Κατὰ Ἰωάννην
Ο Ιησούς το αληθινό κλήμα1Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή, καὶ ὁ πατήρ μου ὁ γεωργός ἐστι. 1Ἐγὼ εἷμαι ἡ ἀληθινὴ κληματαριὰ (καὶ ὄχι ἡ παλαιὰ καὶ ἄκαρπος ἄμπελος τῆς Ἐβραϊκῆς συναγωγῆς, τὴν ὁποίαν ὁ Πατὴρ μετέφερε ἀπὸ τὴν Αἴγυπτον καὶ ἐφύτευσεν ἐδῶ, ὅπως λέγει καὶ ὁ ψαλμωδός). Ἐγὼ εἷμαι ἡ ἀληθινὴ ἄμπελος καὶ ὁ Πατήρ μου εἶναι ὁ ἀμπελουργός. 2πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοὶ μὴ φέρον καρπόν, αἴρει αὐτό, καὶ πᾶν τὸ καρπὸν φέρον, καθαίρει αὐτὸ, ἵνα πλείονα καρπὸν φέρῃ. 2Κάθε κλῆμα, ποὺ εἶναι ἐνωμένο μὲ ἐμέ, ἀλλὰ δὲν φέρει καρπόν, τὸ κόβει καὶ τὸ ἀφαιρεῖ ὁ Πατήρ. Κάθε κλῆμα, τὸ ὁποῖον φέρει καρπόν, τὸ καθαρίζει καὶ τὸ περιποιεῖται, διὰ νὰ φέρῃ περισσότερον καρπόν. (Κάθε ἄνθρωπον, ποὺ λέγει ὅτι πιστεύει εἰς ἐμέ, ἀλλὰ δὲν ἔχει ὡς καρπὸν τῆς πίστεώς του τὴν ἀρετήν, τὸν ἀποκόπτει καὶ τὸν ἀποχωρίζει ἀπὸ ἕμενα ὁ Πατήρ. Ἐξ ἀντιθέτου, τὸν πιστόν, ποὺ ἔχει ἔργα ἀρετῆς, τὸν φωτίζει, τὸν ἐνισχύει, τὸν καθαρίζει, ὥστε νὰ κάμῃ περισσότερα ἐνάρετα ἔργα). 3ἤδη ὑμεῖς καθαροί ἐστε διὰ τὸν λόγον ὃν λελάληκα ὑμῖν. 3Καὶ σεῖς χάρις εἰς τὴν διδασκαλίαν ποὺ σᾶς ἔχω διδάξει, εἷσθε καθαροί, εἷσθε σὰν πνευματικὰ κλήματα περιποιημένα καὶ καρποφόρα. 4μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγὼ ἐν ὑμῖν. καθὼς τὸ κλῆμα οὐ δύναται καρπὸν φέρειν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ἐὰν μὴ μένῃ ἐν τῇ ἀμπέλῳ, οὕτως οὐδὲ ὑμεῖς, ἐὰν μὴ ἐν ἐμοὶ μένητε. 4Μείνετε, λοιπόν, ἐνωμένοι μὲ ἐμὲ καὶ ἐγὼ μὲ σᾶς. Ὅπως τὸ κλῆμα δὲν ἠμπορεῖ ἀπὸ τὸν ἑαυτὸν του νὰ φέρῃ καρπόν, ἐὰν δὲν μείνῃ ἐνωμένον μὲ τὴν κληματαριά, ἔτσι καὶ σεῖς δὲν ἠμπορεῖτε νὰ πράττετε ἔργα ἀρετῆς, ἐὰν δὲν μείνετε ἐνωμένοι μὲ ἐμέ. 5ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν. 5Ἐγὼ εἷμαι ἡ κληματαριὰ καὶ σεῖς εἷσθε τὰ κλήματα. Ἐκεῖνος ποὺ μένει ἐνσωματωμένος εἰς ἐμὲ καὶ ἐγὼ εἰς αὐτόν, αὐτὸς καὶ μόνον φέρνει πολὺν καρπόν. Διότι χωρὶς ἐμέ, χωρὶς τὴν σωτήριον χάριν μου καὶ τὴν ζωτικὴν ἐνέργειάν μου, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάνετε τίποτε τὸ ἀγαθόν. 6ἐὰν μή τις μένῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι, καὶ καίεται. 6Ὅποιος δὲν μείνει ἐνωμένος μαζῆ μου, ἔχει ἤδη πεταχθῆ ἔξω, ὅπως τὸ ἄχρηστο κλῆμα καὶ θὰ ξηραθῇ καὶ ὅπως οἱ ἄνθρωποι μαζεύουν τὰ κομμένα κλήματα, τὰ ρίπτουν εἰς τὸ πῦρ καὶ τὰ καίουν, ἔτσι καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ χωρισμένοι ἀπὸ ἐμὲ μένουν ἄκαρποι καὶ ἄχρηστοι, θὰ ριφθοῦν ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους εἰς τὸ πῦρ τῆς αἰωνίου κολάσεως. 7ἐὰν μείνητε ἐν ἐμοὶ καὶ τὰ ῥήματά μου ἐν ὑμῖν μείνῃ, ὃ ἐὰν θέλητε αἰτήσασθε, καὶ γενήσεται. 7Ἐὰν μείνετε ἐνωμένοι μαζῆ μου καὶ τὰ λόγια μου μείνουν ὡς θησαυρὸς τῆς καρδιᾶς σας καὶ κατεύθυνσις εἰς τὴν ζωὴν σας, κάθε τί ἀγαθόν ποὺ θέλετε, ζητήσατέ το καὶ θὰ γίνῃ πρὸς χάριν σας. 8ἐν τούτῳ ἐδοξάσθη ὁ πατήρ μου, ἵνα καρπὸν πολὺν φέρητε, καὶ γένησθε ἐμοὶ μαθηταί. 8Αὐτῇ εἶναι ἡ δόξα τοῦ Πατρός μου, νὰ φέρετε σεῖς πολλοὺς καρποὺς ἀρετῆς καὶ νὰ γίνετε ἄξιοι μαθηταί μου. Η εντολή της αγάπης9καθὼς ἠγάπησέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς· μείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ. 9Ὅπως μὲ ἔχει ἀγαπήσει ὁ Πατήρ, ἔτσι καὶ ἐγὼ σᾶς ἠγάπησα. Μείνετε, λοιπόν, εἰς τὴν ἀγάπην μου αὐτήν, νὰ φανῆτε ἄξιοι αὐτῆς. 10ἐὰν τὰς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου, καθὼς ἐγὼ τὰς ἐντολὰς τοῦ πατρός μου τετήρηκα καὶ μένω αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ. 10Θὰ μείνετε δὲ εἰς τὴν ἀγάπη μου, ἐὰν φυλάξετε καὶ ἐφαρμόσετε εἰς τὴν ζωὴν σας τὰς ἐντολάς μου, ὅπως ἐγὼ ἔχω τηρήσει τὰς ἐντολὰς τοῦ Πατρός μου καὶ μένω πάντοτε εἰς τὴν ἄπειρον ἀγάπην του. 11Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ ἐν ὑμῖν μείνῃ καὶ ἡ χαρὰ ὑμῶν πληρωθῇ. 11Αὐτὰ σᾶς τὰ εἶπα, διὰ νὰ μεταδοθῇ καὶ μείνῃ εἰς σᾶς ἡ ἰδική μου χαρὰ καὶ νὰ γίνῃ ἔτσι πλήρης καὶ τελεία ἡ χαρὰς σας. 12αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς. 12Ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω· αὐτῇ εἶναι ἡ ἰδική μου ἐντολή, νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἔνας τὸν ἄλλον, ὅπως καὶ ἐγὼ σᾶς ἠγάπησα. 13μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ. 13Μεγαλυτέραν ἀγάπην ἀπὸ αὐτὴν κανεὶς δὲν ἔχει, ὥστε τὴν ζωὴν του νὰ δώσῃ χάριν τῶν φίλων του. 14ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν. 14Σεῖς δέ, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ θυσιάζομαι, εἷσθε φίλοι μου καὶ θὰ εἷσθε πάντοτε φίλοι μου, ἐὰν πράττετε ὅσα ἐγὼ σᾶς παραγγέλλω. 15οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους, ὅτι ὁ δοῦλος οὐκ οἶδε τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ κύριος· ὑμᾶς δὲ εἴρηκα φίλους, ὅτι πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ πατρός μου ἐγνώρισα ὑμῖν. 15Δὲν σᾶς λέγω πλέον δούλους, διότι ὁ δοῦλος δὲν γνωρίζει τί πράττει ὁ κύριός του. Σᾶς ὠνόμασα δὲ καὶ σᾶς ὀνομάζω φίλους μου, διότι κατέστησα εἰς σᾶς γνωστὰ ὅλα ὅσα ἤκουσα ἀπὸ τὸν Πατέρα μου καὶ ἐπομένως ἔχετε πολλὴν γνῶσιν τοῦ τί πράττω καὶ πρὸς ποῖον σκοπὸν πράττω ἐγώ. 16οὐχ ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς, καὶ ἔθηκα ὑμᾶς ἵνα ὑμεῖς ὑπάγητε καὶ καρπὸν φέρητε, καὶ ὁ καρπὸς ὑμῶν μένῃ, ἵνα ὅ,τι ἂν αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δῷ ὑμῖν. 16Δὲν μὲ ἐξελέξατε σεῖς, ἀλλ᾿ ἐγὼ σᾶς ἐξέλεξα ἀνάμεσα ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ σᾶς ἔθεσα εἰς τὸ ὑψηλὸν ἔργον τοῦ Ἀποστόλου, διὰ νὰ ὑπάγετε καὶ κηρύξετε τὸ Εὐαγγέλιον καὶ νὰ κάμετε ἔτσι καρπὸν σὰν τὰ καλὰ κλήματα τῆς ἀμπέλου. Καὶ ὁ καρπὸς σας αὐτός, ἡ σωτηρία ἀθανάτων ψυχῶν, θὰ μένῃ αἰώνιος. Σᾶς ἔδωσα τὸ μέγα προνόμιον, ὥστε ὅ,τι ζητήσετε ἀπὸ τὸν Πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, νὰ σᾶς τὸ δίδῃ. 17ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. 17Αὐτὰς τὰς ἐντολὰς σᾶς δίδω, νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἔνας τὸν ἄλλον καὶ νὰ μένετε ἐνωμένοι καὶ ἰσχυροὶ μὲ τὴν ἀγάπην αὐτήν. Το μίσος του κόσμου18Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. 18Ἐὰν ὁ πονηρὸς καὶ κακὸς κόσμος σᾶς μισῇ, μάθετε ὅτι ἐμὲ πρῶτα ἀπὸ σᾶς ἔχει μισήσει. 19εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ᾿ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος. 19Ἐὰν σεῖς ἤσαστε ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸν κόσμον καὶ εἴχατε τὴν ἁμαρτωλὴν ζωὴν τοῦ κόσμου, τότε ὁ κόσμος θὰ σᾶς ἀγαποῦσε, διότι θὰ σᾶς ἐθεωροῦσε ὡς ἰδικοὺς του. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἷσθε ἀπὸ τὸν κόσμον, ἀλλ᾿ ἐγὼ σᾶς ἐδιάλεξα ἀπὸ τὸν κόσμον, διὰ τοῦτο ὁ πονηρὸς καὶ ἀμετανόητος κόσμος σᾶς μισεῖ. 20μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν. 20Νὰ ἐνθυμῆσθε δὲ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ σᾶς εἶπα· δὲν ὑπάρχει δοῦλος ἀνώτερος ἀπὸ τὸν κύριόν του. Ἐὰν ἐμὲ κατεδίωξαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου, θὰ καταδιώξουν καὶ σᾶς· ἐὰν ἐφύλαξαν τὸν λόγον μου, θὰ φυλάξουν καὶ τὸν ἰδικὸν σας. 21ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με. 21Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ θὰ κάμουν εἰς σᾶς οἱ ἄνθρωποι διὰ τὴν πίστιν, ποὺ ἔχετε εἰς ἐμὲ νὰ ὁμολογῆτε καὶ νὰ κηρύσσετε τὸ ὄνομά μου, διότι αὐτοὶ δὲν γνωρίζουν-διότι δὲν θέλουν νὰ γνωρίσουν-ἐκεῖνον ποὺ μὲ ἔστειλε. 22εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἴχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν. 22Ἐὰν δὲν εἴχα ἔλθει εἰς τὴν γῆν καὶ δὲν τοὺς εἴχα διδάξει τὴν ἀλήθειαν, δὲν θὰ εἴχαν ἁμαρτίαν διὰ τὴν ἄγνοιαν καὶ ἀπιστίαν των αὐτήν. Τώρα ὅμως δὲν ἔχουν καμμίαν πρόφασιν, ποὺ νὰ δικαιολογῇ τὴν ἁμαρτίαν των. Διὰ τοῦτο καὶ εἶναι ὑπεύθυνοι τιμωρίας ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ. 23ὁ ἐμὲ μισῶν καὶ τὸν πατέρα μου μισεῖ. 23Διότι ἐκεῖνος ποὺ μισεῖ ἕμενα, μισεῖ καὶ τὸν Πατέρα μου. 24εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἴχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου. 24Ἐὰν δὲν εἴχα κάμει ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια των τόσα καὶ τέτοια ὑπερφυσικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα κανεὶς ἄλλος ποτὲ δὲν ἔκαμε, τότε δὲν θὰ εἴχαν ἁμαρτίαν καὶ ἐνοχήν. Τώρα ὅμως ἔχουν ἁμαρτίαν, διότι καὶ εἶδαν τὰ ἔργα μου καὶ ἐμίσησαν ἐμὲ καὶ τὸν Πατέρα μου, ποὺ μὲ ἔστειλε εἰς τὴν γῆν. 25ἀλλ᾿ ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν. 25Αὐτὸ ὅμως συνέβη, διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ ὁ προφητικὸς λόγος, ποὺ εἶναι γραμμένος εἰς τὸν νόμον των, ὅτι μὲ ἐμίσησαν δωρεάν. 26ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· 26Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, τὸν ὁποῖον ἐγὼ θὰ στείλω εἰς σᾶς ἐκ μέρους τοῦ Πατρός, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἀληθείας καὶ τὸ ὁποῖον ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ἐκεῖνος θὰ μαρτυρήσῃ δι᾿ ἐμέ. 27καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ᾿ ἀρχῆς μετ᾿ ἐμοῦ ἐστε. 27Καὶ σεῖς ἐπίσης θὰ δώσετε τὴν καλὴν μαρτυρίαν, διότι εἷσθε ἀπὸ τὴν ἀρχὴν μαζῆ μου καὶ εἴδατε καὶ ἀκούσατε ὅσα ἐγὼ ἔπραξα καὶ εἶπα καὶ τὰ ὁποῖα μὲ τὸν φωτισμὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θὰ ἐννοήσετε βαθύτερα καὶ θὰ τὰ κηρύσσεται μὲ παρρησίαν.