καθῆκον του, εἰς τὴν πραγματικότητα θὰ τὴν διατηρήσῃ, διότι θὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν αἰωνίαν ζωήν. 34λέγω ὑμῖν, ταύτῃ τῇ νυκτὶ δύο ἔσονται ἐπὶ κλίνης μιᾶς, εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται· 34Σᾶς λέγω δὲ ὅτι αὐτὴν τὴν νύκτα, ποὺ θὰ προηγηθῇ ἀπὸ τὴν μεγάλην καταστροφήν, δύο θὰ εὑρίσκονται εἰς ἕνα κρεββάτι, ὁ ἔνας, ὁ πιστός, θὰ παραληφθῇ καὶ θὰ ὁδηγηθῇ ἀπὸ φωτισμὸν Θεοῦ καὶ θὰ φύγῃ, διὰ νὰ σωθῇ μακράν, ὡς ἐὰν θὰ ἔχῃ παραληφθῇ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ· καὶ ἄλλος, ὁ ἄπιστος, θὰ ἀφεθῇ, διὰ νὰ τιμωρηθῇ. 35δύο ἔσονται ἀλήθουσαι ἐπὶ τὸ αὐτό, μία παραληφθήσεται καὶ ἡ ἑτέρα ἀφεθήσεται· 35Δύο γυναῖκες θὰ εἶναι ποὺ θὰ ἀλέθουν μαζῆ, ἡ μία, ἡ πιστή, θὰ παραληφθῇ καὶ θὰ σωθῇ, ἡ ἄλλη θὰ ἀφεθῇ, διὰ νὰ τιμωρηθῇ. 36δύο ἐν τῷ ἀγρῷ, εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται. 36Δύο θὰ εἶναι εἰς τὸ χωράφι, ὁ ἔνας, ὁ πιστός, θὰ παραληφθῇ διὰ νὰ σωθῇ, ὁ ἄλλος, ὁ ἄπιστος, θὰ ἀφεθῇ νὰ τιμωρηθῇ>. 37καὶ ἀποκριθέντες λέγουσιν αὐτῷ, Ποῦ, Κύριε; ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς, Ὅπου τὸ σῶμα, ἐκεῖ ἐπισυναχθήσονται καὶ οἱ ἀετοὶ. 37Ἀπεκρίθησαν δὲ οἱ μαθηταὶ καὶ τοῦ εἶπαν· <ποῦ, Κύριε, θὰ γίνουν αὐτά;> ὁ δὲ Κύριος τοὺς εἶπε· <ὅπου εἶναι τὸ νεκρὸν σῶμα, ἐκεῖ θὰ μαζευθοῦν ἀπὸ διάφορα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος τὰ ὄρνια διὰ νὰ τὸ καταβροχθίσουν>. (Ὅπου οἱ ἠθικὼς νεκροί, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν των, ἄνθρωποι, ἐκεῖ θὰ πέσουν καὶ αἱ τιμωρίαι).

Τέλος του ΙΖ΄ κεφαλαίου Κεφάλαιον ΙΗ΄ →
Σελίδα από · στίχοι