Κατὰ Ἰωάννην
Ο Ιησούς είναι η οδός που οδηγεί στον Πατέρα1Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τὸν Θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε. 1῍Ας μὴ ταράσσεται ἡ καρδία σας μὲ αὐτά ποὺ ἀπόψε σᾶς εἶπα, τόσον διὰ τὴν προδοσίαν τοῦ Ἰούδα, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἄρνησιν τοῦ Πέτρου. Νὰ ἔχετε πίστιν εἰς τὸν Θεόν, τὸν Παντοδύναμον προνοητὴν καὶ κυβερνήτην· νὰ ἔχετε πίστιν καὶ εἰς ἐμὲ τὸν Μεσσίαν, ὁ ὁποῖος καὶ μετὰ τὴν σταυρικήν μου θυσίαν θὰ ἐξακολουθῶ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν νὰ συμπαρίσταμαι εἰς τὸ ἔργον σας ὅλας τὰς ἡμέρας. 2ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πατρός μου μοναὶ πολλαί εἰσιν· εἰ δὲ μή, εἶπον ἂν ὑμῖν. πορεύομαι ἑτοιμάσαι τόπον ὑμῖν· 2Ἐκεῖ εἰς τὸν οὐρανόν, εἰς τὸ ἀπέραντον ἀνάκτορον τοῦ Πατρός μου, ὑπάρχουν πολλὰ πλούσια διαμερίσματα νὰ δεχθοῦν σᾶς καὶ ὅλους τοὺς πιστούς. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον, θὰ σᾶς τὸ ἔλεγα· ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ πηγαίνω ἐγὼ τώρα εἰς τὸν οὐρανόν, διὰ νὰ ἀνοίξω ὡς πρωτοπόρος τὰς κλεισμένας πύλας τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ νὰ ἑτοιμάσω διὰ σᾶς τόπον. 3καὶ ἐὰν πορευθῶ καὶ ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον, πάλιν ἔρχομαι καὶ παραλήψομαι ὑμᾶς πρὸς ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ, καὶ ὑμεῖς ἦτε. 3Καὶ ἐὰν ὑπάγω ἐκεῖ καὶ ἑτοιμάσω διὰ σᾶς τόπον, πάλιν θὰ ἔλθω ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐκδημίας σας καὶ κατὰ τὴν μεγάλην ἡμέραν τῆς δευτέρας παρουσίας καὶ θὰ σᾶς πάρω κοντά μου, ὥστε νὰ εἷσθε καὶ σεῖς ἐκεῖ, ὅπου καὶ ἐγὼ θὰ εἶμαι. 4καὶ ὅπου ἐγὼ ὑπάγω οἴδατε, καὶ τὴν ὁδόν οἴδατε. 4Καὶ τὸν τόπον ὅπου ἐγὼ πηγαίνω καὶ τὸν δρόμον ποὺ ὁδηγεῖ εἰς αὐτόν, τὰ γνωρίζετε, ὕστερα ἀπ᾿ ὅσα σᾶς ἔχω εἴπει>. 5Λέγει αὐτῷ Θωμᾶς· Κύριε, οὐκ οἴδαμεν ποῦ ὑπάγεις· καὶ πῶς δυνάμεθα τὴν ὁδὸν εἰδέναι; 5Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Θωμᾶς· <Κύριε, δὲν ξέρομε ποῦ πηγαίνεις. Καὶ ἐφ᾿ ὅσον δὲν γνωρίζομεν τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον κατευθύνεσαι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν καὶ τὸν δρόμον ποὺ ὁδηγεῖ εἰς αὐτόν;> 6λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι᾿ ἐμοῦ. 6Τοῦ λέγει ὁ Ἰησοῦς· <ἐγὼ εἷμαι ὁ ἀσφαλὴς δρόμος, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὸν οὐρανόν, ἐγὼ εἷμαι ἡ ἀπόλυτος καὶ καθαρὰ ἀλήθεια, ποὺ φωτίζει τὸν ἄνθρωπον διὰ τὴν σωτηρίαν, ἐγὼ εἷμαι ἡ ζωὴ καὶ ὁ χορηγὸς τῆς αἰωνίου ζωῆς δι᾿ ὅλους τοὺς πιστούς. Κανεὶς δὲ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ πρὸς τὸν Πατέρα, διὰ νὰ ἀπολαύσῃ τὴν αἰώνιον ζωήν, παρὰ μόνον διὰ μέσου ἐμοῦ. 7εἰ ἐγνώκειτέ με, καὶ τὸν πατέρα μου ἐγνώκειτε ἄν· καὶ ἀπ᾿ ἄρτι γινώσκετε αὐτὸν καὶ ἑωράκατε αὐτόν. 7Ἐὰν εἴχατε γνωρίσει καλὰ ἐμέ, θὰ εἴχατε γνωρίσει καὶ τὸν Πατέρα. Ἀλλὰ ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα, ἀφοῦ σᾶς στείλω τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, θὰ γνωρίσετε τὸν Πατέρα καὶ θὰ τὸν ἴδετε μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς σας>. 8Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Κύριε, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα καὶ ἀρκεῖ ἡμῖν. 8Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Φίλιππος· <Κύριε, δεῖξε μας τὸν Πατέρα, φανέρωσέ μας τὴν μεγαλοπρεπῆ δόξαν του, καὶ αὐτὸ μᾶς φθάνει>. 9λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Τοσούτον χρόνον μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι, καὶ οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν πατέρα· καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τὸν πατέρα; 9Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· <τόσον καιρὸν εἷμαι μαζῆ σας, Φίλιππε, καὶ δὲν μὲ ἐγνώρισες ἀκόμη, ὅτι δηλαδὴ εἷμαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Θεὸς ὅπως ὁ Πατήρ; Ἐκεῖνος ποὺ εἶδε ἐμὲ καὶ εἰσεχώρησε εἰς τὸ μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεώς μου, εἶδε τὸν Πατέρα. Καὶ πῶς σὺ λέγεις: Δεῖξε μας τὸν Πατέρα; 10οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα. 10Δὲν πιστεύεις ὅτι ἐγὼ εἷμαι ἀχώριστα ἐνωμένος μὲ τὸν Πατέρα, ὅτι εἷμαι καὶ μένω μέσα εἰς τὸν Πατέρα καὶ ὅτι ὁ Πατὴρ εἶναι καὶ μένει εἰς ἐμέ; Ἀκριβῶς διότι εἷμαι ἐνωμένος μὲ τὸν Πατέρα, τὰ λόγια τὰ ὁποῖα ἐγὼ σᾶς διδάσκω, δὲν τὰ λέγω ἀπὸ τὸν εὐατόν μου, ἀλλὰ ὁ Πατήρ, ὁ ὁποῖος μένει μέσα εἰς ἐμέ, ἐνεργεῖ δι᾿ ἐμοῦ ὅλα αὐτὰ τὰ θαυμαστὰ ἔργα ποὺ βλέπετε καὶ ἀκούετε. 11πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί· εἰ δὲ μή, διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ πιστεύετέ μοι. 11Νὰ παραδεχθῆτε, λοιπόν, χωρὶς καμμίαν ἐπιφύλαξιν, καὶ νὰ τὸ κάμετε σταθερὸν φρόνημα, ὅτι ἐγὼ μένω εἰς τὸν Πατέρα καὶ ὁ Πατὴρ μένει εἰς ἐμέ. Ἐὰν δὲ τυχὸν καὶ κάποια ἀμφιβολία σᾶς ἔλθῃ δι᾿ αὐτά ποὺ ἐγὼ λέγω, πιστέψατε τουλάχιστον ἀπὸ τὰ πολυάριθμα μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἔργα μου. 12ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει, ὅτι ἐγὼ πρὸς τὸν πατέρα μου πορεύομαι, 12Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει εἰς ἐμὲ θὰ κάμῃ, χάρις εἰς αὐτὴν τὴν πίστιν του, τὰ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ κάνω καὶ ἀκόμη μεγαλύτερα ἀπὸ αὐτά, (ὅπως εἶναι ἡ θεραπεία τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν νόσον τῆς ἁμαρτίας καὶ ἡ ἀνάστασίς της εἰς ζωὴν αἰώνιον). Ὅλα δὲ αὐτὰ μὲ τὴν χάριν ποὺ θὰ πηγάζῃ ἀπὸ τὴν σταυρικήν μου θυσίαν, διότι ἐγὼ πηγαίνω τώρα πρὸς τὸν Πατέρα μου, ἀφοῦ ἐτελείωσα τὸ ἔργον μου ἐπὶ τῆς γῆς. 13καὶ ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, τοῦτο ποιήσω, ἵνα δοξασθῇ ὁ πατὴρ ἐν τῷ υἱῷ. 13Καὶ κάθε τι ποὺ μὲ πίστιν θὰ ζητήσετε ἐν τῷ ὀνόματί μου, θὰ τὸ κάμω, διὰ νὰ δοξασθῇ ἔτσι ὁ Πατὴρ διὰ τοῦ Υἱοῦ. 14ἐάν τι αἰτήσητέ με ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ποιήσω. 14Ἐάν, λοιπόν, ζητήσετε κάτι, ἐπικαλούμενοι μὲ πίστιν φωτισμένην καὶ ζωντανὴν τὸ ὄνομά μου, ἐγὼ θὰ τὸ κάμω. Ο Ιησούς υπόσχεται ότι θα σταλεί το Πνεύμα15Ἐὰν ἀγαπᾶτέ με, τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσατε, 15Ἐὰν μὲ ἀγαπᾶτε, τηρήσατε τὰς ἐντολάς μου, διότι αὐτὸ εἶναι ἀπόδειξις καὶ καρπὸς τῆς ἀγάπης σας πρὸς ἐμέ. 16καὶ ἐγὼ ἐρωτήσω τὸν πατέρα καὶ ἄλλον παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένει μεθ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα, 16Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα καὶ θὰ σᾶς δώσῃ ἐκεῖνος ἄλλον ὁδηγὸν καὶ Παράκλητον, διὰ νὰ μένῃ μαζῆ σας αἰωνίως. 17τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτὸ οὐδὲ γινώσκει αὐτὸ· ὑμεῖς δὲ γινώσκετε αὐτό, ὅτι παρ᾿ ὑμῖν μένει καὶ ἐν ὑμῖν ἔσται. 17Θὰ σᾶς δώσῃ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ καθαρὰ καὶ ἀπόλυτος ἀλήθεια καὶ φανερώνει τὴν ἀλήθειαν εἰς τοὺς καλοπροαιρέτους. Αὐτὸ ὅμως ὁ κόσμος ὁ ἁμαρτωλὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ πάρῃ, διότι δὲν ἔχει ἀνοικτὰ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς καὶ ἕνεκα τούτου δὲν τὸ βλέπει οὔτε καὶ τὸ γνωρίζει. Σεῖς ὅμως τὸ γνωρίζετε, διότι ἐγὼ σᾶς τὸ ἐφανέρωσα καὶ μένει πλησίον σας· ἔπειτα δὲ ἀπὸ τὴν ἐπιφοίτησίν του θὰ κατοικῇ καὶ μέσα εἰς τὰς ψυχὰς σας. 18Οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς· ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς. 18Δὲν θὰ σᾶς ἀφήσω ἐγὼ ὀρφανοὺς καὶ ἀπροστάτευτους. Ἔρχομαι καὶ πάλιν κοντὰ σας διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 19ἔτι μικρὸν καὶ ὁ κόσμος με οὐκέτι θεωρεῖ, ὑμεῖς δὲ θεωρεῖτέ με, ὅτι ἐγὼ ζῶ καὶ ὑμεῖς ζήσεσθε. 19Ὀλίγον ἀκόμη καιρὸν καὶ ὁ κόσμος δὲν θὰ μὲ βλέπῃ, διότι δὲν θὰ ζῶ εἰς τὴν γῆν σωματικῶς, ὅπως τώρα. Σεῖς ὅμως μὲ τὰ φωτισμένα ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μάτια τῆς ψυχῆς σας θὰ μὲ βλέπετε, διότι ἐγώ, καίτοι ἕντος ὀλίγου θὰ ἀποθάνω ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, ζῶ καὶ θὰ ζῶ αἰωνίως. Καὶ σεῖς θὰ ζήσετε τὴν αἰωνίαν ζωήν, ποὺ θὰ πάρετε ἀπὸ ἐμέ. 20ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ γνώσεσθε ὑμεῖς ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρί μου καὶ ὑμεῖς ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν ὑμῖν. 20Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θὰ γνωρίσετε σεῖς καλά, ὅτι ἐγὼ ὑπάρχω ὁλόκληρος μέσα εἰς τὸν Πατέρα ὡς Υἱὸς καὶ Θεὸς καὶ σεῖς θὰ εἷσθε ἠνωμένοι μὲ ἐμὲ καὶ ἐγὼ μὲ σᾶς, ὥστε νὰ ἀποτελοῦμεν ἕνα ἀδιάσπαστον πνευματικὸ σῶμα. 21ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτὰς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου, καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν. 21Αὐτὸ θὰ γίνῃ πραγματικότης, ἐφ᾿ ὄσον θὰ μὲ ἀγαπᾶτε καὶ θὰ μὲ ὑπακούετε, διότι ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει καὶ κατέχει τὰς ἀντολάς μου καὶ τὰς τηρεῖ, ἐκεῖνος πράγματι μὲ ἀγαπᾷ. Ὅποιος δὲ μὲ ἀγαπᾷ θὰ ἀγαπηθῇ ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, καὶ ἐγὼ θὰ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ μὲ ἕνα τρόπον πνευματικὸν καὶ πειστικὸν θὰ φανερώσω τὸν εὐατόν μου εἰς ἐκεῖνον>. 22Λέγει αὐτῷ Ἰούδας, οὐχ ὁ Ἰσκαριώτης· Κύριε, καὶ τί γέγονεν ὅτι ἡμῖν μέλλεις ἐμφανίζειν σεαυτὸν καὶ οὐχὶ τῷ κόσμῳ; 22Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Ἰούδας, ὄχι ὁ Ἰσκαριώτης· <Κύριε, πῶς ἐξηγεῖται, ὅτι τὸν ἑαυτόν σου θὰ φανερώνῃς εἰς ἡμᾶς καὶ ὄχι εἰς τὸν κόσμον;> 23ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιησόμεν. 23Τοῦ ἀπήντησε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ εἶπεν· <ἡ ἐμφάνισίς μου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀγάπην, ποὺ θὰ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι εἰς ἐμέ. Ἐὰν κανεὶς μὲ ἀγαπᾷ, θὰ τηρήσῃ εἰς τὴν ζωὴν του τὰς ἐντολάς μου, καὶ ὁ Πατήρ μου θὰ τὸν ἀγαπήσῃ καὶ θὰ ἔλθωμεν εἰς αὐτὸν καὶ θὰ μεταβάλωμεν τὴν καρδίαν του εἰς μόνιμον κατοικίαν μας, ὥστε αὐτὸς νὰ εἶναι ὁ ἔμψυχος ναὸς τοῦ ζῶντος Θεοῦ. 24ὁ μὴ ἀγαπῶν με τοὺς λόγους μου οὐ τηρεῖ· καὶ ὁ λόγος ὃν ἀκούετε οὐκ ἔστιν ἐμὸς, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με πατρός. 24Ἐξ ἀντιθέτου ἐκεῖνος ποὺ δὲν μὲ ἀγαπᾷ, δὲν τηρεῖ τοὺς λόγους μου· μολονότι ὁ λόγος μου, τὸν ὁποῖον ἀκούετε, δὲν εἶναι ἰδικός μου, ἀλλὰ τοῦ Πατρός ποὺ μὲ ἔστειλε. 25Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν παρ᾿ ὑμῖν μένων· 25Αὐτὰ σᾶς τὰ εἶπα τώρα, καθ᾿ ὅν χρόνον μένω ἀκόμη μαζῆ σας. 26ὁ δὲ παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ὃ πέμψει ὁ πατὴρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καὶ ὑπομνήσει ὑμᾶς πάντα ἃ εἶπον ὑμῖν. 26Ἀλλὰ ὁ Παράκλητος, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὁ Πατὴρ θὰ στείλῃ ἐν τῷ ὀνόματί μου (διὰ νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ ἔργον μου εἰς τὴν οἰκουμένην καὶ μεταδώσῃ τὴν σωτηρίαν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν καλοπροαιρέτων) αὐτὸς θὰ σᾶς διδάξῃ ὅλα καὶ θὰ σᾶς ὑπενθυμίσῃ ὅλα ὅσα σᾶς εἶπα. Η ειρήνη του Θεού27Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν· οὐ καθὼς ὁ κόσμος δίδωσιν, ἐγὼ δίδωμι ὑμῖν. μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω. 27Ἐγὼ φεύγω καὶ σᾶς ἀφίνω τὴν εἰρήνην, σᾶς δίδω τὴν ἀληθινὴν καὶ ἀναφαίρετον εἰρήνην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔχω ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μου εἰς ἄπειρον βαθμόν. Δὲν σᾶς δίδω ἐγὼ ψευδῆ εἰρήνην, ὅπως δίδει ὁ κόσμος. Λοιπὸν ἂς μὴ ταράσσεται ἀπὸ ἐσωτερικὰς ἀνησυχίας ἡ καρδία σας καὶ ἂς μὴ δειλιάζῃ ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἐξωτερικοὺς κινδύνους, ἀφοῦ θὰ ἔχετε ἐμὲ καὶ τὴν εἰρήνην μου μέσα εἰς τὰς ψυχὰς σας. 28ἠκούσατε ὅτι ἐγὼ εἶπον ὑμῖν, ὑπάγω καὶ ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς· εἰ ἠγαπᾶτέ με, ἐχάρητε ἄν ὅτι εἶπον, πορεύομαι πρὸς τὸν πατέρα· ὅτι ὁ πατὴρ μου μείζων μού ἐστι. 28Ἠκούσατε ὅτι σᾶς εἶπα, πηγαίνω πρὸς τὸν Πατέρα καὶ πάλιν ἔρχομαι κοντὰ σας. Ἐὰν εἴχατε πλουσίαν καὶ σταθερὰν ἀγάπην πρὸς ἐμέ, θὰ ἐδοκιμάζατε μεγάλην χαράν, διότι σᾶς εἶπα: Πηγαίνω πρὸς τὸν Πατέρα. Διότι ὁ Πατήρ μου εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ ἐμέ, ἐπειδὴ ἐγὼ τώρα ἔχω λάβει τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ τὴν μορφὴν δούλου καὶ συνεπῶς ὡς ἄνθρωπος εἷμαι κατώτερος τοῦ Πατρός. Ἔπειτα ὅμως ἀπὸ ὀλίγον θὰ ἀποκτήσω καὶ ὡς ἄνθρωπος τὴν θείαν δόξαν καὶ μεγαλειότητα. 29καὶ νῦν εἴρηκα ὑμῖν πρὶν γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε. 29Καὶ τώρα σᾶς τὰ ἔχω πεῖ αὐτά, πρὶν ἄκομα γίνουν, ὥστε, ὅταν πραγματοποιηθοῦν, νὰ πεισθῆτε ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ νὰ πιστεύσετε σταθερὰ εἰς ἐμέ. 30οὐκέτι πολλὰ λαλήσω μεθ᾿ ὑμῶν· ἔρχεται γὰρ ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καὶ ἐν ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν· 30Δὲν θὰ εἴπω πλέον πολλὰ μαζῆ σας. Δὲν ἔχω τὸν καιρόν. Διότι τώρα ὁ διάβολος, ποὺ κυριαρχεῖ εἰς τὸν ἁμαρτωλὸν κόσμον, ἔρχεται μὲ μανίαν καὶ λύσσαν ἐναντίον μου, διὰ νὰ ἐξαπολύση τὸν μεγαλύτερον πειρασμὸν καὶ πόλεμον. Ἀλλὰ εἰς ἐμὲ δὲν ἔχει καμμίαν ἀπολύτως ἐξουσίαν, κανένα ἀπολύτως δικαίωμα. 31ἀλλ᾿ ἵνα γνῷ ὁ κόσμος ὅτι ἀγαπῶ τὸν πατέρα, καὶ καθὼς ἐνετείλατό μοι ὁ πατήρ, οὕτω ποιῶ. ἐγείρεσθε, ἄγωμεν ἐντεῦθεν. 31Θὰ μὲ παραδώσῃ κατὰ παραχώρησιν τοῦ Πατρὸς εἰς τὸν σταυρικὸν θάνατον καὶ θὰ γίνη ἀφορμή, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ, νὰ μάθῃ ὁ κόσμος ὅτι ἐγὼ ἀγαπῶ τὸν Πατέρα καὶ ὅτι πράττω ἀκριβῶς σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ Πατρός, ὁ ὁποῖος θέλει τὴν σταυρικήν μου θυσίαν διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων. Σηκωθῆτε, ἂς ἀναχωρήσωμεν ἀπὸ ἐδῶ.