Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κείμενα
Είσοδος
Ελεύθερη ανάγνωση: η Αγία Γραφή είναι ανοιχτή σε όλους, χωρίς λογαριασμό. Με λογαριασμό έχετε πρόσβαση σε όλη τη βιβλιοθήκη. Σύνδεση
Καινὴ Διαθήκη · Εὐαγγέλιον

Κατὰ Λουκᾶν

Κεφάλαιον ΙΕ΄
Λειτουργία ανάγνωσης

Η παραβολή του χαμένου πρόβάτου1-7

Παράλληλα: Ματ ΙΗ 12-14

1Ἦσαν δὲ ἐγγίζοντες αὐτῷ πάντες οἱ τελῶναι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀκούειν αὐτοῦ.

Καθὼς ἐπερνοῦσε τὰ διάφορα μέρη, τὸν ἐπλησίαζαν ὅλοι οἱ τελῶναι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ μὲ ἐνδιαφέρον νὰ ἀκούσουν τὴν διδασκαλίαν του.

2καὶ διεγόγγυζον οἵ Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς λέγοντες ὅτι Οὗτος ἁμαρτωλοὺς προσδέχεται καὶ συνεσθίει αὐτοῖς.

Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως καὶ οἱ γραμματεῖς ἐγόγγυζαν μεταξὺ των λέγοντες, ὅτι αὐτὸς δέχεται κοντὰ του μὲ πολλὴν συμπάθειαν ἁμαρτωλοὺς καὶ μάλιστα τρώγει μαζῆ των.

3εἶπεν δὲ πρὸς αὐτοὺς τὴν παραβολὴν ταύτην λέγων,

Εἶπε δὲ πρὸς αὐτοὺς τὴν παραβολὴν αὐτήν.

4Τίς ἄνθρωπος ἐξ ὑμῶν ἔχων ἑκατὸν πρόβατα καὶ ἀπολέσας ἓν ἐξ αὐτῶν, οὐ καταλείπει τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ πορεύεται ἐπὶ τὸ ἀπολωλὸς ἕως οὗ εὕρῃ αὐτό;

<Ποιὸς ἄνθρωπος ἀπὸ σᾶς, ἐὰν ἔχῃ ἑκατὸν πρόβατα καὶ χάσῃ ἕνα ἀπὸ αὐτά, δὲν ἀφίνει τὰ ἐνενῆντα ἐννέα μόνα των εἰς ἐρημικὸν μέρος καὶ πηγαίνει εἰς ἀναζήτησιν του χαμένου, ἕως ὅτου τὸ εὔρη;

5καὶ εὑρὼν ἐπιτίθησιν ἐπὶ τοὺς ὤμους αὐτοῦ χαίρων,

Καὶ ἀφοῦ τὸ εὔρη δὲν κτυπᾷ, ἀλλὰ τὸ βάζει γεμᾶτος χαρὰν ἐπάνω εἰς τοὺς ὤμους του.

6καὶ ἐλθὼν εἰς τὸν οἶκον συγκαλεῖ τοὺς φίλους καὶ τοὺς γείτονας λέγων αὐτοῖς, Συγχάρητέ μοι, ὅτι εὗρον τὸ πρόβατόν μου τὸ ἀπολωλός.

Καὶ ἀφοῦ ἔλθῃ εἰς τὸ σπίτι του, προσκαλεῖ τοὺς φίλους καὶ τοὺς γείτονας καὶ τοὺς λέγει: Χαρῆτε καὶ σεῖς μαζῆ μου, διότι εὑρῆκα τὸ χαμένο πρόβατό μου.

7λέγω ὑμῖν ὅτι οὕτω χαρὰ ἔσται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι ἢ ἐπὶ ἐνενήκοντα ἐννέα δικαίοις, οἵτινες οὐ χρείαν ἔχουσιν μετανοίας.

Σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι ἔτσι μεγάλη χαρὰ θὰ εἶναι εἰς τὸν οὐρανὸν δι᾿ ἕνα ἁμαρτωλόν ποὺ μετανοεῖ, περισσότερον κτυπητὴ ἀπὸ ὅσον εἶναι ἡ χαρὰ διὰ τοὺς ἐνενῆντα ἐννέα δικαίους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἀπὸ μετάνοιαν.(Χαίρει ὁ πανάγαθος Θεός. Χαίρουν τὰ ἀγγελικὰ τάγματα τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀγάπην ποὺ μᾶς ἔχουν, ποθοῦν καὶ ἐργάζονται ὡς λειτουργικὰ πνεύματα νὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς μετάνοιαν καὶ σωτηρίαν).

Το χαμένο νόμισμα8-10

8Ἢ τίς γυνὴ δραχμὰς ἔχουσα δέκα, ἐὰν ἀπολέσῃ δραχμὴν μίαν, οὐχὶ ἅπτει λύχνον καὶ σαροῖ τὴν οἰκίαν καὶ ζητεῖ ἐπιμελῶς ἕως ὅτου εὕρῃ;

῍Η ποιὰ γυναίκα, ποὺ ἔχει δέκα δραχμές, ἐὰν χάσῃ μίαν δραχμήν, δὲν ἀνάπτει τὸν λυχνάρι καὶ δὲν σαρώνει τὸ σπίτι καὶ δὲν ψάχνει προσεκτικὰ μὲ τὸ φῶς τοῦ λυχναριοῦ παντοῦ, ἕως ὅτου εὔρῃ τὴν δραχμήν;

9καὶ εὑροῦσα συγκαλεῖ τὰς φίλας καὶ τὰς γείτονας λέγουσα, Συγχάρητέ μοι, ὅτι εὗρον τὴν δραχμὴν ἣν ἀπώλεσα.

Καὶ ἀφοῦ τὴν εὔρῃ καλεῖ εἰς τὸ σπίτι της ὄλες τις φίλες καί τὶς γειτόνισες καὶ λέγει: Χαρῆτε μαζῆ μου, διότι εὑρῆκα τὴν δραχμήν ποὺ ἔχασα.

10οὕτω, λέγω ὑμῖν, γίνεται χαρὰ ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι.

Σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι γίνεται χαρὰ μεγάλη ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ συμμετοχὴν τῶν ἀγγέλων δι᾿ ἕνα ἁμαρτωλόν ποὺ μετανοεῖ>.

Η παραβολή του φιλεύσπλαχνου πατέρα (ή Η παραβολή του Ασώτου Υιού)11-32

Ανάγνωσμα · Κυρ. Ασώτου, 11-32

11Εἶπεν δέ, Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς.

Εἶπε δὲ ἀκόμη καὶ τὴν ἐξῆς παραβολήν· <ἔνας ἄνθρωπος εἶχε δύο υἱούς.

12καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί, Πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον.

Καὶ εἶπε ὁ νεώτερος ἀπὸ αὐτοὺς εἰς τὸν πατέρα: πατέρα, δός μου τὸ μερίδιο τῆς περιουσίας πού μοῦ ἀνήκει. Καὶ ὁ πατέρας ἐμοίρασε εἰς αὐτοὺς τὴν περιουσίαν του.

13καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισεν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως.

Καὶ ὕστερα ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας ὁ νεώτερος υἱὸς ἐμάζευσεν ὅλα ἀνεξαιρέτως ὅσα τοῦ εἶχε δώσει ὁ πατέρας καὶ ἐταξίδεψε εἰς μακρυνὴν χώραν. Καὶ ἐκεῖ ἐσπατάλησε τὴν περιουσίαν του ζῶν ἕνα βίον ἄσωτον, παραλυμένον καὶ ἀσυλλόγιστον.

14δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὰ κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι.

Ὅταν δὲ ἐξώδευσε ὅλα ὅσα εἶχε, ἔπεσε μεγάλη πεῖνα εἰς τὴν χώραν ἐκείνην καὶ αὐτὸς ἤρχισε νὰ στερῆται καὶ νὰ πεινᾷ.

15καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους·

Καὶ ἀπὸ τὴν πεῖναν πλέον ζαλισμένος ἐπῆγε καὶ προσκολλήθηκε σὰν δοῦλος εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς χώρας ἐκείνης. Καὶ αὐτὸς τὸν ἔστειλε εἰς τὰ χωράφια του, νὰ βόσκῃ χοίρους.

16καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ.

Καὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ γεμίσῃ τὴν κοιλίαν του ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα, ποὺ ἔτρωγαν οἱ χοίροι, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἔδιδε, διότι οἱ ὑπηρέται τὰ προώριζαν διὰ τοὺς χοίρους.

17εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε, Πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ὧδε ἀπόλλυμαι.

Κάποιαν ὅμως ἡμέραν συνῆλθεν ἀπὸ τὴν ζάλην καὶ τὸ κατάντημα τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς του καὶ εἶπε: Πόσοι μισθωτοὶ τοῦ πατέρα μου ἔχουν μὲ τὸ παραπάνω ψωμιὰ καὶ φαγητά, ἐγὼ δὲ χάνομαι ἀπὸ τὴν πεῖναν;

18ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ, Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου,

Καὶ ἀμέσως ἐπῇρε τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιστροφῆς καὶ εἶπε: Θὰ σηκωθῶ, θὰ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ πῶ· πατέρα μου, ἡμάρτησα εἰς τὸν οὐρανὸν ἐμπρὸς εἰς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀγγέλους του· ἡμάρτησα καὶ ἐνώπιόν σου, διότι περιφρόνησα τὴν πατρικήν σου ἀγάπην καὶ δὲν ἐλογάριασα τὴν λύπην, ποὺ θά σοῦ προξενοῦσα μὲ τὴν φυγήν μου.

19οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου.

Δὲν εἷμαι πλέον ἄξιος νὰ ὀνομασθῶ υἱός σου καὶ νὰ φέρω τὸ τιμημένο ὄνομά σου· κάμε μὲ σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας σου.

20καὶ ἀναστὰς ἦλθεν πρὸς τὸν πατέρα ἑαυτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν.

Καὶ ἔθεσε εἰς ἐφαρμογὴν τὴν καλὴν του ἀπόφασιν. Ἐσηκώθη καὶ ᾖλθε πρὸς τὸν πατέρα του. Ἐνῶ δὲ ἀκόμη εὑρίσκετο εἰς μακρυνὴν ἀπόστασιν, ὁ πατέρας του, ποὺ ἀπὸ καιρὸν τώρα τὸν ἐπερίμενε καὶ παρατηροῦσε πάντοτε μὲ λαχτάρα εἰς τὸν δρόμον, τὸν εἶδε καὶ τὸν ἐσπλαγχνίσθη, ἔτρεξε εἰς προϋπάντησίν του, ἔπεσε μὲ στοργὴν ἀπέραντον εἰς τὸν τράχηλον τοῦ παιδιοῦ του, τὸ ἀγκαλιασε καὶ τὸ ἐγέμισε φιλήματα.

21εἶπεν δὲ αὐτῷ ὁ υἱὸς, Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου.

Συντετριμμένος ὁ υἱὸς ἀπὸ τὴν ἀπέραντον αὐτὴν στοργὴν εἶπε εἰς τὸν πατέρα του: Πατέρα, ἡμάρτησα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου καὶ δὲν εἷμαι ἄξιος νὰ ὀνομασθῶ υἱός σου.

22εἶπεν δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ, Ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας,

Ὁ δὲ πατέρας τὸν διέκοψε, ἐστράφη πρὸς τοὺς δούλους, ποὺ εἴχαν μαζευθῆ ἐκεῖ, καὶ εἶπε: Βγάλτε τὴν πιὸ καλὴ φορεσιὰ καὶ ἐνδύσατέ τον, καὶ δῶστε του τὸ δακτυλίδι εἰς τὰ χέρια, σὰν αὐτό ποῦ φοροῦν οἱ ἐλεύθεροι καὶ οἱ κύριοι. Δῶστε του ὑποδήματα εἰς τὰ πόδια, διὰ νὰ μὴ περπατῇ ξυπόλητος ὅπως οἱ δοῦλοι.

23καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν,

Καὶ φέρτε τὸ θρεφτὸ μοσχάρι, σφάξτε τὸ καὶ ἐτοιμάστε τὸ πιὸ πλούσιο τραπέζι, διὰ νὰ πανηγυρίσωμε τὸ ἐξαιρετικὰ χαρμόσυνο αὐτὸ γεγονός. Καὶ ἀφοῦ φᾶμε, ἂς εὐφρανθοῦμε ὅλοι.

24ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι.

Διότι ὁ υἱός μου αὐτὸς ἧτο νεκρὸς καὶ ἀναστήθηκε, χαμένος ἧτο καὶ εὐρέθηκε. Καὶ ἤρχισαν νὰ εὐφραίνωνται. (Ἄγγελοι καὶ δίκαιοι καλοῦνται ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ χαροῦν καὶ νὰ εὐφρανθοῦν, ὅταν ἔνας ἁμαρτωλός, ποὺ ἐγκατέλειψε τὸν Θεὸν καὶ ἐσπατάλησε τὰ θεῖα δῶρα εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ ἐβυθίσθη εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν καὶ τὴν κοινὴν περιφρόνησιν, μετανοήσῃ εἰλικρινῶς, ἐπανέλθῃ πρὸς τὸν Πατέρα καὶ ξαναπάρῃ τὴν υἱοθεσίαν καὶ τὴν πρώτην του θέσιν).

25Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν,

Ἀλλὰ ὁ μεγαλύτερος υἱὸς εὑρίσκετο εἰς τὸ χωράφι καὶ καθὼς τὴν ὥραν ποὺ ἤρχετο ἐπλησίασε εἰς τὸ σπίτι, ἤκουσε μουσικὰ ὄργανα καὶ τραγούδια καὶ χορούς.

26καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα.

Καὶ ἀφοῦ ἐκάλεσε ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας, τὸν ἠρώτησε τί ἄραγε εἶναι αὐτά ποὺ γίνονται.

27ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι Ὁ ἀδελφός σου ἥκει, καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν.

Ἐκεῖνος δὲ τοῦ εἶπε ὅτι: Ἦλθε ὁ ἀδελφός σου καὶ ὁ πατέρας σου ἔσφαξε τὸ θρεπτὸ μοσχάρι, διότι μὲ μεγάλην χαρὰν τὸν εἶδε καὶ τὸν ὑπεδέχθη ὑγιῆ.

28ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν.

Ἐθύμωσε δὲ αὐτὸς καὶ δὲν ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ σπίτι καὶ νὰ παρακαθίσῃ εἰς τὸ χαρμόσυνο τραπέζι. Ὅταν ὁ πατέρας ἐπληροφορήθη αὐτό, ἐβγῆκε ἔξω πρὸς τὸν μεγαλύτερον υἱὸν καὶ μὲ στοργὴν πολλὴν τὸν παρακαλοῦσε.

29ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρὶ, Ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ·

Ἐκεῖνος ὅμως πικραμένος ἀπεκρίθη μὲ δυσφορίαν μεγάλην καὶ τοῦ εἶπε: Ἰδοὺ τόσα χρόνια σὲ ὑπηρετῶ καί ποτὲ δὲν κατεπάτησα τὴν ἐντολή σου. Καὶ ὅμως εἰς ἐμὲ δὲν ἔδωσές ποτὲ ἕνα κατσίκι, διὰ νὰ ἐφρανθῶ μὲ τοὺς φίλους μου.

30ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν.

Ὅταν δὲ ᾖλθε τὸ παιδί σου αὐτό, ποὺ κατέφαγε τὸ βιό σου μὲ πόρνας, ἔσφαξες πρὸς χάριν του τὸ θρεπτὸ μοσχάρι.

31ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ, Τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν·

Εἶπε δὲ εἰς αὐτὸν ὁ πατέρας: Παιδί μου, σὺ πάντοτε εἷσαι μαζῆ μου καὶ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά μου εἶναι δικά σου καί ποτὲ ἀπὸ τίποτε δὲν σὲ ἐστέρησα.

32εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησεν, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

Ἔπρεπε δὲ καὶ σὺ νὰ εὐρανθῇς καὶ νὰ χαρῇς, διότι ὁ ἀδελφός σου αὐτὸς ἧτο νεκρὸς καὶ ἀναστήθηκε, χαμένος καὶ ξαναβρέθηκε>. (Ἀγανακτοῦσαν οἱ ὑψηλόφρονες Φαρισαῖοι, ὅταν ἔβλεπαν τὸν Κύριον νὰ δέχεται μὲ στοργὴν τοὺς μετανοοῦντας ἁμαρτωλοὺς καὶ νὰ τοὺς ἀνακηρύσσῃ πολίτας τῆς βασιλείας του. Ἐγωπαθεῖς καὶ ἰδιοτελεῖς, καθὼς ἦσαν οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ ὅμοιοι μὲ αὐτούς, τυπικῶς μόνον καὶ ἐξωτερικῶς τιμῶντες τὸν Θεόν, ἀπεξένωσαν τὸν εὐατὸν των ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν χαρμόσυνον ἐπικοινωνίαν μὲ τοὺς πολίτας τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν).