Κατὰ Λουκᾶν
Η αποστολή των εβδομήκοντα μαθητών1-12
1Μετὰ δὲ ταῦτα ἀνέδειξεν ὁ Κύριος καὶ ἑτέρους ἑβδομήκοντα, καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς ἀνὰ δύο πρὸ προσώπου αὐτοῦ εἰς πᾶσαν πόλιν καὶ τόπον οὗ ἤμελλεν αὐτὸς ἔρχεσθαι.
Μετὰ ταῦτα ἀνέδειξε ὁ Κύριος καὶ ἄλλους ἐβδομήκοντα μαθητὰς καὶ τοὺς ἔστειλε δύο-δύο μαζῆ, νὰ μεταβοῦν ἐνωρίτερα ἀπὸ αὐτὸν εἰς κάθε πόλιν καὶ τόπον, ὅπου ἐπρόκειτο καὶ αὐτὸς νὰ ἔλθῃ.
2ἔλεγεν δὲ πρὸς αὐτούς, Ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐργάτας ἐκβάλῃ εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ.
Ἔλεγε δὲ εἰς αὐτούς· <ὁ μὲν θερισμὸς εἶναι πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι.(Πολλοὶ δηλαδὴ εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν τὴν ἀγαθὴ διάθεσιν νὰ ἀκούσουν τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ὀλίγοι ὅμως εἶναι οἱ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου). Παρακαλέσατε, λοιπόν, τὸν Κύριον τοῦ θερισμοῦ, τὸν Θεόν, νὰ στείλῃ ἐργάτας εἰς τὸν θερισμὸν του.
3ὑπάγετε· ἰδοὺ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς ἄρνας ἐν μέσῳ λύκων.
Σεῖς πηγαίνετε τώρα ὡς ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου. Θὰ συναντήσετε ὅμως δυσκολίας καὶ ἐμπόδια. Ἰδοὺ ἐγὼ σᾶς στέλνω ὡς ἀρνία ἀνάμεσα εἰς λύκους.
4μὴ βαστάζετε βαλάντιον, μὴ πήραν, μηδὲ ὑποδήματα, καὶ μηδένα κατὰ τὴν ὁδὸν ἀσπάσησθε.
Μὴ κρατεῖτε ἐπάνω σας βαλάντιον, οὔτε ταξιδιωτικὸν σακκίδιο οὔτε ὑποδήματα, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά ποὺ φορεῖτε· καὶ εἰς τὸν δρόμον νὰ μὴ σταθῆτε νὰ χαιρετήσετε κανένα μὲ τοὺς μακροὺς χαιρετισμούς, ποὺ συνηθίζουν οἱ Ἑβραῖοι.
5εἰς ἣν δ᾿ ἂν οἰκίαν εἰσέρχησθε, πρῶτον λέγετε, εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ.
Εἰς ὅποιο δὲ σπίτι εἰσέρχεσθε, πρῶτα-πρῶτα νὰ λέτε: ῍Ας ἔλθῃ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ εἰς ὅλον αὐτὸν τὸν οἶκον.
6καὶ ἐὰν ᾖ ἐκεῖ υἱὸς εἰρήνης, ἐπαναπαύσεται ἐπ᾿ αὐτὸν ἡ εἰρήνη ὑμῶν· εἰ δὲ μήγε, ἐφ᾿ ὑμᾶς ἐπανακάμψει.
Καὶ ἂν μὲν ὑπάρχῃ ἐκεῖ ἄνθρωπος εἰρηνικὸς καὶ ἀγαθός, θὰ μείνῃ εἰς αὐτὸν ἡ εἰρήνη ποὺ εὐχηθήκατε, εἰ δ᾿ ἄλλως θὰ γυρίσῃ πάλιν εἰς σᾶς καὶ θὰ ἀπολαύσετε σεῖς τὴν εἰρήνην, ποὺ εὐχηθήκατε.
7ἐν αὐτῇ δὲ τῇ οἰκίᾳ μένετε ἐσθίοντες καὶ πίνοντες τὰ παρ᾿ αὐτῶν, ἄξιος γὰρ ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ ἐστι· μὴ μεταβαίνετε ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν.
Εἰς τὸ σπίτι δέ ποὺ ἐμπήκατε καὶ σᾶς ἐδέχθησαν, ἐκεῖ νὰ μένετε καὶ μὲ πᾶσαν ἁπλότητα νὰ τρώγετε καὶ νὰ πίνετε αὐτά, ποὺ σᾶς προσφέρουν. Διότι σεῖς εἷσθε πνευματικοὶ ἐργάται καὶ εἶναι δίκαιον ὡς μισθὸν τῆς ἐργασίας σας νὰ λαμβάνετε τουλάχιστον τὴν τροφὴν σας. Διότι ὁ ἐργάτης εἶναι δίκαιον νὰ παίρνῃ τὸν μισθὸν του. Μὴ πηγαίνετε δὲ ἀπὸ τὸ ἕνα σπίτι στὸ ἄλλο (διὰ νὰ μὴ δώσετε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι μὲ τὴν συνεχῆ αὐτὴν ἀλλαγὴν ἐπιδιώκετε περισσοτέρας περιποιήσεις).
8καὶ εἰς ἣν ἂν πόλιν εἰσέρχησθε καὶ δέχωνται ὑμᾶς, ἐσθίετε τὰ παρατιθέμενα ὑμῖν,
Εἰς ὅποιαν πόλιν πηγαίνετε καὶ σᾶς δέχονται οἱ κάτοικοι, νὰ τρώγετε αὐτά ποὺ σᾶς παραθέτουν, χωρὶς νὰ ζητῆτε τίποτε τὸ ἰδιαίτερον καὶ καλύτερον.
9καὶ θεραπεύετε τοὺς ἐν αὐτῇ ἀσθενεῖς, καὶ λέγετε αὐτοῖς, Ἤγγικεν ἐφ᾿ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Νὰ θεραπεύετε τοὺς ἀσθενεῖς, ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν καὶ νὰ λέγετε εἰς αὐτούς: Ἔχει πλησιάσει πλέον εἰς σᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποίαν ὁ Μεσσίας, ποὺ ᾖλθε, θὰ ἱδρύσῃ εἰς τὴν οἰκουμένην.
10εἰς ἣν δ᾿ ἂν πόλιν εἰσέρχησθε καὶ μὴ δέχωνται ὑμᾶς, ἐξελθόντες εἰς τὰς πλατείας αὐτῆς εἴπατε,
Εἰς ὁποίαν ὅμως πόλιν εἰσέρχεσθε καὶ δὲν σᾶς δέχονται, ἐβγᾶτε εἰς τὰς πλατείας της καὶ πέστε εἰς τὸν κόσμον, ποὺ θὰ εἶναι ἐκεῖ συγκεντρωμένος:
11καὶ τὸν κονιορτὸν τὸν κολληθέντα ἡμῖν ἀπὸ τῆς πόλεως ὑμῶν εἰς τοὺς πόδας ἡμῶν ἀπομασσόμεθα ὑμῖν· πλὴν τοῦτο γινώσκετε, ὅτι ἤγγικεν ἐφ᾿ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Καὶ τὴν σκόνη ποὺ ἔχει κολλήσει εἰς τὰ πόδια μας ἀπὸ τὴν πόλιν αὐτήν, τὴν τινάσσομεν καὶ σᾶς τὴν ἀφίνομεν. (Ἐφ᾿ ὅσον δὲν μᾶς ἐδεχθήκατε, τίποτε ἀπολύτως δὲν θέλομεν νὰ ἔχωμεν ἀπὸ σᾶς) ἀλλὰ μάθετε τοῦτο, ὅτι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔφθασε καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους, ποὺ δὲν τὴν δέχονται.
12λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι Σοδόμοις ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀνεκτότερον ἔσται ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ.
Σᾶς λέγω δὲ τοῦτο, ὅτι κατὰ τὴν μεγάλην ἡμέραν της κρίσεως, περισσότερον ὑποφερτὴ θὰ εἶναι ἡ τιμωρία τῶν Σοδόμων ἀπὸ τὴν τιμωρίαν τῆς πόλεως ἐκείνης.
Ο Ιησούς ταλανίζει τις αμετανόητες πόλεις13-16
Παράλληλα: Ματ ΙΑ 16-24
13οὐαί σοι, Χοραζίν· οὐαί σοι, Βηθσαϊδά· ὅτι εἰ ἐν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἐγένοντο αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν ὑμῖν, πάλαι ἂν ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ καθήμενοι μετενόησαν.
Ἀλλοίμονό σου, Χοραζίν, ἀλλοίμονό σου, Βηθσαϊδά! Διότι, ἐὰν εἰς τὰς εἰδωλολατρικὰς καὶ ἁμαρτωλὰς πόλεις Τῦρον καὶ Σιδῶνα, εἴχαν γίνει τὰ θαύματα, ποὺ ἔγιναν ἀνάμεσά σας, θὰ εἴχαν πρὸ πολλοῦ οἱ κάτοικοί τους μετανοήσει καὶ εἰς ἐκδήλωσιν τῆς μετανείας των θὰ εἴχαν καθίσει καταγῇς καὶ θὰ φοροῦσαν ἀντὶ ἐνδύματος σάκκον καὶ θὰ εἴχαν ἀντὶ μύρου εἰς τὸ κεφάλι των στάκτην.
14πλὴν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἀνεκτότερον ἔσται ἐν τῇ κρίσει ἢ ὑμῖν.
Ἀλλὰ θὰ εἶναι περισσότερον ὑποφερτὴ ἡ θέσις τῆς Τύρου καὶ Σιδῶνος καὶ ἐλαφροτέρα ἡ τιμωρία ποὺ θὰ τοὺς ἐπιβληθῇ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως παρὰ εἰς σᾶς.
15καὶ σύ, Καπερναούμ, ἡ ἕως τοῦ οὐρανοῦ ὑψωθεῖσα, ἕως ᾅδου καταβιβασθήσῃ.
Καὶ σύ, Καπερναούμ, ποὺ ἐδοξάσθης καὶ ὑψώθηκες ἕως τὸν οὐρανόν, ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὑπῆρξες κατοικία τοῦ Μεσσίου καὶ ἀξιώθηκες νὰ ἀπολαύσῃς τόσα καὶ τόσα θαύματα, θὰ καταπέσῃς βαθειὰ εἰς τὸν Ἅδην.
Ανάγνωσμα · Ταξιαρχών, 16-21
16Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με.
Ἐκεῖνος ποὺ ὑπακούει εἰς σᾶς, ὑπακούει εἰς ἐμὲ καὶ ἐκεῖνος ποὺ παρακούει σᾶς, παρακούει ἐμέ· ἐκεῖνος δέ ποὺ παρακούει ἐμέ, παρακούει τὸν Θεόν, ποὺ μὲ ἔστειλε σωτῆρα εἰς τὸν κόσμον>.
Η επιστροφή των εβδομήντα μαθητών17-20
17Ὑπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδομήκοντα μετὰ χαρᾶς λέγοντες, Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου.
Ἐγύρισαν ἀπὸ τὴν περιοδείαν των οἱ ἐβδομήκοντα μὲ χαρὰν μεγάλην καὶ ἔλεγαν· <Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσονται εἰς ἡμᾶς, μόλις ἐπικαλεσθοῦμε τὸ ὄνομά σου>.
18Εἶπε δὲ αὐτοῖς, Ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα.
Εἶπε δὲ εἰς αὐτούς· <ἀπὸ τότε ποὺ ἤρχισα τὸ ἔργον μου ἔβλαπα τὸν σατανᾶν νὰ ἀπογυμνώνεται ἀπὸ τὴν τυραννικὴν του ἐξουσίαν καὶ νὰ κρυμνίζεται συντετριμμένος μὲ ταχύτητα ἀστραπῆς ἀπὸ τὰ ὕψη τῆς κυριαρχίας του.
19ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ.
Ἰδοὺ ἐγὼ τώρα σᾶς δίδω τὴν ἐξουσίαν νὰ πατῆτε ἐπάνω εἰς φίδια καὶ σκορπιούς, νὰ ποδοπατῆτε καὶ νὰ ἐξουθενώνετε ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, δηλαδὴ τοῦ διαβόλου, καὶ τίποτε ἀπὸ ὅσα αὐτὸς ἐνάντιον σας πανουργεύεται καὶ ἐφευρίσκει δὲν θὰ σᾶς ἀδικήσῃ ἡ βλάψῃ.
20πλὴν ἐν τούτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
Πλήν, μὴ χαίρετε εἰς τοῦτο μόνον, εἰς τὸ ὅτι δηλαδὴ καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα ὑποτάσσονται εἰς σᾶς, κυρίως πρέπει νὰ χαίρετε καὶ νὰ εὐφραίνεσθε, διότι τὰ ὀνόματα σας ἔχουν γραφῆ εἰς τοὺς οὐρανούς, εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ>.
Ο Ιησούς απευθύνεται προς τον πατέρα γεμάτος αγαλλίαση21-24
Παράλληλα: Ματ ΙΑ 25-27, Ματ ΙΓ 16-17
21Ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν, Ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις· ναί, ὁ πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου.
Αὐτὴν δὲ τὴν ὥραν ἠσθάνθη ὁ Ἰησοῦς βαθυτάτην καὶ ζωηροτάτην χαρὰν εἰς τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν του καὶ εἶπε· <Σὲ εὐχαριστῶ καὶ σὲ δοξολογῶ, Πάτερ, Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, διότι μὲ δικαιοσύνην καὶ ἀγαθότητα ἐνεργῶν, ἔκρυψες τὰς ὑψηλὰς αὐτὰς ἀληθείας τῆς πίστεως ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θεωροῦνται σοφοὶ καὶ συνετοί, καὶ ἐφανέρωσες αὐτὰς εἰς ἁπλοϊκοὺς καὶ ἀφελεῖς ἀνθρώπους τοὺς μαθητάς μου, ποὺ φαίνονται σὰν νήπια ἐμπρὸς εἰς τοὺς σοφοὺς τοῦ κόσμου. Ναὶ Πάτερ, διότι αὐτῇ ἧτο ἡ ἀγαθὴ καὶ δικαίας θέλησίς σου>.
22καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς μαθητὰς εἶπε, Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τίς ἐστιν ὁ υἱὸς, εἰ μὴ ὁ πατήρ, καὶ τίς ἐστιν ὁ πατὴρ, εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι.
Καὶ ἀφοῦ ἐστράφη πρὸς τοὺς μαθητὰς εἶπε· <ὅλα μοῦ ἔχουν παραδοθῆ ἀπὸ τὸν Πατέρα μου. Ἐπῆρα καὶ ὡς ἄνθρωπος ἀπὸ αὐτὸν κάθε ἐξουσίαν. Ἐπειδὴ δὲ εἷμαι καὶ Θεός, ἴσος μὲ τὸν Πατέρα, κανεὶς δὲν γνωρίζει ἀκριβῶς καὶ τελείως ποῖος εἶναι ὁ Υἱός, παρὰ μόνον ὁ Πατήρ. Καὶ κανεὶς δὲν γνωρίζει πλήρως καὶ τελείως τὸν Πατέρα, παρὰ μόνον ὁ Υἱός, ἐν μέρει δὲ τὸν γνωρίζει καὶ ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Υἱὸς ἤθελε τὸν ἀποκαλύψει>.
23καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς μαθητὰς κατ᾿ ἰδίαν εἶπεν, Μακάριοι οἱ ὀφθαλμοὶ οἱ βλέποντες ἃ βλέπετε.
Καὶ ἐστράφη τότε πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ τοὺς εἶπε ἰδιαιτέρως· <Τρισευτυχισμένα τὰ μάτια σας ποὺ βλέπουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα βλέπετε.
24λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ προφῆται καὶ βασιλεῖς ἠθέλησαν ἰδεῖν ἃ ὑμεῖς βλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν.
Σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι πολλοὶ προφῆται καὶ βασιλεῖς ἠθέλησαν νὰ ἰδοῦν αὐτά, ποὺ σεῖς βλέπετε, καὶ δὲν εἶδαν καὶ νὰ ἀκούσουν αὐτά, ποὺ ἀκοῦτε, καὶ δὲν ἤκουσαν>.
Ο καλός Σαμαρείτης25-37
Παράλληλα: Ματ ΚΒ 35-40, Μαρκ ΙΒ 28-34
Ανάγνωσμα · Κυρ. ΚΕ (Λουκ Η), 25-37
Ανάγνωσμα · Ευχέλαιο Α, 25-37
25Καὶ ἰδοὺ νομικός τις ἀνέστη ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων, Διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;
Καὶ ἰδού, κάποιος νομοδιδάσκαλος ἐσηκώθηκε καὶ μὲ τὸν σκοπὸν νὰ πειράξῃ τὸν Χριστὸν καὶ νὰ ἀποδείξῃ εἰς αὐτὸν ὅτι δὲν γνωρίζει τὸν νόμον τοῦ εἶπε· <διδάσκαλε, τί πρέπει νὰ κάμω, διὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰωνίαν ζωήν;>
26ὁ δὲ εἶπεν πρὸς αὐτόν, Ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις;
Ὁ Κύριος δὲ τοῦ εἶπε· <εἰς τὸν νόμον τί εἶναι γραμμένον; Πῶς ἀντιλαμβάνεσαι αὐτὸ ποῦ διαβάζεις εἰς τὸν νόμον;>
27ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν, Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.
Ὁ νομικὸς δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε· <εἰς τὸν νόμον εἶναι γραμμένον, νὰ ἀγαπᾷς Κύριον τὸν Θεόν σου μὲ ὅλην σου τὴν καρδίαν καὶ μὲ ὅλην σου τὴν ψυχὴν καὶ μὲ ὅλην σου τὴν δύναμιν καὶ μὲ ὅλον σου τὸν νοῦν. (Ὅλος δὲ ὁ εὐατός σου, ὁ νοῦς, ἡ καρδία, ἡ θέλησις, ἡ δραστηριότης σου, τὸ πνεῦμα καὶ τὸ σῶμα, νὰ πλημμυρίζουν ἀπὸ τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν Θεόν). Νὰ ἀγαπᾷς δὲ καὶ τὸν πλησίον σου, ὅπως τὸν εὐατόν σου>.
28εἶπεν δὲ αὐτῷ, Ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ.
Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Κύριος· <πολὺ ὀρθὰ ἀπήντησες· ἔτσι νὰ κάνῃς καὶ θὰ κληρονομήσῃς τὴν αἰώνιον ζωήν>.
29ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦν, Καὶ τίς ἐστί μου πλησίον;
Ἐντροπιασμένος ὁ νομικὸς διότι ἐφάνηκε εἰς τὰ μάτια τῶν ἄλλων ὅτι διὰ ζήτημα πολὺ γνωστὸν ἠρώτησεν τὸν Χριστόν, ἠθέλησε νὰ δικαιολογηθῇ καὶ εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦν· <καὶ ποιὸς εἶναι ὁ πλησίον μου, ποὺ πρέπει νὰ ἀγαπῶ σὰν τὸν εὐατόν μου;>
30ὑπολαβὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν, Ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἰεριχὼ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα.
Ἐπῇρε δὲ ὁ Ἰησοῦς, ἐξ ἀφορμῆς αὐτῆς τῆς ἐρωτήσεως, πάλιν τὸν λόγον καὶ εἶπε τὴν παραβολήν· <Ἔνας ἄνθρωπος κατέβαινε ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ εἰς τὴν Ἱεριχὼ καὶ ἔπεσε εἰς τὰ χέρια λῃστῶν, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ τοῦ ἐπῆραν τὰ χρήματα, τὸν ἐγύμνωσαν, τὸν ἐπλήγωσαν καὶ ἔφυγαν, ἀφήσαντες αὐτὸν μισοπεθαμένον.
31κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν.
Κατὰ σύμπτωσιν ἔνας ἱερεὺς κατέβαινε εἰς τὸν δρόμον ἐκεῖνον καί, μολονότι εἶδε τὸν τραυματίαν, τὸν ἐπροσπέρασε, χωρὶς νὰ τοῦ δώσῃ καμμίαν βοήθειαν.
32ὁμοίως δὲ καὶ Λευῒτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε.
Τὸ ἴδιο καὶ κάποιος Λευΐτης, ὅταν ἔφθασε εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἐπλησίασε τὸν πληγωμένον, τὸν εἶδε, ἀλλὰ τὸν ἐπροσπέρασε ἀσυγκίνητος.
33Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ᾿ αὐτὸν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη,
Ἔνας ὅμως Σαμαρείτης, ὁ ὅποιος περνοῦσε ἀπὸ τὸν δρόμον ἐκεῖνον, ᾖλθε εἰς τὸ μέρος, ὅπου κατέκειτο μισοπεθαμένος ὁ τραυματίας, τὸν εἶδε καὶ τὸν ἐσπλαγχνίσθηκε.
34καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ·
Ἐπλησίασε κοντὰ του, ἔδεσε μὲ προσοχὴν πολλὴν τὰ τραύματά του, ἀφοῦ προηγουμένως τὰ ἔπλυνε καὶ τὰ ἄλειψε μὰ λάδι καὶ κρασί, τὸν ἀνέβασεν εἰς τὸ ζῷον του, τὸν ἐπῆγε εἰς κάποιο πανδοχεῖον καὶ τὸν ἐπεριποιήθηκε ὁ ἴδιος.
35καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθὼν, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ, ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι.
Τὴν ἄλλην δὲ ἡμέρα ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ δωμάτιον τοῦ τραυματίου, ὅπου εἶχε διανυκτερεύσει, ἔβγαλε δύο δηνάρια, τὰ ἔδωσε εἰς τὸν ξενοδόχον καὶ τοῦ εἶπε: Περιποιήσου τον, μὲ ὅσην ἐπιμέλειαν ἠμπορεῖς. Καὶ ὅ,τι ἐξοδέψεις παραπάνω, ἐγώ, ὅταν ἐπιστρέψω ἀπὸ τὴν πατρίδα μου, θά σοῦ τὸ πληρώσω σὰν προσωπικόν μου χρέος.
36τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς;
Λοιπόν, ἠρώτησε τότε ὁ Κύριος τὸν νομοδιδάσκαλον, ποιὸς ἀπὸ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς νομίζεις, ὅτι ἐφάνηκε πραγματικὸς πλησίον καὶ ἀδελφὸς διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν λῃστῶν;>
37ὁ δὲ εἶπεν, Ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ’ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.
Ἐκεῖνος δὲ εἶπε· <αὐτός ποὺ ἔκαμε πρᾶξιν εὐσπλαγχνίας καὶ ἀγάπης πρὸς ἐκεῖνον>. Εἶπε λοιπὸν εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· <πήγαινε καὶ σὺ καὶ πρᾶττε ὅμοια μὲ αὐτόν. (Κάνε τὸ καλὸν μὲ ἀγάπην πρὸς ὅλους, εἴτε Ἰουδαῖοι εἶναι εἴτε Σαμαρείται εἴτε φίλοι εἴτε ἐχθροί>).
Ο Ιησούς επισκέπτεται την Μάρθα και την Μαρία38-42
Γενέθλιο της Θεοτόκου38-42
Παράλληλα: ΙΑ 27-28
Ανάγνωσμα · Εισόδια της Θεοτόκου, 38-42
Ανάγνωσμα · Κοίμησις της Θεοτόκου, 38-42
38Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτοὺς καὶ αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά. γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἴκον αὐτῆς.
Καθὼς δὲ ὁ Κύριος μὲ τοὺς μαθητὰς του ἐπήγαιναν πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ, ἐμπῆκε ὁ Ἰησοῦς εἰς ἕνα χωριό. Κάποια δὲ γυναῖκα, ὀνόματι Μάρθα, τὸν ὑπεδέχθη εἰς τὸ σπίτι της.
39καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ.
Εἶχε δὲ αὐτῇ καὶ ἀδελφήν, ὀνόματι Μαρίαν, ἡ ὁποία ἐκάθισε κοντὰ εἰς τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἤκουε τὴν διδασκαλίαν του.
40ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε, Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται.
Ἡ δὲ Μάρθα, ἀπὸ τὴν μεγάλην της ἐπιθυμίαν καὶ προθυμίαν νὰ περιποιηθῇ ἀξίως τὸν διδάσκαλον, ἀπερροφᾶτο ἀπὸ τὰς πολλὰς ἀσχολίας. Εἰς κάποιαν στιγμὴν ἐστάθη κοντὰ εἰς τὸν Ἰησοῦν καὶ εἶπε· <Κύριε, δὲν σὲ μέλει ποὺ ἡ ἀδελφή μου μὲ ἀφῆκε μονὴν νὰ ἑτοιμάσω τὰ τοῦ φαγητοῦ διὰ σὲ καὶ τοὺς μαθητάς σου; Πὲς της λοιπὸν νὰ μὲ βοηθήσῃ>.
41ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά·
Ἀπήντησε δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· <Μάρθα, Μάρθα, ἐφορτώθηκες πολλὲς φροντίδες, ταλαιπωρεῖσαι καὶ κουράζεσαι διὰ νὰ ἐτοιμάσῃς πολλά.
42ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς.
Ἕνα ὅμως εἶναι τὸ χρησιμώτερον καὶ ἀπαραίτητον, ἡ πνευματικὴ τροφή, τὴν ὁποίαν προσφέρω ἐγώ. Ἡ δὲ Μαρία ἐδιάλεξε τὴν καλὴν μερίδα, τὴν πνευματικήν, ἡ ὁποία καὶ δὲν θὰ τῆς ἀφαιρεθῇ ποτὲ ἀπὸ κανένα. Διότι αἱ ὠφέλειαι ἀπὸ τὴν πνευματικὴν τροφὴν εἶναι αἰώνιαι καὶ ἀναφαίρετοι>.