Κατὰ Μᾶρκον
Πρόρρηση της καταστροφής του ναού1Καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ ἐκ τοῦ ἱεροῦ λέγει αὐτῷ εἷς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ· Διδάσκαλε, ἴδε ποταποὶ λίθοι καὶ ποταπαὶ οἰκοδομαί. 1Καὶ καθὼς ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν αὐλὴν τοῦ ναοῦ, τοῦ εἶπεν ἔνας ἀπὸ τοὺς μαθητὰς του· <διδάσκαλε, κύτταξε, τί ὡραῖα μάρμαρα καὶ πόσον μεγαλοπρεπῆ κτίρια εἶναι αὐτά>! 2καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· Βλέπεις ταύτας τὰς μεγάλας οἰκοδομάς; οὐ μὴ ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπὶ λίθον ὃς οὐ μὴ καταλυθῇ. 2Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀπήντησε καὶ τοῦ εἶπε· <βλέπεις αὐτὰς τὰς μεγάλας οἰκοδομάς· δὲν θὰ μείνῃ ἐδῶ πέτρα ἐπάνω εἰς τὴν πέτραν, ποὺ νὰ μὴ κρημνισθῇ>. Τα δεινά πρίν από το τέλος του κόσμου3Καὶ καθημένου αὐτοῦ εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν κατέναντι τοῦ ἱεροῦ, ἐπηρώτων αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν Πέτρος καὶ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης καὶ Ἀνδρέας· 3Καὶ ἐνῶ ἐκάθητο εἰς τὸ ὅρος τῶν Ἐλαιῶν ἀπέναντι ἀπὸ τὸν ναόν, τὸν ἠρώτησαν ἰδιαιτέρως ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἀνδρέας, 4Εἰπὲ ἡμῖν πότε ταῦτα ἔσται, καὶ τί τὸ σημεῖον ὅταν μέλλῃ πάντα ταῦτα συντελεῖσθαι; 4<Πὲς μας, πότε θὰ συμβοῦν αὐτὰ καὶ ποιὸ θὰ εἶναι τὸ σημεῖον, ὅταν πρόκειται ὅλα αὐτὰ νὰ πραγματοποιηθοῦν;> 5ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς ἤρξατο λέγειν αὐτοῖς· Βλέπετε μή τις ὑμᾶς πλανήσῃ. 5Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπήντησε καὶ ἤρχισε νὰ τοὺς λέγῃ· <προσέχετε, μήπως τυχὸν κανεὶς σᾶς παραπλανήσῃ. 6πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι, καὶ πολλοὺς πλανήσουσιν. 6Διότι πολλοὶ θὰ ἔλθουν παίρνοντες ὡς ἰδικὸν των τὸ ὄνομά μου καὶ λέγοντες, ὅτι ἐγὼ εἷμαι ὁ Μεσσίας, καὶ πολλοὺς θὰ πλανήσουν. 7ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων, μὴ θροεῖσθε· δεῖ γὰρ γενέσθαι, ἀλλ᾿ οὔπω τὸ τέλος. 7Ὅταν δὲ ἀκούσετε πολέμους καὶ εἰδήσεις περὶ πολέμων, μὴ ταραχθῆτε. Διότι σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιον τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ γίνουν αὐτά, ἀλλ᾿ ἀκόμη δὲν θὰ ἔχη φθάσει τὸ τέλος. 8ἐγερθήσεται γὰρ ἔθνος ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλεία ἐπὶ βασιλείαν, καὶ ἔσονται σεισμοὶ κατὰ τόπους, καὶ ἔσονται λιμοὶ καὶ ταραχαί. 8Διότι θὰ ἐξεγερθῇ ἕνα ἔθνος ἐναντίου ἄλλου ἔθνους καὶ ἕνα βασίλειον ἐνάντιον ἄλλου βασιλείου καὶ θὰ γίνουν σεισμοὶ εἰς διαφόρους περιοχὰς καὶ θὰ συμβοῦν στερήσεις καὶ πεῖνες καὶ ταραχές. 9ἀρχαὶ ὠδίνων ταῦτα. Βλέπετε δὲ ὑμεῖς ἑαυτούς. παραδώσουσι γὰρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια καὶ ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν δαρήσεσθε, καὶ ἐπὶ ἡγεμόνων καὶ βασιλέων σταθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ εἰς μαρτύριον αὐτοῖς· 9Αὐτὰ ὅμως θὰ εἶναι ἡ ἀρχὴ πόνων καὶ δεινῶν. Ἀλλὰ σεῖς προσέχετε τοὺς ἑαυτοὺς σας, διότι θὰ ὑποστῆτε πολλὰς δοκιμασίας· οἱ ἐχθροὶ τοῦ Εὐαγγελίου θὰ σᾶς παραδώσουν εἰς συνέδρια καὶ δημοσίᾳ εἰς τὰς συναγωγὰς των θὰ σᾶς δείρουν καὶ θὰ σταθῆτε ὡς κατηγορούμενοι ἐμπρὸς εἰς ἄρχοντας καὶ βασιλεῖς ἕνεκα τῆς πίστεώς σας εἰς ἐμέ, διὰ νὰ μαρτυρήσετε ἐνώπιον αὐτῶν τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. 10καὶ εἰς πάντα τὰ ἔθνη δεῖ πρῶτον κηρυχθῆναι τὸ εὐαγγέλιον. 10Σύμφωνα ἀκόμη μὲ τὸ θεῖον σχέδιον θὰ κηρυχθῇ τὸ Εὐαγγέλιον προηγουμένως εἰς ὅλα τὰ ἔθνη. 11ὅταν δὲ ἀγάγωσιν ὑμᾶς παραδιδόντες, μὴ προμεριμνᾶτε τί λαλήσητε, μηδὲ μελετᾶτε, ἀλλ᾿ ὃ ἐὰν δοθῇ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ, τοῦτο λαλεῖτε· οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. 11Ὅταν δὲ σᾶς ὁδηγήσουν καὶ σᾶς παραδώσουν εἰς δικαστήρια, μὴ πολυφροντίζετε καὶ μὴ στενοχωρεῖσθε ἐκ τῶν προτέρων τί θὰ ἀπολογηθῆτε, καὶ μὴ προμελετᾶτε τίποτε. Ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς δοθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ θὰ ἔλθῃ εἰς τὸν νοῦ σας κατὰ τὴν ὥρα ἐκείνην, αὐτὸ νὰ λέγετε. Διότι δὲν θὰ εἷσθε σεῖς, ἐκεῖνοι ποὺ θὰ ὁμιλοῦν, ἀλλὰ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. 12παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ πατὴρ τέκνον, καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ θανατώσουσιν αὐτούς. 12Θὰ παραδώσῃ δὲ εἰς θάνατον ὁ ἀδελφὸς τὸν ἀδελφὸν καὶ ὁ πατέρας τὸ τέκνον καὶ θὰ ἐπαναστατήσουν τὰ ἄπιστα παιδιά ἐναντίον τῶν εὐσεβῶν γονέων καὶ θὰ τοὺς θανατώσουν. 13καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται. 13Καὶ θὰ εἷσθε οἱ μισούμενοι ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀσεβεῖς, ἐπειδὴ θὰ πιστεύετε εἰς τὸ ὄνομά μου. Ἀλλά, ἐκεῖνος ποὺ θὰ ὑπομείνῃ ἕως τὸ τέλος τῆς ζωῆς του, αὐτὸς θὰ σωθῇ. 14Ὅταν δὲ ἴδητε τὸ βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως τὸ ρηθὲν ὑπὸ Δανιὴλ τοῦ προφήτου ἑστὼς ὅπου οὐ δεῖ - ὁ ἀναγινώσκων νοείτω - τότε οἱ ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ φευγέτωσαν εἰς τὰ ὄρη, 14Ὅταν δὲ θὰ ἰδῆτε τὸ μισητὸν καὶ ἀηδὲς κάθαρμα, ποὺ θὰ ἐπιφέρῃ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἱερουσαλήμ, ὅπως ἔχει προαναγγελθῇ ἀπὸ τὸν προφήτην Δανιήλ, νὰ στέκεται ἐκεῖ ποὺ δὲν πρέπει-κάθε ἔνας ποὺ θὰ διαβάζῃ αὐτὰ τὰ λόγια, ἂς καταλάβῃ περὶ τίνος πρόκειται (πρόκειται διὰ τοὺς κακούργους ἐπαναστάτας καὶ λῃστὰς Ἑβραίους, ὅπως καὶ διὰ τοὺς Ρωμαίους στρατιώτας, ποὺ θὰ βεβηλώσουν καὶ θὰ καταστρέψουν τὰ πάντα) τότε ὅσοι εἶναι εἰς τὴν Ἰουδαίαν, ἂς φεύγουν εἰς τὰ ὅρη, διὰ νὰ κρυβοῦν. 15ὁ δὲ ἐπὶ τοῦ δώματος μὴ καταβάτω εἰς τὴν οἰκίαν μηδὲ εἰσελθέτω ἆραί τι ἐκ τῆς οἰκίας αὐτοῦ, 15Ὅποιος εὑρίσκεται εἰς τὴν ταράτσα τοῦ σπιτιοῦ του, ἂς μὴ κατεβῇ εἰς τὸ σπίτι καὶ ἂς μὴ εἰσέλθῃ μέσα εἰς αὐτό, διὰ να πάρῃ κάτι. 16καὶ ὁ εἰς τὸν ἀγρὸν ὢν μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω ἆραι τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ. 16Καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἐργάζεται εἰς τὸ χωράφι, ἂς μὴ γυρίσῃ πίσῳ, νὰ πάρῃ τὸ ἐξωτερικὸν του ἔνδυμα. 17οὐαὶ δὲ ταῖς ἐν γαστρὶ ἐχούσαις καὶ ταῖς θηλαζούσαις ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις. 17Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὰς ἐγκύους καὶ εἰς αὐτάς ποὺ θὰ θηλάζουν κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας. Θὰ τοὺς εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ τρέξουν καὶ νὰ σωθοῦν. 18προσεύχεσθε δὲ ἵνα μὴ γένηται ἡ φυγὴ ὑμῶν χειμῶνος. 18Προσεύχεσθε δὲ νὰ μὴ γίνῃ ἡ φυγὴ σας εἰς κακοκαιρίαν τοῦ χειμῶνος. 19ἔσονται γὰρ αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι θλῖψις, οἵα οὐ γέγονε τοιαύτη ἀπ᾿ ἀρχῆς κτίσεως ἧς ἔκτισεν ὁ Θεὸς ἕως τοῦ νῦν καὶ οὐ μὴ γένηται. 19Διότι ὅλαι αἱ ἡμέραι ἐκεῖναι θὰ εἶναι θλῖψις βαρεῖα καὶ μεγάλη, ὁμοία πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει γίνει ἀπὸ τότε ποὺ ἔκτισε ὁ Θεὸς τὸν κόσμον ἕως τώρα καὶ οὔτε θὰ γίνῃ ποτέ. 20καὶ εἰ μὴ ἐκολόβωσε Κύριος τὰς ἡμέρας οὐκ ἂν ἐσώθη πᾶσα σάρξ· ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐκλεκτοὺς οὓς ἐξελέξατο ἐκολόβωσε τὰς ἡμέρας. 20Καὶ ἐὰν ὁ Κύριος δὲν περιώριζε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, δὲν θὰ ἧτο δυνατὸν νὰ σωθῇ κανένας ἄνθρωπος. Ἀλλὰ πρὸς χάριν τῶν ἐκλεκτῶν, ποὺ αὐτὸς ἐξέλεξε καὶ δὲν θέλει νὰ ταλαιπωρηθοῦν πολύ, περιώρισε τὰς ἡμέρας ἐκείνας. 21καὶ τότε ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ, ἰδοὺ ὧδε ὁ Χριστός, ἰδοὺ ἐκεῖ, μὴ πιστεύετε. 21Καὶ τότε ἐὰν κανεὶς σᾶς πῇ· νά, ἐδῶ εἶναι ὁ Χριστός, ἢ ἰδού, ἐκεῖ εἶναι, μὴ τὸ πιστεύσετε. 22ἐγερθήσονται γὰρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα καὶ τέρατα πρὸς τὸ ἀποπλανᾶν, εἰ δυνατόν καὶ τοὺς ἐκλεκτούς. 22Διότι θὰ ἀναπηδήσουν ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ θὰ κάμουν ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους σημεῖα καὶ τέρατα, σημαδιακὰ καὶ καταπληκτικὰ ἔργα, διὰ νὰ παρασύρουν εἰς τὰς πλάνας των, ἂν εἶναι δυνατόν, καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἐκλεκτούς. 23ὑμεῖς δὲ βλέπετε· ἰδοὺ προείρηκα ὑμῖν ἅπαντα. 23Σεῖς ὅμως προσέχετε· ἰδού, σᾶς τὰ προεῖπα ὅλα. Ο ερχομός του Υιού του Ανθρώπου24Ἀλλ᾿ ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις, μετὰ τὴν θλῖψιν ἐκείνην ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται, καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, 24Ἀλλὰ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ὕστερα ἀπὸ τὴν θλῖψιν ἐκείνην, ὁ ἥλιος θὰ σκοτισθῇ καὶ ἡ σελήνη δὲν θὰ δώσῃ τὸ φῶς της. 25καὶ οἱ ἀστέρες ἔσονται ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πίπτοντες, καὶ αἱ δυνάμεις αἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς σαλευθήσονται. 25Καὶ τὰ ἀστέρια θὰ ξεφεύγουν ἀπὸ τὰς τροχιὰς των καὶ θὰ πίπτουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ αἱ δυνάμεις ποὺ συγκρατοῦν τὴν ἁρμονίαν τῶν οὐρανῶν θὰ σαλευθοῦν. 26καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλαις μετὰ δυνάμεως πολλῆς καὶ δόξης. 26Καὶ τότε θὰ ἰδοῦν τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται μέσα εἰς ὁλόφωτα νέφη μὲ δύναμιν καὶ δόξαν πολλήν. 27καὶ τότε ἀποστελεῖ τοὺς ἀγγέλους αὐτοῦ καὶ ἐπισυνάξει τοὺς ἐκλεκτοὺς αὐτοῦ ἐκ τῶν τεσσάρων ἀνέμων, ἀπ᾿ ἄκρου τῆς γῆς ἕως τοῦ οὐρανοῦ. 27Καὶ τότε θὰ στείλῃ τοὺς ἀγγέλους του καὶ θὰ περιμαζεύσῃ τοὺς ἐκλεκτοὺς του ἀπὸ τὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος, ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρον τῆς γῆς ἕως τὸ ἄλλο ἄκρον τοῦ οὐρανοῦ. Η επαγρύπνηση μπροστά στον αιφνίδιο ερχομό του τέλους28Ἀπὸ δὲ τῆς συκῆς μάθετε τὴν παραβολήν. ὅταν αὐτῆς ὁ κλάδος ἤδη γένηται ἁπαλὸς καὶ ἐκφύῃ τὰ φύλλα, γινώσκετε ὅτι ἐγγὺς τὸ θέρος ἐστίν· 28Ἀπὸ δὲ τὴν συκιὰ μάθετε τὴν παρωμοίωσιν, ποὺ θὰ σᾶς πῶ. Ὅταν τὸ κλωνάρι της γίνῃ ἁπαλὸ καὶ βγοῦν τὰ φύλλα, γνωρίζετε ὅτι πλησιάζει τὸ θέρος. 29οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ἴδητε ταῦτα γινόμενα, γινώσκετε ὅτι ἐγγύς ἐστιν ἐπὶ θύραις. 29Ἔτσι καὶ σεῖς, ὅταν θὰ ἰδῆτε ὅλα αὐτὰ νὰ πραγματοποιοῦνται, ἐννοήσατε ὅτι εἶναι κοντά, ὅτι ἔφθασε πλέον εἰς τὴν θύραν καὶ θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ. 30ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ἡ γενεὰ αὕτη μέχρις οὗ πάντα ταῦτα γένηται. 30Σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι δὲν θὰ περάσῃ ἡ γενεὰ αὐτή, μέχρις ὅτου ἔλθουν ὅλα ὅσα σᾶς προεῖπα, δηλαδὴ ἡ καταστροφὴ τῆς Ἱερουσαλήμ, οἱ ψευδόχριστοι καὶ οἱ ψευδοπροφῆται. 31ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ ἐμοὶ λόγοι οὐ μὴ παρελεύσονται. 31Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ποὺ σᾶς φαίνωνται τόσο σταθερὰ καὶ ἀμετακίνητα, θὰ περάσουν, οἱ λόγοι μου ὅμως δὲν θὰ περάσουν, ἀλλὰ θὰ πραγματοποιηθοῦν ἀκριβῶς. 32Περὶ δὲ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἢ τῆς ὥρας οὐδεὶς οἶδεν, οὐδὲ οἱ ἄγγελοι ἐν οὐρανῷ οὐδὲ ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατήρ. 32Ὥς πρὸς δὲ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἢ τὴν ὥραν, ποὺ θὰ γίνῃ ἡ δευτέρα παρουσία, κανεὶς δὲν γνωρίζει ἀκριβῶς οὔτε οἱ ἄγγελοι ποὺ εἶναι εἰς τὸν οὐρανὸν οὔτε ὁ Υἱός, ὡς ἄνθρωπος, εἰμὴ μόνον ὁ Πατήρ. (Ὁ Υἱός, ὡς Θεὸς λόγος γνωρίζει τὰ πάντα καὶ τὸν χρόνον τῆς δευτέρας παρουσίας). 33Βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ καιρός ἐστιν. 33Προσέχετε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε· διότι δὲν γνωρίζετε πότε εἶναι καιρὸς τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου. 34ὡς ἄνθρωπος ἀπόδημος, ἀφεὶς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, καὶ δοὺς τοῖς δούλοις αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν καὶ ἑκάστῳ τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ τῷ θυρωρῷ ἐνετείλατο ἵνα γρηγορῇ. 34Καὶ διὰ νὰ ἐνοήσετε καλύτερον, θὰ συμβῇ κάτι ἀνάλογον μὲ ἕνα ξενητεμένον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀφῆκε τὸ σπίτι του, ἐξουσιοδότησε τοὺς δούλους του νὰ τὸ χρησιμοποιοῦν καὶ εἰς τὸν θυρωρὸν ἔδωσε τὴν ἐντολὴν νὰ εἶναι ἄγρυπνος καὶ νὰ περιμένῃ. (Ἔτσι καὶ ὁ Μεσσίας, ἐτακτοποίησε τὰ τῆς Ἐκκλησίας του καὶ ἔχει δώσει ἐντολὴν νὰ εἶναι ὅλοι ἄγρυπνοι καὶ ἕτοιμοι, διὰ νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν, ὅταν ἔλθῃ). 35γρηγορεῖτε οὖν· οὐκ οἴδατε γὰρ πότε ὁ κύριος τῆς οἰκίας ἔρχεται, ὀψὲ ἢ μεσονυκτίου ἢ ἀλεκτοροφωνίας ἢ πρωΐ· 35Ἀγρυπνεῖτε λοιπὸν καὶ προσέχετε, διότι δὲν γνωρίζετε πότε ὁ κύριος τοῦ σπιτιοὺ ἔρχεται, ἀργὰ τὸ βραδὺ ἢ τὸ μεσονύκτιον ἢ τὰ χαράματα, ὅταν θὰ λαλοῦν οἱ πετινοὶ ἢ τὸ πρωΐ. 36μὴ ἐλθὼν ἐξαίφνης εὕρῃ ὑμᾶς καθεύδοντας. 36Ἀγρυπνεῖτε, μήπως τυχὸν ἔλθῃ αἰφνιδίως καὶ σᾶς εὔρη νὰ κοιμᾶσθε. 37ἃ δὲ ὑμῖν λέγω, πᾶσι λέγω· γρηγορεῖτε. 37Αὐτὰ δέ ποὺ λέγω εἰς σᾶς, τὰ λέγω εἰς ὅλους. Γρηγορεῖτε>.