Κατὰ Λουκᾶν · ΙΔ΄
Εὐαγγέλιον

Κατὰ Λουκᾶν

Κεφάλαιον ΙΔ΄

Η θεραπεία του υδρωπικού1Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐλθεῖν αὐτὸν εἰς οἶκόν τινος τῶν ἀρχόντων τῶν Φαρισαίων σαββάτῳ φαγεῖν ἄρτον, καὶ αὐτοὶ ἦσαν παρατηρούμενοι αὐτόν. 1Ὅταν ὁ Κύριος εἰς ἡμέραν Σαββάτου ᾖλθεν εἰς τὸ σπίτι ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας τῶν Φαρισαίων νὰ φάγῃ ἄρτον, αὐτοὶ τὸν παρατηροῦσαν μὲ προσοχήν, μήπως πῇ ἢ πράξῃ κάτι τὸ παράνομον. 2καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπός τις ἦν ὑδρωπικὸς ἔμπροσθεν αὐτοῦ. 2Καὶ ἰδοὺ ἔνας ὑδρωπικὸς ἄνθρωπος ἐστέκετο ἐμπρὸς του. 3καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς τοὺς νομικοὺς καὶ Φαρισαίους λέγων, Εἰ ἔξεστι τῷ σαββάτῳ θεραπεύειν; οἱ δὲ ἡσύχασαν. 3Ἔλαβε ὁ Ἰησοῦς τὸν λόγον καὶ εἶπε εἰς τοὺς νομικοὺς καὶ Φαρισαίους· <ἐπιτρέπεται ἆρά γε κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου νὰ θεραπεύῃ κανεὶς ἀρρώστους;> Ἐκεῖνοι ἐσίγησαν καὶ δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἀπαντήσουν τίποτε. 4καὶ ἐπιλαβόμενος ἰάσατο αὐτὸν καὶ ἀπέλυσε. 4Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀφοῦ ἐπιασε τὸν ὑδρωπικόν, τὸν ἐθεράπευσε καὶ τὸν ἀφῆκε ἐλεύθερον νὰ φύγῃ. 5καὶ ἀποκριθεὶς πρὸς αὐτοὺς εἶπε, Τίνος ὑμῶν υἱὸς ἢ βοῦς εἰς φρέαρ ἐμπεσεῖται, καὶ οὐκ εὐθέως ἀνασπάσει αὐτὸν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου; 5Βλεπῶν δὲ τοὺς πονηροὺς διαλογισμοὺς τῶν Φαρισαίων ἀπήντησε καὶ εἶπε εἰς αὐτούς· <ποιὸς ἀπὸ σᾶς, ὅταν τὸ παιδὶ του ἡ τὸ βώδι του πέσῃ εἰς πηγάδι, δὲν θὰ καταβάλῃ κάθε προσπάθειαν νὰ τὸ ἀνασύρῃ ἀμέσως, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ἡμέρα Σαββάτου;> 6καὶ οὐκ ἴσχυσαν ἀνταποκριθῆναι αὐτῷ πρὸς ταῦτα. 6Καὶ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ τοῦ δώσουν καμμίαν ἀπάντησιν, διότι καταλάβαιναν πολὺ καλά, ὅτι τὸ ἄδικον ἧτο μὲ τὸ μέρος των. Η παραβολή για τις πρωτοκαθεδρίες7Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς κεκλημένους παραβολήν, ἐπέχων πῶς τὰς πρωτοκλισίας ἐξελέγοντο, λέγων πρὸς αὐτούς, 7Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς καλεσμένους καὶ μίαν παραβολήν, διὰ νὰ τοὺς κάμῃ νὰ προσέξουν τὸν ἐγωϊσμὸν των, μὲ τὸν ὁποῖον αὐτοὶ ἐδιάλεγαν τὰς πρώτας θέσεις εἰς τὸ τραπέζι. Καὶ τοὺς εἶπε· 8Ὅταν κληθῇς ὑπό τινος εἰς γάμους, μὴ κατακλιθῇς εἰς τὴν πρωτοκλισίαν, μήποτε ἐντιμότερός σου ᾖ κεκλημένος ὑπ᾿ αὐτοῦ, 8<ὅταν προσκληθῇς ἀπὸ κάποιον εἰς γάμον, μὴ καθίσεις μόνος σου εἰς τὴν πρώτην θέσιν, μήπως κάποιος ἄλλος, προσκεκλημένος ἀπὸ τὸν οἰκοδεσπότην, εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ σέ. 9καὶ ἐλθὼν ὁ σὲ καὶ αὐτὸν καλέσας ἐρεῖ σοι, δὸς τούτῳ τόπον· καὶ τότε ἄρξῃ μετ᾿ αἰσχύνης τὸν ἔσχατον τόπον κατέχειν. 9Καὶ θὰ ἔλθῃ αὐτός ποὺ ἐκάλεσε σὲ καὶ αὐτὸν καὶ θά σοῦ πῇ: Δῶσε τὴν θέσιν αὐτήν, διότι δὲν ἀνήκει εἰς σέ. Καὶ τότε θὰ ἀρχίσῃς μὲ ἐντροπὴν νὰ ζητῇς ἄλλην θέσιν. Καὶ έπειδὴ ὅλοι θᾲ ἔχουν καθίσει καὶ κανεὶς δὲν θὰ προθυμοποιῆται νὰ σηκωθῇ πρὸς χάριν σου, θὰ ἀναγκασθῇς τότε νὰ καταλάβῃς τὴν τελευταία θέσιν. 10ἀλλ᾿ ὅταν κληθῇς, πορευθεὶς ἀνάπεσε εἰς τὸν ἔσχατον τόπον, ἵνα ὅταν ἔλθῃ ὁ κεκληκώς σε εἴπῃ σοι, φίλε, προσανάβηθι ἀνώτερον· τότε ἔσται σοι δόξα ἐνώπιον πάντων τῶν συνανακειμένων σοι. 10Ἀλλὰ ὅταν προσκληθῇς, πήγαινε καὶ κάθισε εἰς τὴν τελευταίαν θέσιν, ὥστε ὅταν ἔλθῃ αὐτός ποὺ σὲ ἐκάλεσε νά σοῦ πῇ: Φίλε, ἀνέβα παραπάνω εἰς θέσιν τιμητικωτέραν. Καὶ τότε θὰ εἶναι γιὰ σένα μεγάλη τιμὴ ἐμπρὸς εἰς ὅσους παρακάθηνται μαζῆ μὲ σὲ εἰς τὸ τραπέζι. 11ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται καὶ ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται. 11Διότι ἐκεῖνος ποὺ ὑψώνει τὸν ἑαυτὸν του καὶ ζητεῖ τιμᾶς καὶ πρωτοκαθεδρίας θὰ ταπεινωθῇ. Καὶ καθένας ποὺ ταπεινώνει τὸν εὐατὸν του, θὰ ὑψωθῇ>. 12Ἔλεγε δὲ καὶ τῷ κεκληκότι αὐτόν, Ὅταν ποιῇς ἄριστον ἢ δεῖπνον, μὴ φώνει τοὺς φίλους σου μηδὲ τοὺς ἀδελφούς σου μηδὲ τοὺς συγγενεῖς σου μηδὲ γείτονας πλουσίους, μήποτε καὶ αὐτοὶ σε ἀντικαλέσωσι, σε καὶ γενήσεταί σοι ἀνταπόδομα. 12Ἔλεγε δὲ καὶ πρὸς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε προσκαλέσει· <ὅταν παραθέτῃς γεῦμα ἢ δεῖπνον μὴ προσκαλεῖς τοὺς φίλους σου οὔτε τοὺς ἀδελφούς σου οὔτε τοὺς συγγενεῖς σου οὔτε τοὺς πλουσίους γείτονάς σου, μήπως καὶ αὐτοὶ μὲ τὴν σειρὰ των σὲ καλέσουν καὶ γίνει ἔτσι ἀνταπόδοσις, ὄχι ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.(Καὶ οἱ κακοὶ κάνουν τὸ ἴδιο, ἀποβλέποντες εἰς ἀνταπόδομα ἐκ μέρους τῶν ἀνθρώπων). 13ἀλλ᾿ ὅταν ποιῇς δοχὴν, κάλει πτωχούς, ἀναπήρους, χωλούς, τυφλούς, 13Ἀλλὰ ὅταν κάνῃς τραπέζι καὶ ὑποδέχεσαι φιλοξενουμένους, προσκάλεσε πτωχούς, ἀναπήρους, χωλούς, τυφλούς. 14καὶ μακάριος ἔσῃ, ὅτι οὐκ ἔχουσιν ἀνταποδοῦναί σοι· ἀνταποδοθήσεται γάρ σοι ἐν τῇ ἀναστάσει τῶν δικαίων. 14Καὶ θὰ εἷσαι μακάριος διότι, ἐπειδὴ αὐτοὶ δὲν ἔχουν τί νά σοῦ ἀνταποδώσουν, θά σοῦ ἀνταποδοθῇ τὸ καλόν ποὺ ἔκανες κατὰ τὴν ἐπίσημον ἐκείνην ἡμέραν τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν>. Η παραβολή του μεγάλου δείπνου15Ἀκούσας δέ τις τῶν συνανακειμένων ταῦτα εἶπεν αὐτῷ, Μακάριος ὅς φάγεται ἄριστον ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ. 15Ὅταν δὲ κάποιος ἀπὸ τοὺς παρακαθημένους ἤκουσε αὐτὰ εἶπε· <μακάριος ἐκεῖνος, ποὺ θὰ παρακαθίσῃ εἰς τὸ γεῦμα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ>. 16ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ, Ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα, καὶ ἐκάλεσε πολλούς, 16Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε εἰς αὐτὸν τὴν ἐξ᾿ς παραβολήν· <ἔνας ἄνθρωπος παρέθεσε μέγα δεῖπνον καὶ ἐκάλεσε πολλούς. 17καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις, ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα. 17Καὶ τὴν ὥραν, ποὺ θὰ παρετίθετο τὸ δεῖπνον, ἔστειλε τὸν δοῦλον του νὰ πῇ εἰς τοὺς προσκαλεσμένους: Ἐλᾶτε διότι τώρα εἶναι τὰ πάντα ἕτοιμα. 18καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες, ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ, ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. 18Καὶ αὐτοὶ σὰν νὰ ἦταν συνεννοημένοι ἤρχισαν νὰ παραιτοῦνται ὅλοι ἀπὸ τὸ δεῖπνον μὲ διαφόρους δικαιολογίας· ὁ πρῶτος εἶπε: Ἀγόρασα ἕνα ἀγρὸν καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ βγῶ ἔξω καὶ νὰ τὸν ἴδω· σὲ παρακαλῶ νὰ μὲ θεωρήσῃς ἀπηλλαγμένον ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρακαθίσω εἰς τὸ δεῖπνον. 19καὶ ἕτερος εἶπε, ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. 19Καὶ ἄλλος εἶπε: Ἀγόρασα πέντε ζευγάρια βώδια καὶ πηγαίνω νὰ τὰ δοκιμάσω· σὲ παρακαλῶ νὰ θεωρήσῃς δικαιολογημένην τὴν ἀπουσίαν μου. 20καὶ ἕτερος εἶπε, γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν. 20Καὶ ἄλλος εἶπε: Ἐνυμφεύθην καὶ διὰ τοῦτο δὲν μπορῶ νὰ ἔλθω. 21καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ, ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ῥύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε. 21Καὶ ἐπέστρεψε ὁ δοῦλος ἐκεῖνος πρὸς τὸν κύριον του καὶ τοῦ διηγήθηκε ὅλα αὐτά. Τότε, γεμάτος ὀργὴν ὁ οἰκοδεσπότης ἐναντίον τῶν ἀναξίων προσκαλεσμένων, εἶπε εἰς τὸν δοῦλον του: Ἔβγα γρήγορα εἰς τὰς πλατείας καὶ τοὺς δρόμους τῆς πόλεως καὶ φέρε ἐδῶ μέσα τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ἀναπήρους καὶ τοὺς χωλοὺς καὶ τοὺς τυφλούς. 22καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος, κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί. 22Καὶ ἀφοῦ ἐξετέλεσε τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου του ὁ δοῦλος, εἶπε: Κύριε, ἔγινε ὅπως διέταξες, καὶ εἶναι ἀκόμη τόπος ἀδειανός. 23καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον, Ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκός μου· 23Καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον: Ἔβγα εἰς τοὺς δρόμους, εἰς τοὺς φράκτες τῶν κτημάτων, ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ παρακίνησε μὲ ἐπιμονὴν ὅλους ὅσους εὕρῃς νὰ ἔλθουν ἐδῶ, διὰ νὰ γεμίσῃ οἶκος μου. 24λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου. 24Διότι σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι κανεὶς ἀπὸ τοὺς προσκαλεσμένους ἐκείνους ἄνδρες δὲν θὰ γευθῇ τίποτε ἀπὸ τὸ δεῖπνον μου>. (Οἱ κυρίως προσκεκλημένοι, οἱ πνευματικοὶ ἄρχοντες τοῦ Ἰσραὴλ καὶ οἱ ἄλλοι Ἑβραῖοι, ἀποροφημένοι ἀπὸ τὰ ὑλικὰ των συμφέροντα καὶ τὴν ματαιοδοξίαν των, ἠρνήθησαν τὴν πρόσκλησιν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπέκλεισαν τὸν εὐατὸν των ἀπὸ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Οἱ τελῶναι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ οἱ εἰδωλολάτραι, οἱ περιφρονημένοι ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους ἐδέχθησαν μὲ εὐγνωμοσύνην καὶ ταπείνωσιν τὴν τιμητικὴν πρόσκλησιν καὶ ἔγιναν ἔτσι ἔνδοξα μέλῃ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν). Οι απαιτήσεις του Ιησού από τους πιστούς25Συνεπορεύοντο δὲ αὐτῷ ὄχλοι πολλοί. καὶ στραφεὶς εἶπε πρὸς αὐτούς, 25Μαζῆ δὲ μὲ αὐτὸν ἐπήγαιναν καὶ πλήθη λαοῦ. Ἐστράφη τότε πρὸς αὐτοὺς καὶ τοὺς εἶπε· 26Εἴ τις ἔρχεται πρός με καὶ οὐ μισεῖ τὸν πατέρα ἑαυτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὰς ἀδελφάς, ἔτι δὲ καὶ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν, οὐ δύναταί μου μαθητής εἶναι. 26<ἐὰν κανεὶς ἔρχεται πρὸς ἐμέ, διὰ νὰ γίνῃ ὀπαδός μου, καὶ δὲν ἀπαρνῆται τὸν πατέρα του καὶ τὴν μητέρα καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τὰς ἀδελφάς, ἐφ᾿ ὅσον αὐτοὶ τοῦ εἶναι πρόσκομμα εἰς τὴν νέαν ζωὴν του, ἀκόμη δὲ δὲν ἀπαρνῆται καὶ τὴν ζωὴν του, ὅταν ἡ ἀνάγκη ἐπιβάλῃ νὰ τὴν θυσιάσῃ, αὐτὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου. 27καὶ ὅστις οὐ βαστάζει τὸν σταυρὸν ἑαυτοῦ καὶ ἔρχεται ὀπίσω μου, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής. 27Καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν βαστάζει ἐπάνω του τὸν σταυρὸν του καὶ δὲν ἔρχεται κοντά μου, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου. 28τίς γὰρ ἐξ ὑμῶν, θέλων πύργον οἰκοδομῆσαι, οὐχὶ πρῶτον καθίσας ψηφίζει τὴν δαπάνην, εἰ ἔχει τὰ πρὸς ἀπαρτισμόν, 28Πρὶν γίνετε μαθηταί μου ἐξετάσατε καλὰ ἂν μπορῆτε νὰ μὲ ἀκολουθήσετε ὅπως ἐγὼ θέλω. Διότι ποιὸς ἀπὸ σᾶς, ὅταν θέλῃ νὰ κτίσῃ ἕνα πύργον, δὲν θὰ καθίσῃ πρῶτον νὰ προϋπολογίσῃ τὴν δαπάνην, ἐὰν ἔχῃ δηλαδὴ τὰ χρήματα διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ ἔργου; 29ἵνα μήποτε, θέντος αὐτοῦ θεμέλιον καὶ μὴ ἰσχύσαντος ἐκτελέσαι, πάντες οἱ θεωροῦντες ἄρξωνται αὐτῷ ἐμπαίζειν, 29Καὶ τοῦτο θὰ τὸ κάμῃ, μήπως τυχὸν βάλῃ θεμέλια καὶ δὲν ἠμπορέσῃ ν᾿ ἀποπερατώσῃ τὸν πύργον, ὁπότε ὅλοι ὅσοι βλέπουν ἀτελὲς τὸ ἔργον του, θὰ ἀρχίσουν νὰ τὸν ἐμπαίζουν 30λέγοντες ὅτι οὗτος ὁ ἄνθρωπος ἤρξατο οἰκοδομεῖν καὶ οὐκ ἴσχυσεν ἐκτελέσαι; 30καὶ νὰ λέγουν ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἤρχισε νὰ οἰκοδομῇ καὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον του. 31ἢ τίς βασιλεὺς, πορευόμενος συμβαλεῖν ἑτέρῳ βασιλεῖ εἰς πόλεμον, οὐχὶ πρῶτον καθίσας βουλεύσεται εἰ δυνατός ἐστιν ἐν δέκα χιλιάσιν ἀπαντῆσαι τῷ μετὰ εἴκοσι χιλιάδων ἐρχομένῳ ἐπ᾿ αὐτόν; 31῍Η ποιὸς βασιλεύς, ποὺ πηγαίνει νὰ συμπλακῇ καὶ νὰ πολεμήσῃ ἐναντίον ἄλλου βασιλέως, δὲν θὰ καθίσῃ πρῶτον νὰ σκεφθῇ, ἐὰν ἔχῃ τὴν δύναμιν μὲ δέκα χιλιάδες στρατιώτας νὰ ἀπαντήσῃ καὶ ἀποκρούσῃ ἐκεῖνον, ποῦ ἔρχεται ἐναντίον του μὲ εἰκόσι χιλιάδας; 32εἰ δὲ μήγε, ἔτι πόρρω αὐτοῦ ὄντος πρεσβείαν ἀποστείλας ἐρωτᾷ τὰ πρὸς εἰρήνην. 32Εἰ δ᾿ ἄλλως ἐνῶ ἀκόμη εἶναι μακρὰν αὐτὸς ὁ Βασιλεύς, στέλνει πρεσβευτὰς καὶ ζητεῖ νὰ διαπραγματευθοῦν διὰ τὴν εἰρήνην. 33οὕτως οὖν πᾶς ἐξ ὑμῶν, ὃς οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναί μου μαθητής. 33Ἔτσι λοιπὸν καὶ καθένας ἀπὸ σᾶς, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπαρνεῖται ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του καὶ δὲν κόπτει διὰ τὸ ὄνομά μου κάθε δεσμόν, ποὺ ὑπάρχει φόβος νὰ τὸν κρατήσῃ μακρυὰ ἀπὸ ἐμέ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μαθητής μου. Η αξία του αλατιού34Καλὸν οὖν τὸ ἅλας· ἐὰν δὲ καὶ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἀρτυθήσεται; 34Τὸ ἅλατι εἶναι καλὸν καὶ ὠφέλιμον διὰ τὸν ἄνθρωπον· κάθε μαθητής μου καλεῖται νὰ γίνη πνευματικὸ ἅλατι μέσα εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἐὰν ὅμως τὸ ἅλατι χάσῃ τὴν δύναμιν του, τότε μὲ τί εἶναι δῖνατὸν νὰ ἀρτυθῇ αὐτό, ὥστε νὰ γίνῃ πάλι καλὸ καὶ ὠφέλιμον; 35οὔτε εἰς γῆν οὔτε εἰς κοπρίαν εὔθετόν ἐστιν· ἔξω βάλλουσιν αὐτό. ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. 35Οὔτε σὰν χῶμα δὲν εἶναι κατάλληλον νὰ ριφθῇ εἰς τὴν γῆν οὔτε βέβαια σὰν λίπασμα εἰς τὸ χωράφι. Τὸ ρῖπτουν ἔξω ὡς ἐντελῶς ἄχρηστον. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει αὐτιὰ πνευματικὰ διὰ νὰ ἀκούῃ, ἂς ἀκούσῃ, ἂς ἐννοήσῃ καὶ ἂς δεχθῇ αὐτά ποὺ λέγω.

Τέλος του ΙΔ΄ κεφαλαίου Κεφάλαιον ΙΕ΄ →
Σελίδα από · στίχοι