Κατὰ Λουκᾶν
Η προδοσία του Ιούδα1Ἤγγιζε δὲ ἡ ἑορτὴ τῶν ἀζύμων ἡ λεγομένη πάσχα. 1Ἐπλησίαζε δὲ ἡ ἑορτή, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἰσραηλίται ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας ἔτρωγαν ψωμὶ ἄζυμο καὶ ἡ ὁποία ἐλέγετο πάσχα. 2καὶ ἐζήτουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς τὸ πῶς ἀνέλωσιν αὐτόν· ἐφοβοῦντο γὰρ τὸν λαόν. 2Καὶ ἐζητοῦσαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς, μὲ ποιὸν τρόπον νὰ τὸν φονεύσουν, χωρὶς νὰ ἐκτεθοῦν· διότι ἐφοβοῦντο τὸν λαόν. 3Εἰσῆλθε δὲ ὁ σατανᾶς εἰς Ἰούδαν τὸν ἐπικαλούμενον Ἰσκαριώτην, ὄντα ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δώδεκα, 3Ἐμπῆκε δὲ ὁ σατανᾶς εἰς τὸν Ἰούδα, τὸν ἐπονομαζόμενον Ἰσκαριώτην, ὁ ὁποῖος ἧτο ἔνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους. 4καὶ ἀπελθὼν συνελάλησε τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ στρατηγοῖς τὸ πῶς αὐτόν παραδῷ αὐτοῖς. 4Καὶ αὐτὸς ἐπῆγε καὶ συνενοήθηκε μὲ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς στρατηγοὺς τῆς φρουρὰς τοῦ ναοῦ, πῶς θὰ παρέδιδε εἰς αὐτοὺς ἀσφαλῶς τὸν Χριστόν. 5καὶ ἐχάρησαν, καὶ συνέθεντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι· 5Καὶ ἐχάρησαν αὐτοί, διότι ἔνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα σὰν προδότης θὰ τοὺς βοηθοῦσε εἰς τὸ ἔγκλημά των, καὶ συνεφώνησαν νὰ τοῦ δώσουν χρήματα. 6καὶ ἐξωμολόγησε, καὶ ἐζήτει εὐκαιρίαν τοῦ παραδοῦναι αὐτὸν αὐτοῖς ἄτερ ὄχλου. 6Καὶ αὐτὸς τοὺς διαβεβαίωσε μὲ ὅλην του τὴν καρδιά, νὰ τοὺς βοηθήσῃ. Καὶ ἐζητοῦσε κατάλληλον εὐκαιρίαν νὰ παραδώσῃ εἰς αὐτοὺς τὸν Χριστὸν κρυφὰ ἀπὸ τὸν λαόν. Το τελευταίο δείπνο7Ἦλθε δὲ ἡ ἡμέρα τῶν ἀζύμων, ἐν ᾗ ἔδει θύεσθαι τὸ πάσχα, 7Ἦλθε ἡ ἡμέρα τῶν ἀζύμων, ἡ ὁποία ἤρχιζε ἀπὸ τὴν δύσιν τῆς Μ.Πέμπτης καὶ ἐτελείωνε μὲ τὴν δύσιν τῆς Μ.Παρασκευῆς. Κατ᾿ αὐτὴν ἔπρεπε οἱ Ἑβραῖοι νὰ ἐτοιμάσουν τὰ ἄζυμα ψωμιά, νὰ θυσιάσουν δὲ καὶ νὰ ψήσουν τὸν πασχάλιον ἀμνόν, ὥστε νὰ εἶναι ἕτοιμος μετὰ τὴν δύσιν τῆς Παρασκευῆς, ποὺ θὰ ἤρχιζε ἡ μεγάλη ἡμέρα τοῦ Πάσχα. 8καὶ ἀπέστειλε Πέτρον καὶ Ἰωάννην εἰπών· Πορευθέντες ἑτοιμάσατε ἡμῖν τὸ πάσχα ἵνα φάγωμεν. 8Καὶ ἔστειλε ὁ Ἰησοῦς κατὰ τὸ ἀπόγευμα τῆς Μ.Πέμπτης τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰωάννην καὶ τοὺς εἶπε· <πηγαίνετε καὶ ἐτοιμάσατέ μας τὸ Πάσχα, διὰ νὰ φάγωμεν>. 9οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμεν; 9Αὐτοὶ δὲ τοῦ εἶπαν· <ποῦ θέλεις νὰ ἐτοιμάσωμεν>; 10ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἰδοὺ εἰσελθόντων ὑμῶν εἰς τὴν πόλιν συναντήσει ὑμῖν ἄνθρωπος κεράμιον ὕδατος βαστάζων· ἀκολουθήσατε αὐτῷ εἰς τὴν οἰκίαν οὗ εἰσπορεύεται, 10Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· <ἰδοὺ καθὼς θὰ εἰσέλθετε εἰς τὴν πόλιν, θὰ σᾶς συναντήσῃ ἔνας ἄνθρωπος, ποὺ θὰ βαστάζῃ μιὰ πήλινῃ στάμνα νερό· ἀκολουθῆστε τον εἰς τὸ σπίτι, ποὺ θὰ μπῇ. 11καὶ ἐρεῖτε τῷ οἰκοδεσπότῃ τῆς οἰκίας· λέγει σοι ὁ διδάσκαλος, ποῦ ἐστι τὸ κατάλυμα ὅπου τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου φάγω; 11Καὶ θὰ πῆτε εἰς τὸν οἰκοδεσπότην τοῦ σπιτιοῦ· σὲ ἐρωτᾷ ὁ διδάσκαλος, ποῦ εἶναι τὸ κατάλυμα, ὅπου μαζῆ μὲ τοὺς μαθητάς μου θὰ φάγω τὸ Πάσχα; 12κἀκεῖνος ὑμῖν δείξει ἀνώγαιον μέγα ἐστρωμένον· ἐκεῖ ἑτοιμάσατε. 12Καὶ ἐκεῖνος θὰ σᾶς δείξῃ ἕνα μεγάλο ἀνώγειον τακτοποιημένον καὶ μὲ στρωμένα τὰ ἀνάκλιντρα γύρῳ ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ φαγητοῦ. Ἐκεῖ νὰ ἑτοιμάσετε (διὰ τὸ νέον πάσχα, τὸ πάσχα τῆς Καινῆς Διαθήκης, ποὺ ἐγὼ θὰ ἐγκαινιάσω ἀπόψε μαζῆ σας)>. 13ἀπελθόντες δὲ εὗρον καθὼς εἴρηκεν αὐτοῖς, καὶ ἡτοίμασαν τὸ πάσχα. 13Ἐπήγαν δὲ οἱ δύο μαθηταί, εὐρήκαν ὅπως τοὺς εἶχε πεῖ ὁ Κύριος καὶ ἐτοίμασαν τὰ τοῦ πάσχα. 14Καὶ ὅτε ἐγένετο ἡ ὥρα, ἀνέπεσε, καὶ οἱ δώδεκα ἀπόστολοι σὺν αὐτῷ. 14Καὶ ὅταν ᾖλθεν ἡ ὥρα ἐξηπλώθη ὁ Κύριος κοντὰ εἰς τὴν τράπεζαν τοῦ φαγητοῦ καὶ μαζῆ μὲ αὐτὸν οἱ δώδεκα, ὁ καθένας εἰς τὴν θέσιν του. 15καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα τοῦτο τὸ πάσχα φαγεῖν μεθ’ ὑμῶν πρὸ τοῦ με παθεῖν· 15Καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· <πάρα πολὺ ἐπεθύμησα προτοὺ νὰ σταυρωθῶ, νὰ φάγω μαζῆ σας τοῦτο τὸ πάσχα· (ὄχι τὸ ἐβραϊκόν ποὺ θὰ ἀρχίσῃ αὔριον μὲ τὸν πασχάλιον ἀμνόν, ἀλλὰ τὸ νέον πάσχα τῆς Καινῆς Διαθήκης, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ θὰ τελέσω τὸ μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας καὶ θὰ σᾶς δώσω πρὸς τροφήν, ὄχι τὸν συμβολικὸν πασχάλιον ἀμνόν, ἀλλὰ αὐτὸ τοῦτο τὸ σῶμα μου καὶ τὸ αἷμα μου). 16λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐκέτι οὐ μὴ φάγω ἐξ αὐτοῦ ἕως ὅτου πληρωθῇ ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ. 16Σᾶς λέγω δὲ τοῦτο, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ τελευταῖον μου πάσχα καὶ δὲν θὰ φάγω πλέον μαζῆ σας ἀπὸ αὐτό, μέχρι ὅτου τοῦτο ὁλοκληρωθῇ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ὁπότε ἡ ἐπικοινωνία καὶ ἑνότης μεταξὺ μας θὰ εἶναι πλήρης καὶ αἰωνία>. 17καὶ δεξάμενος τὸ ποτήριον εὐχαριστήσας εἶπε· Λάβετε τοῦτο καὶ διαμερίσατε ἑαυτοῖς· 17Καὶ ἀφοῦ ἔλαβε ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τὸ ποτήριον μὲ τὸν οἶνον, εὐχαρίστησε τὸν Θεὸν καὶ τὸ ἔδωκε εἰς αὐτούς, ὅπως ἐσυνιθίζετο πάντοτε εἰς τὴν ἀρχὴν κάθε ἐπισήμου δείπνου, καὶ τοὺς εἶπε· λάβετε τοῦτο καὶ μοιράσατέ το μεταξὺ σας, ὥστε νὰ πίωμεν ὅλοι ἀπὸ αὐτό, εἰς δεῖγμα τῆς ἀγάπης ποὺ μᾶς συνδέει. 18λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ πίω ἀπὸ τοῦ γενήματος τῆς ἀμπέλου ἕως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθῃ. 18Διότι σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὰ ξαναπιῶ ἀπὸ τὸ προϊὸν αὐτὸ τῆς ἀμπέλου, ἕως ὅτου ἔλθῃ ἡ χαρμόσυνος βασιλεία τοῦ Θεοῦ>. 19καὶ λαβὼν ἄρτον εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· Τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου τὸ ὑπὲρ ὑμῶν διδόμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. 19Καὶ ἀφοῦ ἐπῇρε εἰς τὰ χέρια του ἄρτον, εὐχαρίστησε τὸν Θεόν, ἔκοψεν εἰς τεμάχια τὸν ἄρτον, ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς καὶ εἶπεν· <αὐτό, ποὺ σᾶς δίδω τώρα, δὲν εἶναι κοινὸς καὶ συνήθης ἄρτος. Εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ σῶμα μου, τὸ ὁποῖον μετ᾿ ὀλίγον παραδίδεται θυσία ἐπάνω εἰς τὸν σταυρὸν διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων. Τοῦτο νὰ πράττετε πάντοτε, διὰ νὰ φέρετε ζωηρὰ εἰς τὴν μνήμην σας τὴν θυσίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προσφέρω εἰς σωτηρίαν, ὄχι μόνον ἰδικὴν σας, ἀλλὰ καὶ ὅλου τοῦ κόσμου>. 20ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι, λέγων· Τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐν τῷ αἵματί μου, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον. 20Ἐπίσης ὅταν ἐτελείωσε τὸ δεῖπνον ἐπῇρε τὸ ποτήριον, εὐχαρίστησε τὸν οὐράνιον πατέρα, τὸ ἔδωκε εἰς τοὺς μαθητὰς καὶ εἶπε· <αὐτό ποὺ περιέχεται μέσα εἰς τὸ ποτήριον δὲν εἶναι πλέον οἶνος. Εἶναι ἡ Καινὴ Διαθήκη, ποὺ ἐπικυρώνεται μὲ τὸ αἷμά μου, τὸ ὁποῖον ἕντος ὀλίγου θὰ χυθῇ διὰ τὴν σωτηρίαν σας. 21πλὴν ἰδοὺ ἡ χεὶρ τοῦ παραδιδόντος με μετ᾿ ἐμοῦ ἐπὶ τῆς τραπέζης. 21Ἀλλ᾿ ἐνῶ ἐγὼ προσφέρω τὴν μεγάλην θυσίαν καὶ καθιερώνω τὴν νέαν διαθήκην μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἰδοὺ τὸ χέρι ἐκείνου, ποὺ μὲ παραδίδει εἰς τοὺς σταυρωτάς μου, εἶναι μαζῆ μου εἰς τὴν τράπεζαν αὐτὴν καὶ βουτᾷ τὸν ἄρτον εἰς τὸ αὐτὸ μὲ ἐμὲ πιάτο. 22καὶ ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου πορεύεται κατὰ τὸ ὡρισμένον· πλὴν οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι᾿ οὗ παραδίδοται. 22Καὶ ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου προχωρεῖ τὸν δρόμον του, ὅπως ὁ οὐράνιος Πατὴρ ὥρισε. Ἀλλὰ ἀλλοίμονον εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδεται εἰς τοὺς σταυρωτάς>. 23καὶ αὐτοὶ ἤρξαντο συζητεῖν πρὸς ἑαυτοὺς τὸ τίς ἄρα εἴη ἐξ αὐτῶν ὁ τοῦτο μέλλων πράσσειν. 23Καὶ αὐτοὶ ἤρχισαν νὰ συζητοῦν μεταξὺ των, ποῖος τάχα ἀπὸ αὐτοὺς θὰ ἧτο ἐκεῖνος, ποὺ ἔμελλε νὰ διαπράξῃ αὐτὸ τὸ ἔγκλημα. Συζήτηση για το πιός είναι πρώτος24Ἐγένετο δὲ καὶ φιλονεικία ἐν αὐτοῖς, τὸ τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων. 24Ἔγινε ὅμως καὶ φιλονεικίαν μεταξὺ των περὶ τοῦ ποῖος ἀπὸ αὐτοὺς ἐθεωρεῖτο πρῶτος. 25ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριεύουσιν αὐτῶν, καὶ οἱ ἐξουσιάζοντες αὐτῶν εὐεργέται καλοῦνται· 25Ὁ δὲ Κύριος τοὺς εἶπε· <οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριαρχοῦν ἐπάνω εἰς τὰ ἔθνη μὲ τὴν δύναμιν καὶ τὴν βίαν. Καὶ αὐτοί, ποὺ ἔχουν ἐξουσίαν ἐπάνω εἰς τὰ ἔθνη καὶ ταλαιπωροῦν τὰ ἔθνη, ἀνακηρύσσονται ἀπὸ τοὺς κόλακας, κατ᾿ ἀνάγκην δὲ καὶ ἀπὸ τὸν λαόν, εὐργέται. 26ὑμεῖς δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλ᾿ ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γινέσθω ὡς ὁ νεώτερος, καὶ ὁ ἡγούμενος ὡς ὁ διακονῶν. 26Σεῖς ὅμως δὲν πρέπει νὰ κάνετε ὅπως ἐκεῖνοι, ἀλλὰ ὁ μεγαλύτερος μεταξὺ σας ἂς γίνῃ ὅπως ὁ νεώτερος, ὁ ὁποῖος καθὸ νεώτερος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετῇ τοὺς ἄλλους. Καὶ ὁ ἀνώτερος μεταξὺ σας, ἂς ὑπηρετῇ σὰν δοῦλος τοὺς ἄλλους. 27τίς γὰρ μείζων, ὁ ἀνακείμενος ἢ ὁ διακονῶν; οὐχὶ ὁ ἀνακείμενος; ἐγὼ δὲ εἰμι ἐν μέσῳ ὑμῶν ὡς ὁ διακονῶν. 27Διότι ποῖος εἶναι ἀνώτερος; Ἐκεῖνος ποὺ κάθεται εἰς τὸ τραπέζι καὶ τρώγει ἢ ἐκεῖνος ποῦ ὄρθιος τὸν ὑπηρετεῖ; Δὲν εἶναι ἀνώτερος αὐτὸς ποὺ κάθεται εἰς τὸ τραπέζι; Ἀσφαλῶς. Καὶ ὅμως ἐγὼ ὁ διδάσκαλος καὶ ὁ Κύριος σας, εἷμαι μεταξὺ σας ὡς ὑπηρέτης, ποὺ σᾶς ἐξυπηρετεῖ. 28ὑμεῖς δέ ἐστε οἱ διαμεμενηκότες μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τοῖς πειρασμοῖς μου· 28Σεῖς, οἱ μαθηταί μου, εἷσθε ἐκεῖνοι ποὺ ἐμείνατε μαζῆ μου ὅλο τὸ διάστημα τῶν δοκιμασιῶν μου καὶ τῶν διωγμῶν, καὶ δὲν ἐκλονισθήκατε εἰς τὴν πίστιν. 29κἀγὼ διατίθεμαι ὑμῖν καθὼς διέθετό μοι ὁ πατήρ μου βασιλείαν, 29Καὶ ἐγώ, διὰ νὰ ἀνταμείψω τὴν ἀφοσίωσιν σας, σᾶς ὑπόσχομαι βασιλείαν, ὅπως καὶ ὁ Πατὴρ ὥρισε καὶ ἔδωσεν εἰς ἐμὲ βασιλείαν καὶ ἀξίωμα βασιλέως. 30ἵνα ἐσθίητε καὶ πίνητε ἐπὶ τῆς τραπέζης μου ἐν τῇ βασιλείᾳ μου, καὶ καθήσεσθε ἐπὶ θρόνων κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 30Καὶ μία ἀπολαυὴ αὐτῆς τῆς ὑποσχέσεώς μου εἶναι νὰ τρώγετε καὶ νὰ πίνετε ἐπὶ τῆς τραπέζης μου εἰς τὴν βασιλείαν μου, νὰ ἀπολαμβάνετε τὰ ἀνεκτίμητα ἀγαθὰ τῆς αἰωνίου ζωῆς. Καὶ τὸ ἐπίσης σπουδαῖον, θὰ καθίσετε ἐπάνω εἰς θρόνους, διὰ νὰ δικάζετε τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. Διάλογος Ιησού και Πέτρου31Εἶπε δὲ ὁ Κύριος· Σίμων Σίμων, ἰδοὺ ὁ σατανᾶς ἐξῃτήσατο ὑμᾶς τοῦ σινιάσαι ὡς τὸν σῖτον· 31Μείνατε, λοιπόν, πιστοὶ μέχρι τέλους, διότι θὰ ἀντικρύσετε πολλοὺς πειρασμούς>. Εἶπε δὲ ἀκόμη ὁ Κύριος· <Σίμων, Σίμων, ἰδοὺ ὁ σατανᾶς ἐζήτησε τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ σᾶς συγκλονίσῃ καὶ σᾶς ξεσκονίσῃ, ὡσὰν τὸ σιτάρι μέσα εἰς τὸ κόσκινο. 32ἐγὼ δὲ ἐδεήθην περὶ σοῦ ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου· καὶ σύ ποτε ἐπιστρέψας στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου. 32Καὶ ἐγὼ προσευχήθηκα γιὰ σένα, νὰ μὴ χαθῇ ἡ πίστις σου. Καὶ σύ, ὅταν κάποτε μετανοημένος ἐπιστρέψῃς κοντά μου, στήριξε τοὺς ἀδελφούς σου καὶ μὲ τοὺς λόγους σου καὶ μὲ τὸ παράδειγμα τῆς μετανοίας σου>. 33ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, μετὰ σοῦ ἕτοιμός εἰμι καὶ εἰς φυλακὴν καὶ εἰς θάνατον πορεύεσθαι. 33Ὁ Πέτρος ὅμως, σὰν διαμαρτυρόμενος δι᾿ αὐτό ποὺ ἀπεκάλυψε ὁ Κύριος, τοῦ εἶπε· <Κύριε, εἷμαι ἕτοιμος νὰ βαδίσω μαζῆ σου εἰς φυλακὴν καὶ εἰς θάνατον>. 34ὁ δὲ εἶπε· Λέγω σοι, Πέτρε, οὐ φωνήσει σήμερον ἀλέκτωρ πρὶν ἢ τρὶς ἀπαρνήσῃ μὴ εἰδέναι με. 34Ὁ δὲ Κύριος τοῦ εἶπε· <σὲ διαβεβαιώνω, Πέτρε, ὅτι δὲν θὰ λαλήσῃ κατὰ τὴν νύκτα αὐτὴν ὁ πετεινός, πρὶν σὺ τρεῖς φορὲς μὲ ἀπαρνηθῇς καὶ διακηρύξῃς ὅτι δὲν μὲ γνωρίζεις>. Διάλογος του Ιησού με τους μαθητές35Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὅτε ἀπέστειλα ὑμᾶς ἄτερ βαλαντίου καὶ πήρας καὶ ὑποδημάτων, μή τινος ὑστερήθητε; οἱ δὲ εἶπον· Οὐθενός. 35Καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς· <ὅταν σᾶς ἔστειλα κατὰ τὴν πρώτην περιοδείαν σας χωρὶς χρήματα, χωρὶς ταξιδιωτικὸ σακκίδιο καὶ χωρὶς ὑποδήματα, μήπως ἐστερηθήκατε τίποτε;> Ἐκεῖνοι δὲ ἀπήντησαν· <ὄχι,τίποτε δὲν ἐστερηθήκαμε>. 36εἶπεν οὖν αὐτοῖς· Ἀλλὰ νῦν ὁ ἔχων βαλάντιον ἀράτω, ὁμοίως καὶ πήραν, καὶ ὁ μὴ ἔχων πωλήσει τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ καὶ ἀγοράσει μάχαιραν. 36Εἶπε λοιπὸν εἰς αὐτούς· <τὰ πράγματα τώρα ἀλλάζουν καὶ πρέπει νὰ εἷσθε συνετοὶ καὶ προνοητικοί, διότι θὰ συναντήσετε δυσκολίας. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει βαλάντιον, ἂς τὸ παρ᾿ μαζῆ του, διότι θὰ τοῦ χρειασθοῦν χρήματα, πρὸς συντήρησίν του. Τὸ ἴδιο ἂς κάμῃ καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει σακκίδιο· ἂς τὸ παρ᾿ γεμάτο τρόφιμα καὶ ἂς πωλήσῃ τὸ ἔνδυμά του ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει μάχαιραν, διὰ νὰ ἀγοράσῃ.(Μὲ τὰ λόγια μου αὐτὰ δὲν θέλω νὰ σᾶς συστήσω ποτὲ νὰ ὁπλισθῆτε μὲ φονικὰ ὄργανα, διὰ νὰ ἀνθίσταθε εἰς τοὺς ἐχθροὺς σας, ἀλλὰ θέλω νὰ σᾶς κάμω νὰ ἐννοήσετε καλά, ὅτι θὰ συναντήσετε θανασίμους ἐχθροὺς διὰ τὸ ὄνομά μου, ἀπέναντι τῶν ὁποίων πρέπει νὰ φέρεσθε μὲ σταθερότητα καὶ μὲ σύνεσιν. Δι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ ὁπλισθῆτε μὲ τὰ πνευματικὰ ὅπλα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς). 37λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἔτι τοῦτο τὸ γεγραμμένον δεῖ τελεσθῆναι ἐν ἐμοί, τὸ καὶ μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθη· καὶ γὰρ τὰ περὶ ἐμοῦ τέλος ἔχει. 37Ὁ ἄσπονδος πόλεμος ἔχει τώρα ἀρχίσει ἐναντίον μου. Διότι σᾶς λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἐκπληρωθῇ εἰς ἐμὲ τώρα καὶ τοῦτο ἀκόμα, ποὺ ἔχει γραφῆ ἀπὸ τὸν προφήτην Ἠσαΐαν, τὸ: Καὶ μεταξὺ ἀνόμων καὶ κακούργων συγκαταριθμήθηκε, διὰ νὰ τιμωρηθῇ μαζῆ μὲ αὐτοὺς ὡς ἄνομος. Πρέπει νὰ γίνῃ καὶ αὐτό, διότι ὅσα ἔχουν προφητευθῆ περὶ ἐμοῦ παίρνουν τώρα τέλος καὶ πλήρη πραγματοποίησιν>. 38οἱ δὲ εἶπον· Κύριε, ἰδοὺ μάχαιραι ὧδε δύο. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἱκανόν ἐστι. 38Οἱ δὲ μαθηταί, ποὺ δὲν ἐκατάλαβαν τὸ ἀλληγορικὸν νόημα τῶν λόγων του, εἶπαν· <Κύριε, ἰδού, ὑπάρχουν ἐδῶ δύο μάχαιραι>. Ὁ δὲ Κύριος τοὺς εἶπε· <φθάνει ἕως ἐδῶ· ἂς σταματήσωμε τὴν συζήτησιν>. Η προσευχή του Ιησού στο όρος των ελαιών39Καὶ ἐξελθὼν ἐπορεύθη κατὰ τὸ ἔθος εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν· ἠκολούθησαν δὲ αὐτῷ καὶ οἱ μαθηταί αὐτοῦ. 39Καὶ ἀφοῦ ἐβγῆκεν ἐπῆγε, ὅπως ἐσυνήθιζε, εἰς τὸ ὅρος τῶν Ἐλαιῶν· τὸν ἠκολούθησαν δὲ καὶ οἱ μαθηταὶ του. 40γενόμενος δὲ ἐπὶ τοῦ τόπου εἶπεν αὐτοῖς· Προσεύχεσθε μὴ εἰσελθεῖν εἰς πειρασμόν. 40Ὅταν δὲ ἔφθασε εἰς τὸν γνωστὸν τόπον, ποὺ συνήθως ἤρχετο, τοὺς εἶπε· <προσεύχεσθε καὶ παρακαλεῖτε τὸν Θεὸν νὰ μὴ πέσετε εἰς πειρασμόν>. 41καὶ αὐτὸς ἀπεσπάσθη ἀπ᾿ αὐτῶν ὡσεὶ λίθου βολήν, καὶ θεὶς τὰ γόνατα προσηύχετο 41Καὶ αὐτὸς ἀπεμακρύνθη ἀπὸ αὐτούς, ὅσον περίπου ἠμπορεῖ ἔνας νὰ ρίψῃ τὸν λίθον καὶ ἀφοῦ ἐγονάτισε προσηύχετο 42λέγων· Πάτερ, εἰ βούλει παρενεγκεῖν τοῦτο τὸ ποτήριον ἀπ᾿ ἐμοῦ· πλὴν μὴ τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ σὸν γινέσθω. 42λέγων· <πάτερ, ἐὰν θέλῃς νὰ ἀπομακρύνης ἀπὸ ἐμὲ τὸ πικρὸν τοῦτο ποτήριον τοῦ Θανάτου, ἀπομάκρυνε τὸ, πλὴν ὅμως ἂς μὴ γίνῃ τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ ἰδικόν σου θέλημα>. 43ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος ἀπ’ οὐρανοῦ ἐνισχύων αὐτὸν. 43Παρουσιάσθηκε δὲ εἰς αὐτὸν τὴν ὥραν ἐκείνην ἄγγελος ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐνίσχυε τὰς σωματικὰς του δυνάμεις ποὺ εἴχαν πλέον ἐξαντληθῆ. 44καὶ γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο. ἐγένετο δὲ ὁ ἱδρὼς αὐτοῦ ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος καταβαίνοντες ἐπὶ τὴν γῆν. 44Καὶ περιέπεσε εἰς ἀγωνίαν καὶ προσηύχετο τώρα θερμότερα καὶ ἐκτενέστερα, καὶ ὁ ἄφθονος ἱδρώς, ποὺ ἔτρεχε ἀπὸ τὸ πρόσωπον καὶ τὸ σῶμα του, ἔγινε πηκτὸς σὰν θρόμβοι αἵματος, ποὺ πίπτουν εἰς τὴν γῆν. 45καὶ ἀναστὰς ἀπὸ τῆς προσευχῆς, ἐλθὼν πρὸς τοὺς μαθητὰς εὗρεν αὐτοὺς κοιμωμένους ἀπὸ τῆς λύπης, 45Καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθηκε ἀπὸ τὴν προσευχήν, ᾖλθε πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ τοὺς εὗρε νὰ κοιμῶνται, ἀπὸ τὴν κατάπτωσιν ποὺ τοὺς εἶχε προκαλέσει ἡ πολὺ λύπη. 46καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί καθεύδετε; ἀναστάντες προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν. 46Καὶ τοὺς εἶπε· <διατὶ κοιμᾶσθε; Σηκωθῆτε καὶ προσεύχεσθε, διὰ νὰ μὴν πέσετε εἰς πειρασμόν>. Η σύλληψη του Ιησού47Ἔτι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ ὄχλος, καὶ ὁ λεγόμενος Ἰούδας, εἷς τῶν δώδεκα, προῆγεν αὐτούς, καὶ ἤγγισε τῷ Ἰησοῦ φιλῆσαι αὐτόν· τοῦτο γὰρ σημεῖον δεδώκει αὐτοῖς· ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστιν. 47Ἐνῶ δὲ αὐτὸς ὠμιλοῦσε, ἰδοὺ ἔφθασε ὁ ὄχλος καὶ αὐτός ποὺ ἐλέγετο Ἰούδας, ἔνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, ἐπήγαινεν ἐμπρὸς ὡς ὁδηγὸς των καὶ ἐπλησίασε τὸν Ἰησοῦν, διὰ νὰ τὸν φιλήσῃ. Διότι αὐτὸ τοὺς εἶχε δώσει ὡς σημεῖον. Τοὺς εἶχε δηλαδὴ πεῖ· <ὅποιον φιλήσω, αὐτὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς>. 48ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἰούδα, φιλήματι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως; 48Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοῦ εἶπεν· <Ἰούδα, μὲ φίλημα, μὲ αὐτὸ τὸ δεῖγμα τῆς ἀγάπης, προδίδεις σὺ τώρα τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;> 49ἰδόντες δὲ οἱ περὶ αὐτὸν τὸ ἐσόμενον εἶπον αὐτῷ· Κύριε, εἰ πατάξομεν ἐν μαχαίρᾳ; 49Ὅταν δὲ εἶδαν οἱ μαθηταί, ποὺ ἦσαν γύρῳ ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν, αὐτὸ ποὺ θὰ συνέβαινε, τοῦ εἶπαν· <Κύριε, μᾶς δίνεις τὴν ἄδειαν νὰ τοὺς κτυπήσωμεν μὲ μάχαιραν;> 50καὶ ἐπάταξεν εἷς τις ἐξ αὐτῶν τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ οὖς τὸ δεξιόν. 50Καὶ κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς ἐκτύπησε μὲ μάχαιραν τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ τοῦ ἀπέκοψε τὸ δέξι αὐτί. 51ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἐᾶτε ἕως τούτου· καὶ ἁψάμενος τοῦ ὠτίου ἰάσατο αὐτόν· 51Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς εἶπε· <φθάνει ἕως ἐδῶ, μὴ προχωρεῖτε ἄλλο>. Καὶ ἀφοῦ ἤγγισε τὸ αὐτὶ τοῦ δούλου, τὸν ἐθεράπευσε. 52εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς παραγενομένους ἐπ᾿ αὐτὸν ἀρχιερεῖς καὶ στρατηγοὺς τοῦ ἱεροῦ καὶ πρεσβυτέρους· Ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξεληλύθατε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων; 52Εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς στρατηγοὺς τοῦ ἱεροῦ καὶ τοὺς πρεσβυτέρους, ποὺ εἴχαν ἔλθει καὶ αὐτοὶ ἐναντίον του· <ἐβγήκατε ὡπλισμένοι μὲ μαχαίρια καὶ ρόπαλα, σὰν νὰ ἐπηγαίνετε ἐναντίον λῃστοῦ; 53καθ᾿ ἡμέραν ὄντος μου μεθ᾿ ὑμῶν ἐν τῷ ἱερῷ οὐκ ἐξετείνατε τὰς χεῖρας ἐπ᾿ ἐμέ. ἀλλ᾿ αὕτη ἐστὶν ὑμῶν ἡ ὥρα καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ σκότους. 53Ὅταν ἐγὼ κάθε ἡμέραν ἤμουν μαζῆ σας εἰς τὸ ἱερόν, δὲν ἀπλώσατε τὰ χέρια σας ἐπάνω μου. Ἀλλὰ αὐτῇ εἶναι ἡ ὥρα, ποὺ τὴν ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς ὡς ὥραν ἰδικὴν σας, διὰ νὰ ἐκτελέσετε τὴν κακοῦργον ἀπόφασίν σας>. (Καὶ εἶναι ὥρα τοῦ σκότους καὶ τῆς νυκτός, διότι κατὰ κανόνα οἱ κακοῦργοι τὸ σκότος προτιμοῦν διὰ τὰ ἐγκλήματά των. Οἱ ἄνθρωποι, τοῦ σκότους, ὅπως εἷσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ὑποκρίνονται τὸν δίκαιον, εἰς τὸ σκότος διαπράττουν τὰ σκοτεινὰ των ἔργα). Ο Πέτρος αρνείται το Χριστό54Συλλαβόντες δὲ αὐτὸν ἤγαγον καὶ εἰσήγαγον αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀρχιερέως· ὁ δὲ Πέτρος ἠκολούθει μακρόθεν. 54Ἀφοῦ δὲ τὸν ἐπιασαν, τὸν ἔφεραν εἰς τὴν πόλιν καὶ τὸν ἔβαλαν εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἀρχιερέως. Ὁ δὲ Πέτρος ἀκολουθοῦσε μακράν. 55ἁψάντων δὲ πυρὰν ἐν μέσῳ τῆς αὐλῆς καὶ συγκαθισάντων αὐτῶν ἐκάθητο ὁ Πέτρος ἐν μέσῳ αὐτῶν. 55Ἀφοῦ δὲ οἱ στρατιῶται καὶ οἱ ὑπηρέται ἄναψαν φωτιὰ εἰς τὸ μέσον τῆς αὐλῆς καὶ ἐκάθισαν γύρῳ ἀπὸ αὐτήν, ἐκάθητο καὶ ὁ Πέτρος ἀνάμεσα εἰς αὐτούς. 56ἰδοῦσα δὲ αὐτὸν παιδίσκη τις καθήμενον πρὸς τὸ φῶς καὶ ἀτενίσασα αὐτῷ εἶπε· Καὶ οὗτος σὺν αὐτῷ ἦν· 56Μία δὲ νεαρὰ ὑπηρέτρια ὅταν τὸν εἶδε νὰ κάθεται εἰς τὸ φῶς ποὺ ἔρριχνε ἡ φωτιά, τὸν ἐκύτταξε προσεκτικὰ καὶ εἶπε· <καὶ αὐτὸς ἧτο μαζῆ μὲ ἐκεῖνον>. 57ὁ δὲ ἠρνήσατο λέγων· Γύναι, οὐκ οἶδα αὐτόν. 57Ὁ δὲ Πέτρος ἠρνήθη, λέγων· <γυναῖκα δὲν τὸν ξεύρω αὐτόν>. 58καὶ μετὰ βραχὺ ἕτερος ἰδὼν αὐτὸν ἔφη· Καὶ σὺ ἐξ αὐτῶν εἶ· ὁ δὲ Πέτρος εἶπεν· Ἄνθρωπε, οὐκ εἰμί. 58Καὶ ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγον καὶ ἄλλος τὸν εἶδε καὶ εἶπε· <καὶ σὺ εἷσαι ἀπὸ αὐτούς>. Ὁ Πέτρος ὅμως εἶπε· <ἄνθρωπε, ὄχι δὲν εἷμαι ἀπὸ αὐτούς>. 59καὶ διαστάσης ὡσεὶ ὥρας μιᾶς ἄλλος τις διισχυρίζετο λέγων· Ἐπ᾿ ἀληθείας καὶ οὗτος μετ᾿ αὐτοῦ ἦν· καὶ γὰρ Γαλιλαῖός ἐστιν. 59Καὶ ἀφοῦ ἐπέρασε μία περίπου ὥρα, καὶ κάποιος ἄλλος ἰσχυρίζετο καὶ ἔλεγε· <ἀλήθεια, καὶ τοῦτος ἐδῶ ἧτο μαζῆ μὲ αὐτόν, ποὺ δικάζεται μέσα. Διότι, ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν προφορὰν του, εἶναι Γαλιλαῖος>. 60εἶπε δὲ ὁ Πέτρος· Ἄνθρωπε, οὐκ οἶδα ὃ λέγεις. καὶ παραχρῆμα, ἔτι λαλοῦντος αὐτοῦ, ἐφώνησε ἀλέκτωρ. 60Ἀλλ᾿ὸ Πέτρος εἶπε· <ἄνθρωπε δὲν ξέρω τί λέγεις>. Καὶ ἀμέσως, ἐνῶ αὐτὸς ἀκόμη ὠμιλοῦσε, ἐλάλησεν ὁ πετεινός. 61καὶ στραφεὶς ὁ Κύριος ἐνέβλεψε τῷ Πέτρῳ, καὶ ὑπεμνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου, ὡς εἶπεν αὐτῷ ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι ἀπαρνήσῃ με τρίς· 61Καὶ τὴν στιγμὴν ἀκριβῶς ἐκείνην ἔστρεψεν ὁ Κύριος τὸ βλέμμα του καὶ ἐκύτταξε βαθύτατα τὸν Πέτρον. Καὶ ἐθυμήθηκε ὁ Πέτρος τὸν λόγον, ποὺ τοῦ εἶπε ὁ Κύριος, ὅτι πρὶν λαλήσῃ ὁ πετεινός, θὰ μὲ ἀπαρνηθῇς τρεῖς φορές. 62καὶ ἐξελθὼν ἔξω ὁ Πέτρος ἔκλαυσε πικρῶς. 62Καὶ ἐξελθὼν τότε ὁ Πέτρος ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλὴν τοῦ σπιτιοὺ τοῦ ἀρχιερέως ἔκλαψε πικρά. Οι εμπαιγμοί κατά του Ιησού63Καὶ οἱ ἄνδρες οἱ συνέχοντες τὸν Ἰησοῦν ἐνέπαιζον αὐτῷ δέροντες, 63Καὶ οἱ ἄνδρες, ποὺ ἐφρουρούσαν τὸν Ἰησοῦν τὸν ἐνέπαιζαν καὶ τὸν ἔδερναν. 64καὶ περικαλύψαντες αὐτὸν ἔτυπτον αὐτοῦ τὸ πρόσωπον καὶ ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Προφήτευσον τίς ἐστιν ὁ παίσας σε; 64Καὶ ἀφοῦ τοῦ ἐσκέπασαν ὁλόγυρα τὴν κεφαλήν, διὰ νὰ μὴ βλέπῃ, τὸν ἐκτυποῦσαν εἰς τὸ πρόσωπον καὶ τὸν ἐρωτοῦσαν, λέγοντες· <εἶπες ὅτι εἷσαι προφήτης· λοιπὸν προφήτευσε, ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ σὲ ἐκτύπησε;> 65καὶ ἕτερα πολλὰ βλασφημοῦντες ἔλεγον εἰς αὐτόν. 65Καὶ ἄλλας πολλὰς ὕβρεις καὶ χυδαιολογίας τοῦ ἔλεγαν, βλασφημοῦντες αὐτόν. Ο Ιησούς στο μέγα συνέδριο66Καὶ ὡς ἐγένετο ἡμέρα, συνήχθη τὸ πρεσβυτέριον τοῦ λαοῦ, ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, καὶ ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ συνέδριον ἑαυτῶν, λέγοντες· Εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, εἰπέ ἡμῖν. 66Καὶ ἀμέσως μόλις ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος καὶ ἔγινε ἡμέρα, ἐμαζευθηκαν οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ, οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ ἀνέβασαν αὐτὸν ἐμπρὸς εἰς τὸ συνέδριόν των, λέγοντες· <ἐὰν εἷσαι σὺ ὁ Χριστός, πὲς μας>. 67εἶπε δὲ αὐτοῖς· Ἐὰν ὑμῖν εἴπω, οὐ μὴ πιστεύσητε, 67Ὁ δὲ Ἰησοῦς τοὺς εἶπε· <ἐὰν σᾶς πῶ τί εἷμαι, δὲν θὰ πιστεύσετε. 68ἐὰν δὲ καὶ ἐρωτήσω, οὐ μὴ ἀποκριθῆτέ μοι ἢ ἀπολύσητε· 68Ἐὰν δὲ καὶ σᾶς ἐρωτήσω, δὲν θά μοῦ ἀπαντήσετε οὔτε καὶ θὰ μὲ ἀφήσετε ἐλεύθερον. 69ἀπὸ τοῦ νῦν ἔσται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καθήμενος ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. 69Ἀλλὰ ἀπὸ τώρα ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ κάθεται αἰωνίως εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ>. 70εἶπον δὲ πάντες· Σὺ οὖν εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ; ὁ δὲ πρὸς αὐτοὺς ἔφη· Ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐγώ εἰμι. 70Εἶπον δὲ ὅλοι· <σύ, λοιπόν, εἷσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ;>. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπήντησε εἰς αὐτούς· <τὸ λέγετε καὶ σεῖς οἱ ἴδιοι, ὅτι ἐγὼ εἷμαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ>. 71οἱ δὲ εἶπον· Τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτυρίας; αὐτοὶ γὰρ ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ. 71Αὐτοὶ δὲ εἶπαν· <τί μᾶς χρειάζεται πλέον μαρτυρία; Διότι ὅλοι ἠκούσαμε ἀπὸ τὸ στόμα του, νὰ λέγῃ ὅτι εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ εἶναι βλασφημία, ποὺ τιμωρεῖται μὲ θάνατον>. (Καὶ ἔτσι ἡ ἀλήθεια ποὺ τοὺς εἶπε ὁ Κύριος, ὅτι εἶναι ὁ Μεσσίας, καὶ τὴν ὁποίαν μὲ τὴν ἁγίαν διδασκαλίαν του, μὲ τὰ πρωτοφανῆ ἀναρίθμητα θαύματά του καὶ μὲ τὴν Ἁγιωτάτην ζωὴν του εἶχε ἀποδείξει, ἐχρησιμοποιήθη ἀπὸ τοὺς παρανόμους ἐκείνους δικαστὰς ὡς αἰτία τῆς καταδίκης του).