Κατὰ Ἰωάννην · ΙΣΤ΄
Εὐαγγέλιον

Κατὰ Ἰωάννην

Κεφάλαιον ΙΣΤ΄

1Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε. 1Αὐτὰ σᾶς τὰ εἶπα, διὰ νὰ μὴν κλονισθῆτε εἰς τὴν πίστιν σας, ὅταν θὰ ἀντικρύσετε τὸ μῖσος, ποὺ ὁ κόσμος αἰσθάνεται καὶ ἐκδηλώνει ἐναντίον μου. 2ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ᾿ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ. 2Θὰ σᾶς ἀποκόψουν καὶ θὰ σᾶς ἀποκλείσουν ἀπὸ τὰς συναγωγὰς των οἱ Ἑβραῖοι. Καὶ ἀκόμη περισσότερον, ἔρχεται ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν καθένας ποὺ θὰ σᾶς φονεύσῃ θὰ νομίσῃ ὅτι προσφέρει λατρείαν εἰς τὸν Θεόν. (Τυφλωμένοι οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν κακότητά των θὰ θεωροῦν εὐάρεστον εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀξιέπαινον ἔργον τὸν φόνον σας). 3καὶ ταῦτα ποιήσουσιν, ὅτι οὐκ ἔγνωσαν τὸν πατέρα οὐδὲ ἐμέ. 3Καὶ θὰ κάμουν ὅλα αὐτὰ ἐναντίον σας, διότι, ἕνεκα τῆς ἀμετανοήτου σκληροκαρδίας των, δὲν ἐγνώρισαν τὸν Πατέρα οὔτε ἐμέ, μολονότι τόσα καὶ τόσα ἤκουσαν. 4ἀλλὰ ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, μνημονεύητε αὐτῶν ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν. ταῦτα δὲ ὑμῖν ἐξ ἀρχῆς οὐκ εἶπον, ὅτι μεθ᾿ ὑμῶν ἤμην. 4Αὐτὰ ὅμως σᾶς τὰ εἶπα, ὥστε ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, ποὺ θὰ τὰ βλέπετε νὰ πραγματοποιοῦνται, νὰ ἐνθυμῆσθε τὰ λόγια μου, ὅτι δηλαδὴ ἐγὼ σᾶς τὰ προεῖπα, διὰ νὰ μένετε σταθεροὶ καὶ ἄκαμπτοι εἰς τὴν πίστιν καὶ τὸ ἔργον σας. Δὲν σᾶς τὰ εἶπα δὲ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ποὺ σᾶς ἐκάλεσα ὡς μαθητάς μου, διότι ἤμουνα κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ καὶ μέχρι σήμερα μαζῆ σας. Το έργο του πνεύματος5νῦν δὲ ὑπάγω πρὸς τὸν πέμψαντά με, καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐρωτᾷ με ποῦ ὑπάγεις! 5Τώρα δὲ πηγαίνω πρὸς Ἐκεῖνον, ποὺ μὲ ἔστειλε. Καὶ διότι σεῖς εἷσθε βαρυμένοι ἀπὸ τὴν λύπην τοῦ χωρισμοῦ μας καὶ ἀπὸ τὰς δυσκολίας καὶ τοὺς διωγμούς, ποὺ σᾶς προανήγγειλα, κανένας ἀπὸ σᾶς δὲν μὲ ἐρωτᾷ, ποῦ πηγαίνεις! 6ἀλλ᾿ ὅτι ταῦτα λελάληκα ὑμῖν, ἡ λύπη πεπλήρωκε ὑμῶν τὴν καρδίαν. 6Ἀλλά, διότι σᾶς εἶπα αὐτά, ἡ λύπη ἐγέμισε τὴν καρδίαν σας. 7ἀλλ᾿ ἐγὼ τὴν ἀλήθειαν λέγω ὑμῖν· συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω. ἐὰν γὰρ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς· ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς· 7Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω τὴν ἀλήθειαν καὶ προσέξατέ την· εἶναι συμφέρον σας νὰ φύγω ἐγώ, διὰ τοῦ σταυρικοὺ θανάτου, ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν. Διότι ἐὰν ἐγὼ δὲν φύγω, ὁ Παράκλητος δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς σᾶς. Ἐὰν ὅμως προσφέρω τὴν μεγάλην θυσίαν καὶ πορευθῶ πρὸς τὸν Πατέρα, θὰ στείλω τὸν Παράκλητον εἰς σᾶς. 8καὶ ἐλθὼν ἐκεῖνος ἐλέγξει τὸν κόσμον περὶ ἁμαρτίας καὶ περὶ δικαιοσύνης καὶ περὶ κρίσεως. 8Καὶ ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος θὰ ἐλέγξῃ τὸν ἁμαρτωλὸν καὶ ἀμετανόητον κόσμον περὶ μιᾶς μεγάλης ἁμαρτίας, τὴν ὁποίαν ὁ κόσμος διαπράττει τώρα καὶ περὶ δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν καταπατοῦν αὐτοί ποὺ ἐτοιμάζουν τὴν σταύρωσίν μου καὶ περὶ κατακρίσεως καὶ καταδίκης τοῦ διαβόλου. 9περὶ ἁμαρτίας μέν, ὅτι οὐ πιστεύουσιν εἰς ἐμέ· 9Περὶ ἁμαρτίας μὲν θὰ καταδικάσῃ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, διότι μολονότι τόσα εἶδον καὶ ἤκουσαν δὲν πιστεύουν εἰς ἐμέ. 10περὶ δικαιοσύνης δέ, ὅτι πρὸς τὸν πατέρα μου ὑπάγω καὶ οὐκέτι θεωρεῖτέ με· 10Περὶ δικαιοσύνης δέ, διότι ἀντίθετα πρὸς ὅσα ἐναντίον ἐμοῦ, ὡς ἐὰν ἤμουν ἐγκληματίας, ἀποφασίζουν καὶ πράττουν οἱ σταυρωταί μου, θὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην ὁ Παράκλητος καὶ θὰ ἀποδείξῃ ὅτι εἷμαι δίκαιος καὶ ὅτι πηγαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου, διότι ἐτήρησα κατὰ πάντα τὸ θέλημά του καὶ ἔτσι σεῖς δὲν θὰ μὲ βλέπετε πλέον μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματός σας. 11περὶ δὲ κρίσεως, ὅτι ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου κέκριται. 11Περὶ δὲ τῆς κρίσεως θὰ ἀποδείξῃ ὁ Παράκλητος ὅτι ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἔχει κριθῇ, καταδικασθῇ καὶ χάσει πλέον τὴν ἐξουσίαν του ἐπάνω εἰς τὴν ἀνθρωπότητα. 12Ἔτι πολλὰ ἔχω λέγειν ὑμῖν, ἀλλ᾿ οὐ δύνασθε βαστάζειν ἄρτι. 12Ἔχω πολλὰ ἀκόμη νὰ σᾶς εἴπω, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε τώρα νὰ τὰ κρατήσετε καὶ νὰ τὰ ἐννοήσετε. 13ὅταν δὲ ἔλθῃ ἐκεῖνος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁδηγήσει ὑμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν· οὐ γὰρ λαλήσει ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἀλλ᾿ ὅσα ἂν ἀκούσει λαλήσει, καὶ τὰ ἐρχόμενα ἀναγγελεῖ ὑμῖν. 13Ὅταν ὅμως ἔλθῃ ἐκεῖνος, δηλαδὴ τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ εἰς κάθε ἀλήθειαν, ποὺ ἀναφέρεται εἰς τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας. Διότι δὲν θὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἐκεῖνος ἀπὸ τὸν εὐατὸν του, ἄσχετα ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἐμέ, ἀλλὰ θὰ εἴπῃ ὅσα ἀκούσει ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ θὰ σᾶς ἀναγγείλῃ ὅσα πρόκειται νὰ συμβοῦν. 14ἐκεῖνος ἐμὲ δοξάσει, ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν. 14Ἐκεῖνος θὰ δοξάσῃ ἐμέ, διότι ἀπὸ τὸν ἰδικόν μου ἀπεριόριστον πλοῦτον θὰ λάβῃ καὶ θὰ τὰ ἀναγγείλῃ εἰς σᾶς. 15πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι· διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ἐκ τοῦ ἐμοῦ λήψεται καὶ ἀναγγελεῖ ὑμῖν. 15Ὅλα δὲ ὅσα ἔχει ὁ Πατὴρ εἶναι ἰδικά μου, διὰ τοῦτο καὶ σᾶς εἶπα ὅτι ὁ Παράκλητος θὰ λάβῃ ἀπὸ τοὺς ἰδικούς μου θησαυροὺς τῆς σοφίας, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ τοῦ Πατρὸς καὶ θὰ ἀναγγείλῃ αὐτὰ εἰς σᾶς. Η λύπη θα μετατραπεί σε χαρά16μικρὸν καὶ οὐκέτι θεωρεῖτέ με, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με, ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα. 16Ἀκόμη ὀλίγον χρόνον καὶ δὲ θὰ μὲ βλέπετε πλέον μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος· ἀλλὰ καὶ πάλιν ἔπειτα ἀπὸ μικρὸν χρόνον θὰ μὲ ἴδετε, ἀμέσως δηλαδὴ μετὰ τὴν ἀνάστασίν μου, καὶ θὰ μὲ ἴδετε ἐπὶ πλέον μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς σας, διότι ἐγὼ πηγαίνω πρὸς τὸν Πατέρα, τὸν ὁποῖον καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ σᾶς στείλῃ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον>. 17Εἶπον οὖν ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ πρὸς ἀλλήλους· Τί ἐστι τοῦτο ὃ λέγει ἡμῖν, μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με, καί ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα; 17Εἶπαν τότε μερικοὶ ἀπὸ τοὺς μαθητὰς του μεταξὺ των· τί σημαίνει αὐτό ποὺ μᾶς λέγει, ὀλίγον χρόνον καὶ δὲν θὰ μὲ βλέπετε, καὶ πάλιν ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγο θὰ μὲ ἴδετε καὶ ὅτι ἐγὼ πηγαίνω πρὸς τὸν Πατέρα;> 18ἔλεγον οὖν· Τοῦτο τί ἐστιν ὃ λέγει τὸ μικρόν; οὐκ οἴδαμε τί λαλεῖ. 18Ἔλεγαν λοιπόν· <τί σημαίνει αὐτὸ τὸ, μικρόν, ποὺ λέγει; Δὲν ἐννοοῦμεν τί λέγει>. 19ἔγνω οὖν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἤθελον αὐτὸν ἐρωτᾶν, καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Περὶ τούτου ζητεῖτε μετ᾿ ἀλλήλων ὅτι εἶπον, μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με; 19Ὁ Ἰησοῦς μὲ τὴν θείαν αὐτοῦ γνῶσιν ἀντελήφθη ὅτι ἤθελαν οἱ μαθηταὶ νὰ τὸν ἐρωτήσουν καὶ τοὺς εἶπε· <συζητεῖτε μεταξὺ σας περὶ αὐτοῦ ποὺ σᾶς εἶπα, ὅτι δηλαδὴ ὀλίγον χρόνον καὶ δὲν θὰ μὲ βλέπετε μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος, καὶ πάλιν ὀλίγον χρόνον καὶ θὰ μὲ ἴδετε; 20ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι κλαύσετε καὶ θρηνήσετε ὑμεῖς, ὁ δὲ κόσμος χαρήσεται· ὑμεῖς δὲ λυπηθήσεσθε, ἀλλ᾿ ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαρὰν γενήσεται. 20Σᾶς πληροφορῶ καὶ σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι σεῖς θὰ κλάψετε καὶ θὰ θρηνήσετε διὰ τὸν σταυρικόν μου θάνατον, ὁ δὲ ἁμαρτωλὸς καὶ ἀμετανόητος κόσμος θὰ χαρῇ. Σεῖς θὰ ληπηθῆτε βέβαια, ἀλλὰ πολὺ σύντομα ἡ λύπη σας θὰ γίνῃ χαρά. 21ἡ γυνὴ ὅταν τίκτῃ, λύπην ἔχει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς· ὅταν δὲ γεννήσῃ τὸ παιδίον, οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον. 21Ἡ γυναίκα ὅταν γεννᾷ, ἔχει πόνους καὶ λύπην, διότι ᾖλθε ἡ ὥρα της. Ὅταν ὅμως γεννήσῃ τὸ παιδί, τότε δὲν ἐνθυμεῖται πλέον τὴν θλῖψιν καὶ τοὺς πόνους, ἕνεκα τῆς χαράς ποὺ δοκιμάζει, διότι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον. 22καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία, καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν. 22Καὶ σεῖς, λοιπόν, τώρα μὲν ἔχετε λύπην, πάλιν ὅμως θὰ σᾶς ἴδω μετὰ τὴν ἀνάστασίν μου καὶ θὰ γεμίσῃ ἡ καρδιά σας ἀπὸ χαράν, καὶ τὴν χαρὰν σας αὐτὴν κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὴν ἀφαιρέσῃ. 23καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐμὲ οὐκ ἐρωτήσετε οὐδέν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὅσα ἄν αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δώσει ὑμῖν. 23Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ποὺ θὰ κατέλθῃ εἰς σᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, δὲν θὰ μὲ ἐρωτήσετε τίποτε, διότι θὰ σᾶς ἔχῃ φωτίσει Ἐκεῖνο. Ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅτι ὅσα ζητήσετε ἀπὸ τὸν Πατέρα μου ἐν τῷ ὀνόματί μου, θὰ σᾶς τὰ δώσῃ. 24ἕως ἄρτι οὐκ ᾐτήσατε οὐδὲν ἐν τῷ ὀνόματί μου· αἰτεῖτε καὶ λήψεσθε, ἵνα ἡ χαρὰ ὑμῶν ᾖ πεπληρωμένη. 24Ἕως τώρα δὲν ἔχετε ζητήσει τίποτε, ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα ἐμοῦ, ποὺ εἷμαι ὁ αἰώνιος ἀρχιερεὺς καὶ μεσίτης ἰδικὸς σας πλησίον τοῦ Πατρός. Ἀπὸ ἐδῶ ὅμως καὶ πέρα νὰ ζητῆτε πάντοτε καὶ θὰ λαμβάνετε, διὰ νὰ εἶναι ἔτσι πλήρης καὶ τελεία ἡ χαρὰ σας ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ Πατὴρ θὰ ἀκούῃ τὰς προσευχὰς σας. Ο Ιησούς νίκησε τον κόσμο25Ταῦτα ἐν παροιμίαις λελάληκα ὑμῖν· ἀλλ᾿ ἔρχεται ὥρα ὅτε οὐκέτι ἐν παροιμίαις λαλήσω ὑμῖν, ἀλλὰ παρρησίᾳ περὶ τοῦ πατρὸς ἀπαγγελῶ ὑμῖν. 25Αὐτὰ σᾶς τὰ εἶπα μὲ παραβολὰς καὶ ἀλληγορίας, κάπως συνεσκιασμένα καὶ ἀσαφῆ, ἐπειδὴ ὅσον καθαρὰ καὶ ἂν σᾶς τὰ εἴπω, δὲν εἷσθε ἀκόμη εἰς θέσιν νὰ τὰ ἐννοήσετε. Ἔρχεται ὅμως ὥρα, ὁπότε δὲν θὰ σᾶς ὁμιλήσω πλέον μὲ παραβολὲς καὶ ἀλληγορίες, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀναγγείλω καθαρὰ καὶ ξάστερα τὰ περὶ τοῦ Πατρὸς καὶ τὰ ὁποῖα μὲ τὸν φωτισμὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θὰ τὰ ἐννοήσετε ἐντελῶς. 26ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐν τῷ ὀνόματί μου αἰτήσεσθε· καὶ οὐ λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα περὶ ὑμῶν· 26Κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον θὰ ζητήσετε, ἐν τῷ ὀνόματί μου, ὅτι θέλετε ἀπὸ τὸν Πατέρα. Καὶ τότε δὲν σᾶς λέγω ὅτι ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα γιὰ σᾶς. 27αὐτὸς γὰρ ὁ πατὴρ φιλεῖ ὑμᾶς, ὅτι ὑμεῖς ἐμὲ πεφιλήκατε, καὶ πεπιστεύκατε ὅτι ἐγὼ παρὰ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον. 27Καὶ τοῦτο διότι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Πατήρ μου σᾶς ἀγαπᾷ, ἐπειδὴ καὶ σεῖς ἔχετε ἀγαπήσει ἐμὲ καὶ ἔχετε πιστεύσει ὅτι ἐγὼ ἐγεννήθην ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἔχω σταλῇ εἰς τὸν κόσμον. 28ἐξῆλθον παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον· πάλιν ἀφίημι τὸν κόσμον καὶ πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα. 28Μονογενὴς ἐγὼ Υἱὸς τοῦ Πατρός, ἐβγῆκα ἀπὸ τὸν Πατέρα μὲ τὴν ἐνανθρώπησίν μου καὶ ἦλθα εἰς τὸν κόσμον. Πάλιν ἀφίνω τὸν κόσμον καὶ πηγαίνω πρὸς τὸν Πατέρα>. 29Λέγουσιν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· Ἴδε νῦν παρρησίᾳ λαλεῖς, καὶ παροιμίαν οὐδεμίαν λέγεις. 29Λέγουν πρὸς αὐτὸν οἱ μαθηταὶ του· <ἰδοὺ τώρα ὁμιλεῖς καθαρά, καὶ δὲν λέγεις καμμίαν δυσκολονόητον παραβολήν. 30νῦν οἴδαμεν ὅτι οἶδας πάντα καὶ οὐ χρείαν ἔχεις ἵνα τίς σε ἐρωτᾷ· ἐν τούτῳ πιστεύομεν ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐξῆλθες. 30Τώρα, ποὺ χωρὶς νά σοῦ εἴπωμεν τίποτε εἶδες τὰς ἀπορίας μας, ἐπείσθημεν ὅτι γνωρίζεις τὰ πάντα καὶ δὲν ἔχεις ἀνάγκην νά σοῦ διατυπώσῃ κανεὶς τὴν ἐρώτησίν του, διὰ νὰ γνωρίσῃς τί σκέπτεται. Ἀκριβῶς λόγῳ τῆς παγγνωσίας σου αὐτῆς πιστεύομεν ὅτι κατάγεσαι ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἀπὸ αὐτὸν ἔχεις σταλῇ εἰς τὸν κόσμον>. 31ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἄρτι πιστεύετε· 31Ἀπήντησεν εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· <τώρα πιστεύετε, καὶ ὅμως θὰ κλονισθῇ ἡ πίστις σας. 32ἰδοὺ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐλήλυθεν, ἵνα σκορπισθῆτε ἕκαστος εἰς τὰ ἴδια καὶ ἐμὲ μόνον ἀφῆτε· καὶ οὐκ εἰμὶ μόνος, ὅτι ὁ πατὴρ μετ᾿ ἐμοῦ ἐστι. 32Ἰδοὺ ἔρχεται ὥρα, καὶ ἔχει ἔλθει τώρα ἡ ὥρα, νὰ διασκορπισθῆτε καὶ νὰ γυρίσετε ὁ καθένας εἰς τὰ σπίτια σας καὶ νὰ μὲ ἀφήσετε μόνον. Καὶ ὅμως ἐγὼ δὲν εἷμαι μόνος· διότι ὁ Πατὴρ εἶναι μαζῆ μου. 33ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε. ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἔξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον. 33Αὐτὰ σᾶς τὰ εἶπα, διὰ νὰ ἔχετε εἰρήνην, καρπὸν τῆς πνευματικῆς ἐπικοινωνίας καὶ ἐνώσεώς σας μὲ ἐμέ. Εἰς τὸν κόσμον τοῦτον θὰ ἔχετε θλῖψιν, ἀλλὰ νὰ ἔχετε θάρρος. Ἐγὼ ἔχω νικήσει τὸν κόσμον. Καὶ σεῖς μὲ τὴν ἰδικήν μου δύναμιν θὰ νικήσετε τὸν κόσμον καὶ θὰ ἀναδειχθῆτε ἔνδοξοι θριαβευταί>.

Τέλος του ΙΣΤ΄ κεφαλαίου Κεφάλαιον ΙΖ΄ →
Σελίδα από · στίχοι