Κατὰ Μᾶρκον · Δ΄
Εὐαγγέλιον

Κατὰ Μᾶρκον

Κεφάλαιον Δ΄

Η παραβολή του σποριά1Καὶ πάλιν ἤρξατο διδάσκειν παρὰ τὴν θάλασσαν· καὶ συνήχθη πρὸς αὐτὸν ὄχλος πολύς, ὥστε αὐτὸν ἐμβάντα εἰς τὸ πλοῖον καθῆσθαι ἐν τῇ θαλάσσῃ· καὶ πᾶς ὁ ὄχλος πρὸς τὴν θάλασσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἦσαν. 1Καὶ πάλιν ἤρχισε νὰ διδάσκῃ ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν παραλίαν. Καὶ ἐμαζεύθηκε πολὺς λαός, διὰ νὰ τὸν ἀκούσῃ, ὥστε αὐτὸς ἠναγκάσθη νὰ ἀνεβῇ εἰς τὸ πλοῖον καὶ νὰ καθίσῃ εἰς αὐτὸ μέσα εἰς τὴν θάλασσαν. Ὅλος δὲ ὁ λαὸς εὑρίσκετο εἰς τὴν ξηρὰν πλησίον τῆς θαλάσσης. 2καὶ ἐδίδασκεν αὐτοὺς ἐν παραβολαῖς πολλά, καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ἐν τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· 2Καὶ τοὺς ἐδίδασκε πολλὰ μὲ παραβολὰς καὶ τοὺς ἔλεγεν εἰς τὴν διδασκαλίαν του· 3Ἀκούετε· ἰδοὺ ἐξῆλθεν ὁ σπείρων σπεῖραι. 3<Ἀκούσατε μὲ προσοχήν. Ἰδοὺ ἐβγῆκε ὁ γεωργὸς νὰ σπείρῃ. 4καὶ ἐγένετο ἐν τῷ σπείρειν ὃ μὲν ἔπεσεν ἐπὶ τὴν ὁδόν, καὶ ἦλθον τὰ πετεινὰ καὶ κατέφαγεν αὐτό· 4Καὶ καθὼς ἔσπερνε ἕνα μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε εἰς τὸν δρόμον καὶ ἦλθαν τὰ πτηνὰ καὶ τὸν κατέφαγαν. 5καὶ ἄλλο ἔπεσεν ἐπὶ τὸ πετρῶδες, ὅπου οὐκ εἶχε γῆν πολλήν, καὶ εὐθέως ἐξανέτειλε διὰ τὸ μὴ ἔχειν βάθος γῆς, 5Καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς ἔδαφος πετρῶδες, ὅπου δὲν εἶχε πολὺ χῶμα καὶ ἀμέσως ἐβλάστησε, διότι δὲν εἶχε βάθος γῆς. 6ἡλίου δὲ ἀνατείλαντος ἐκαυματίσθη, καὶ διὰ τὸ μὴ ἔχειν ῥίζαν ἐξηράνθη· 6Ὅταν δὲ ἀνέτειλε ὁ ἥλιος, ἐκαψαλίσθηκε ἀπὸ τὸν καύσωνα καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε ρίζαν ἐξηράθηκε. 7καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς τὰς ἀκάνθας, καὶ ἀνέβησαν αἱ ἄκανθαι καὶ συνέπνιξαν αὐτό, καὶ καρπὸν οὐκ ἔδωκε· 7Καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς τὰ ἀγκάθια· ἐβλάστησαν δὲ καὶ ἐμεγάλωσαν τὰ ἀγκάθια, τὸ ἔπνιξαν ὁλόγυρα καὶ δὲν ἀπέδωσε καρπόν. 8καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν καλήν καὶ ἐδίδου καρπὸν ἀναβαίνοντα καὶ αὐξανόμενα, καὶ ἔφερεν ἓν τριάκοντα καὶ ἓν ἑξήκοντα καὶ ἓν ἑκατόν. 8Καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν γόνιμον καὶ ἀπέδιδε καρπὸν καθὼς ἐβλάστανε πρὸς τὰ ἄνω καὶ ἐμέστωνε. Καὶ ἔφερε ἀλλοῦ τριάντα κόκκους, ἀλλοῦ ἐξήντα καὶ ἀλλοῦ ἑκατόν>. 9καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. 9Καὶ ἔλεγεν εἰς αὐτούς· <ἐκεῖνος ποὺ ἔχει αὐτιὰ νὰ ἀκούῃ, ἂς ἀκούῃ>. (Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀγαθὴν διάθεσιν ἂς ἀκούσῃ καὶ ἂς διδαχθῇ). Γιατί ο Ιησούς μιλάει με παραβολές10Ὃτε δὲ ἐγένετο κατὰ μόνας, ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ περὶ αὐτὸν σὺν τοῖς δώδεκα τὴν παραβολήν. 10Ὅταν δὲ ἀνεχώρησε ὁ λαὸς καὶ ἔμεινε μόνος, τὸν ἠρώτησαν οἱ γύρῳ ἀπὸ αὐτὸν μαζῆ μὲ τοὺς δώδεκα μαθητάς, διὰ τὸ νόημα τῆς παραβολῆς. 11καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ· ἐκείνοις δὲ τοῖς ἔξω ἐν παραβολαῖς τὰ πάντα γίνεται, 11Καὶ ἔλεγεν εἰς αὐτούς· <εἰς σᾶς, διὰ τὴν καλὴν σας διάθεσιν, ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεὸν ἡ σοφία καὶ ἡ δύναμις νὰ γνωρίσετε τὰς μυστηριώδεις ἀληθείας τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Εἰς ἐκείνους δέ, ποὺ δὲν ἔχουν τὴν καλὴν διάθεσιν καὶ εὑρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὸν ἰδικὸν σας κύκλον, ὅλαι αἱ ἀλήθειαι προσφέρονται μὲ παραβολάς. 12ἵνα βλέποντες βλέπωσι καὶ μὴ ἴδωσι, καὶ ἀκούοντες ἀκούωσι καὶ μὴ συνιῶσι, μήποτε ἐπιστρέψωσι καὶ ἀφεθῇ αὐτοῖς τὰ ἁμαρτήματα. 12Δι᾿ αὐτὸ τοὺς διδάσκω μὲ παραβολάς, διὰ νὰ βλέπουν μὲν μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος, νὰ μὴν ἠμποροῦν ὅμως νὰ ἴδουν βαθύτερα μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς. Καὶ νὰ ἀκούσουν καλὰ μὲ τὰ σωματικὰ των αὐτιά, ἀλλὰ νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ ἐνοήσουν, μήπως τυχὸν καὶ ἐπιστρέψουν κάποτε μὲ μετάνοιαν εἰς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς συγχωρεθοῦν τὰ ἁμαρτήματα>. (Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν εἰς αὐτοὺς ἡ σκλήρυνσις τῆς ψυχῆς, ἡ ἀδιαφορία νὰ γνωρίσουν τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ μῖσος των ἐναντίον τοῦ Κυρίου, θὰ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ἐννοοῦν ὅσα ἤκουον). Εξήγηση της παραβολής του σποριά13καὶ λέγει αὐτοῖς· Οὐκ οἴδατε τὴν παραβολὴν ταύτην, καὶ πῶς πάσας τὰς παραβολὰς γνώσεσθε; 13Καὶ λέγει εἰς αὐτούς· <δὲν ἐκαταλάβατε, λοιπόν, τὸ νόημα αὐτῆς τῆς παραβολῆς, ἡ ὁποία εἶναι σχετικῶς εὔκολος, καὶ πῶς θὰ κατανοήσετε ὅλας τὰς ἄλλας παραβολάς; 14ὁ σπείρων τὸν λόγον σπείρει. 14Ὁ γεωργός ποὺ σπέρνει, εἰκονίζει ἐκεῖνον ποὺ σπέρνει εἰς τὰς ψυχὰς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. 15οὗτοι δέ εἰσιν οἱ παρὰ τὴν ὁδὸν ὅπου σπείρεται ὁ λόγος, καὶ ὅταν ἀκούσωσιν εὐθὺς ἔρχεται ὁ σατανᾶς καὶ αἴρει τὸν λόγον τὸν ἐσπαρμένον ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν. 15Ἐκεῖνοι δέ ποὺ εἰκονίζονται ἀπὸ τὸν δρόμον κοντὰ εἰς τὸν ὁποῖον ἔπεσεν ὁ σπόρος, εἶναι αὐτοί, εἰς τοὺς ὁποίους σπείρεται ὁ λόγος καὶ ὅταν τὸν ἀκούσουν, ἔρχεται ἀμέσως ὁ σατανᾶς καὶ παίρνει τὸν λόγον, ποὺ ἔχει σπαρῆ εἰς τὰς καρδίας των. 16καὶ οὗτοι ὁμοίως εἰσὶν οἱ ἐπὶ τὰ πετρώδη σπειρόμενοι, οἳ ὅταν ἀκούσωσι τὸν λόγον, εὐθὺς μετὰ χαρᾶς λαμβάνουσιν αὐτόν, 16Καὶ ἐκεῖνοι ἐπίσης ποὺ εἰκονίζονται μὲ τὰ πετρώδη ἐδάφη, εἶναι ὅσοι, ὅταν ἀκούσουν τὸν λόγον, ἀμέσως τὸν δέχονται μὲ χαράν. 17καὶ οὐκ ἔχουσι ῥίζαν ἐν ἑαυτοῖς, ἀλλὰ πρόσκαιροί εἰσιν· εἶτα γενομένης θλίψεως ἢ διωγμοῦ διὰ τὸν λόγον, εὐθὺς σκανδαλίζονται. 17Ὅμως δὲν ἔχουν βαθείας ρίζας, σταθερὰν πίστιν καὶ ἀπόφασιν, ἀλλ᾿ εἶναι προσωρινοὶ καὶ ἐφήμεροι εἰς τὴν πίστιν των. Ἔπειτα ὅταν συμβῇ κάποια θλῖψις ἢ ἔνας διωγμὸς διὰ τὸν λόγον τοῦ Εὐαγγελίου, ἀμέσως αὐτοὶ σκοντάπτουν, κλονίζονται καὶ χάνουν τὴν πίστιν των. 18καὶ οὗτοί εἰσιν οἱ εἰς τὰς ἀκάνθας σπειρόμενοι, οἱ τὸν λόγον ἀκούοντες, 18Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρομοιάζονται μὲ τὰ ἀγκάθια, ὅπου σπείρεται ὁ λόγος, εἶναι ὅσοι ἀκούουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, 19καὶ αἱ μέριμναι τοῦ αἰῶνος τούτου καὶ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου καὶ αἱ περὶ τὰ λοιπὰ ἐπιθυμίαι εἰσπορευόμεναι συμπνίγουσι τὸν λόγον, καὶ ἄκαρπος γίνεται. 19ἀλλὰ αἱ φροντίδες τῆς παρούσης ζωῆς καὶ τὸ ξεγέλασμα τοῦ πλούτου καὶ αἱ ἄλλαι ἐπιθυμίαι διὰ τὰς ἡδονὰς καὶ ἀπολαύσεις τοῦ κόσμου, ἀποπνίγουν τὸν λόγον καὶ ἔτσι αὐτὸς γίνεται ἄκαρπος. 20καὶ οὗτοί εἰσιν οἱ ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν σπαρέντες, οἵτινες ἀκούουσι τὸν λόγον καὶ παραδέχονται, καὶ καρποφοροῦσιν ἓν τριάκοντα καὶ ἓν ἑξήκοντα καὶ ἓν ἑκατόν. 20Καὶ ἐκεῖνοι ποὺ εἰκονίζονται μὲ τὴν καλὴν γῆν, εἶναι ὅσοι ἀκούσουν τὸν λόγον καὶ τὸν δέχονται μὲ ὅλην των τὴν καρδιὰ καὶ καρποφοροῦν τριάντα καὶ ἐξῆντα καὶ ἑκατὸ φορὲς περισσότερο>. Παραβολικά λόγια για το λύχνάρι και το μέτρο21Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Μήτι ἔρχεται ὁ λύχνος ἵνα ὑπὸ τὸν μόδιον τεθῇ ἢ ὑπὸ τὴν κλίνην; οὐχ ἵνα ἐπὶ τὴν λυχνίαν ἐπιτεθῇ; 21Καὶ ἔλεγεν εἰς αὐτούς· <αὐτὰ ποὺ σᾶς ἐδίδαξα εἶναι φῶς, ἀλλὰ μήπως φέρνουν τὸν ἀναμμένον λύχνον διὰ τὸν θέσουν κάτω ἀπὸ τὸ μόδιο-ἀπὸ τὸ δοχεῖον ποὺ μετροῦν τὸ σιτάρι-ἢ κάτω ἀπὸ τὸ κρεββάτι; Ὄχι βέβαια, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸν θέσουν εἰς τὸν λυχνοστάτην. (Σεῖς εἷσθε ὁ λύχνος ὁ ἀναμμένος, τὸ πνευματικὸν φῶς. Μὲ τὰ λόγια καὶ μὲ τὸ παράδειγμά σας πρέπει νὰ φωτίζετε τοὺς ἄλλους καὶ νὰ μὴ κρύπτετε αὐτά, ποὺ ἔχετε ἀκούσει ἀπὸ ἐμέ). 22οὐ γάρ ἐστι κρυπτὸν ὃ ἐὰν μὴ φανερωθῇ, οὐδὲ ἐγένετο ἀπόκρυφον, ἀλλ᾿ ἵνα ἔλθῃ εἰς φανερόν. 22Διότι δὲν ὑπάρχει τίποτε κρυφὸν καὶ μυστικόν, ποὺ νὰ μὴ φανερωθῇ καὶ κανένα ἀπόκρυφον ποὺ νὰ μὴ ἔλθῃ εἰς τὸ φῶς. 23εἴ τις ἔχει ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω. 23Ἐὰν κανεὶς ἔχῃ αὐτιὰ νὰ ἀκούῃ, ἂς ἀκούσῃ τὰς διδασκαλίας αὐτάς>. 24Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Βλέπετε τί ἀκούετε. ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, μετρηθήσεται ὑμῖν, καὶ προστεθήσεται ὑμῖν τοῖς ἀκούουσιν. 24Καὶ ἔλεγεν εἰς αὐτούς· <προσέχετε εἰς αὐτά ποὺ ἀκούετε· μὲ ὅποιο μέτρο προσοχῆς καὶ ἀγαθῆς διαθέσεως ἀκούετε καὶ ἐννοεῖτε, μὲ τὸ αὐτὸ μέτρο θὰ σᾶς δοθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν ἡ γνῶσις καὶ ἡ σοφία. Καὶ ἀκόμη περισσότερον. 25ὃς γὰρ ἂν ἔχῃ, δοθήσεται αὐτῷ· καὶ ὃς οὐκ ἔχει, καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ᾿ αὐτοῦ. 25Διότι εἰς ἐκεῖνον ποὺ ἔχει τὴν διάθεσιν καὶ τὴν γνῶσιν, θὰ τοῦ δοθῇ ἀκόμη περισσότερον· καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει ἐνδιαφέρον, καὶ ἡ ὀλίγη γνῶσις ποὺ ἔχει, θὰ τοῦ ἀφαιρεθῇ>. Παραβολή του σπόρου που αυξάνει μόνος του26Καὶ ἔλεγεν· Οὕτως ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὡς ἂν ἄνθρωπος βάλῃ τὸν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς, 26Καὶ ἔλεγεν· <ἔτσι ὁμοιάζει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μὲ ἕνα ἄνθρωπον ποὺ ρίπτει τὸν σπόρον εἰς τὴν γῆν, 27καὶ καθεύδῃ καὶ ἐγείρηται νύκτα καὶ ἡμέραν, καὶ ὁ σπόρος βλαστάνῃ καὶ μηκύνηται ὡς οὐκ οἶδεν αὐτός. 27καὶ ἔπειτα κοιμᾶται καὶ σηκώνεται νύκτα καὶ ἡμέραν, χωρὶς νὰ φροντίζῃ διὰ τὴν βλάστησιν τῆς σπορᾶς καὶ ὁ σπόρος βλαστάνει καὶ μεγαλώνει κατὰ ἕνα μυστηριώδη τρόπον, ποὺ δὲν τὸν γνωρίζει ὁ γεωργός. 28αὐτομάτη ἡ γῆ καρποφορεῖ, πρῶτον χόρτον, εἶτα στάχυν, εἶτα πλήρη σῖτον ἐν τῷ στάχυϊ. 28Διότι μόνη της ἡ γῆ καρποφορεῖ, βλαστάνει δηλαδή, πρῶτον τὸν χόρτον, ἔπειτα τὸν στάχυν καὶ ὕστερα τὸν μεστωμένον καὶ πλήρη σῖτον μέσα εἰς τὸν στάχυν. (Ἡ αὔξησις τῆς χριστιανικῆς ζωῆς γίνεται ἀπὸ τὸν Θεὸν κατὰ ἕνα μυστηριώδη τρόπον, ποὺ δὲν ὑποπίπτει ἀμέσως εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀνθρώπου). 29ὅταν δὲ παραδῷ ὁ καρπός, εὐθέως ἀποστέλλει τὸ δρέπανον, ὅτι παρέστηκεν ὁ θερισμός. 29Ὅταν δὲ ὁ καρπὸς ὠριμάσῃ καὶ εἶναι ἕτοιμος πρὸς θερισμόν, ἀμέσως ὁ γεωργὸς ἀποστέλλει τὸν θεριστὴν μὲ τὸ δρεπάνι, διότι ἔχει φθάσει ὁ καιρὸς τοῦ θερισμοῦ>. Η παραβολή για το σπόρο του σιναπιού30Καὶ ἔλεγε· Πῶς ὁμοιώσωμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἢ ἐν τίνι παραβολῇ παραβάλωμεν αὐτὴν; 30Καὶ ἔλεγεν· <πῶς νὰ παρομοιάσωμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ; ῍Η μὲ ποίαν παραβολὴν καὶ εἰκόνα νὰ τὴν παραβάλωμεν; 31ὡς κόκκον σινάπεως, ὃς ὅταν σπαρῇ ἐπὶ τῆς γῆς, μικρότερος πάντων τῶν σπερμάτων ἐστὶ τῶν ἐπὶ τῆς γῆς· 31Ὁμοιάζει μὲ κόκκον σιναπιοῦ, ὁ ὁποῖος, ὅταν σπαρῇ εἰς τὴν γῆν, εἶναι μικρότερος ἀπὸ ὅλους τοὺς σπόρους ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὴν γῆν. 32καὶ ὅταν σπαρῇ, ἀναβαίνει καὶ γίνεται μεῖζων πάντων τῶν λαχάνων, καὶ ποιεῖ κλάδους μεγάλους, ὥστε δύνασθαι ὑπὸ τὴν σκιὰν αὐτοῦ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνοῦν. 32Καὶ ὅταν σπαρῇ, ξεπετιέται καὶ γίνεται μεγαλύτερο ἀπ᾿ ὅλα τὰ λάχανα, καὶ κάμνει μεγάλους κλάδους, ὥστε νὰ ἠμποροῦν τὰ πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ νὰ κατασκηνώνουν κάτω ἀπὸ τὴν σκιὰν του>. 33Καὶ τοιαύταις παραβολαῖς πολλαῖς ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον, καθὼς ἠδύναντο ἀκούειν, 33Καὶ μὲ τέτοιες πολλὲς παραβολὲς ἐδίδασκεν εἰς αὐτοὺς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀναλόγως μὲ τὴν ἱκανότητα ποὺ εἴχαν οἱ ἀκροαταὶ του νὰ ἀκούουν καὶ νὰ ἐνοοῦν. 34χωρὶς δὲ παραβολῆς οὐκ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον· κατ᾿ ἰδίαν δὲ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἐπέλυε πάντα. 34Χωρὶς δὲ παραβολὴν δὲν ἐδίδασκεν αὐτούς. Ἰδιαιτέρως δὲ εἰς τοὺς μαθητὰς ἐξηγοῦσε ὅλα καὶ ἔλυε τὰς ἀπορίας των. (Ὅλα ὅσα ἐρωτοῦσαν καὶ ἐδιψοῦσαν νὰ μάθουν. Πάντοτε ὁ Θεὸς κατὰ πολλοὺς τρόπους ἀπαντᾷ εἰς τὰς ἀπορίας καὶ πληροφορεῖ τοὺς πιστοὺς περὶ τοῦ θελήματός του). Η κατάπαυση της τρικυμίας35Καὶ λέγει αὐτοῖς ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ὀψίας γενομένης· Διέλθωμεν εἰς τὸ πέραν. 35Ἀργὰ ἐκείνην τὴν ἡμέραν λέγει εἰς αὐτούς· <ἂς περάσωμεν εἰς τὸ ἀπέναντι μέρος>. 36καὶ ἀφέντες τὸν ὄχλον παραλαμβάνουσιν αὐτὸν ὡς ἦν ἐν τῷ πλοίῳ· καὶ ἄλλα δὲ πλοῖα ἦν μετ᾿ αὐτοῦ. 36Καὶ ἀφοῦ ἀφῆκαν τὸν λαόν, παρέλαβαν αὐτὸν οἱ μαθηταί, ὅπως εὑρίσκετο εἰς τὸ πλοῖον· ἦσαν δὲ καὶ ἄλλα πλοῖα, ποὺ ἔπλεαν μαζῆ του. 37καὶ γίνεται λαῖλαψ ἀνέμου μεγάλη, τὰ δὲ κύματα ἐπέβαλλεν εἰς τὸ πλοῖον, ὥστε ἤδη αὐτὸ βυθίζεσθαι. 37Καὶ αἴφνης ἐξέσπασε μεγάλη θύελλα, τὰ δὲ κύματα, ἐκτυποῦσαν τὸ πλοῖον καὶ ἀνέβαιναν εἰς αὐτό, ὥστε ἐκινδύνευε νὰ βυθισθῇ. 38καὶ ἦν αὐτὸς ἐπὶ τῇ πρύμνῃ ἐπὶ τὸ προσκεφάλαιον καθεύδων· καὶ διεγείρουσιν αὐτὸν καὶ λέγουσιν αὐτῷ· Διδάσκαλε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἀπολλύμεθα; 38Καὶ ἐκεῖνος ἐκοιμᾶτο εἰς τὴν πρύμνην εἰς τὸ προσκέφαλον, ποὺ ἧτο εἰς τὸ κάθισμα. Καὶ τὸν ἐξύπνησαν οἱ μαθηταὶ καὶ τοῦ λέγουν· <διδάσκαλε, δὲν σὲ μέλλει ποὺ χανόμεθα;> 39καὶ διεγερθεὶς ἐπετίμησε τῷ ἀνέμῳ καὶ εἶπε τῇ θαλάσσῃ· Σιώπα, πεφίμωσο. καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη. 39Καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθη ἐπέπληξε τὸν ἄνεμον καὶ εἶπεν εἰς τὴν θάλασσαν· <σώπα, πάψε ἀμέσως>. Καὶ κατέπαυσεν ὁ ἄνεμος καὶ ἔγινε μεγάλη γαλήνη. 40καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί δειλοί ἐστε οὕτω; πῶς οὐκ ἔχετε πίστιν; 40Καὶ εἶπεν εἰς αὐτούς· διατὶ εἷσθε τόσον δειλοί; Πῶς, ἀφοῦ εἴδατε τόσα θαύματα, δὲν ἔχετε πίστιν;> 41καὶ ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν καὶ ἔλεγον πρὸς ἀλλήλους· Τίς ἄρα οὗτός ἐστιν, ὅτι καὶ ὁ ἄνεμος καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ; 41Καὶ κατελήφθησαν ἀπὸ μεγάλον φόβον καὶ θαυμασμὸν καὶ ἔλεγαν ὁ ἔνας εἰς τὸν ἄλλον· <ποιός, λοιπόν, εἶναι αὐτός, ἀφοῦ καὶ ὁ ἄνεμος καὶ ἡ θάλασσα τὸν ὑπακούουν;> (Ὑποτάσσονται εἰς αὐτὸν ὄχι μόνον αἱ ἀσθένειαι, ὁ θάνατος καὶ οἱ δαίμονες, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως).

Τέλος του Δ΄ κεφαλαίου Κεφάλαιον Ε΄ →
Σελίδα από · στίχοι