Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κείμενα
Είσοδος
Ελεύθερη ανάγνωση: η Αγία Γραφή είναι ανοιχτή σε όλους, χωρίς λογαριασμό. Με λογαριασμό έχετε πρόσβαση σε όλη τη βιβλιοθήκη. Σύνδεση
Καινὴ Διαθήκη · Ἀποκάλυψις

Ἀποκάλυψις Ἰωάννου

Κεφάλαιον Γ΄
Λειτουργία ανάγνωσης

Η επιστολή στην εκκλησία των Σάρδεων1-6

1Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Σάρδεσιν ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἔχων τὰ ἑπτὰ πνεύματα τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἑπτὰ ἀστέρας· οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι ὄνομα ἔχεις ὅτι ζῇς, καὶ νεκρὸς εἶ.

Καὶ εἰς τὸν ἐπίσκοπον τῆς Ἐκκλησίας τῶν Σάρδεων γράψε τὰ ἐξῆς: Αὐτὰ λέγει ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα μὲ τὰ ἀναρίθμητα αὐτοῦ χαρίσματα καὶ τοὺς ἑπτὰ ἀστέρας, τοὺς ἑπτὰ δηλαδὴ ἐπισκόπους τῆς Ἐκκλησίας. Γνωρίζω καλὰ τὰ ἔργα σου καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῶν τῶν ἀτελῶν ἔργων σου σοῦ λέγω, ὅτι ὄνομα μόνον ἔχεις ποὺ δηλώνει ὅτι ζῇς, καὶ ὅμως εἷσαι νεκρός.

2γίνου γρηγορῶν, καὶ στήρισον τὰ λοιπὰ ἃ ἔμελλον ἀποθνήσκειν· οὐ γὰρ εὕρηκά σου τὰ ἔργα πεπληρωμένα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου.

Γίνε ἄγρυπνος καὶ προσεκτικός, καὶ στήριζε τοὺς ὑπολοίπους πιστούς, οἱ ὁποῖοι ὀλίγον ἔλειψε νὰ ἀποθάνουν· διότι μέχρι σήμερα δὲν εὑρῆκα τὰ ἔργα σου ὡς ἐπισκόπου πλήρη καὶ τέλεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ ἀνθρώπινον εἶναι καὶ ἰδικός μου Θεός.

3μνημόνευε οὖν πῶς εἴληφας καὶ ἤκουσας, καὶ τήρει καὶ μετανόησον. ἐὰν οὖν μὴ γρηγορήσῃς, ἥξω ἐπὶ σὲ ὡς κλέπτης, καὶ οὐ μὴ γνῷς ποίαν ὥραν ἥξω ἐπὶ σέ.

Νὰ ἐνθυμῆσαι λοιπόν, μὲ ποῖον ζῆλον ἔχεις παραλάβει καὶ ἤκουσες τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ φυλάττε αὐτό ποὺ ἤκουσες, καὶ μετανόησε διὰ τὴν μέχρι σήμερον ραθυμίαν καὶ ἀμέλειάν σου. Ἐὰν ὅμως δὲν ἐξυπνήσῃς καὶ δὲν γίνῃς προσεκτικὸς ἀπ᾿ ἐδῶ καὶ πέρα, θὰ ἔλθω εἰς σὲ ἔξαφνα, εἰς ὥραν ποὺ δὲν περιμένεις, ὅπως ἔρχεται ὁ κλέπτῃς, καὶ δὲν θὰ γνωρίσῃς ποίαν ὥραν θὰ ἔλθω νὰ σὲ παραλάβω διὰ τοῦ θανάτου.

4ἀλλὰ ἔχεις ὀλίγα ὀνόματα ἐν Σάρδεσιν, ἃ οὐκ ἐμόλυναν τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ περιπατήσουσι μετ᾿ ἐμοῦ ἐν λευκοῖς, ὅτι ἄξιοί εἰσιν.

Ἔχεις ὅμως μερικοὺς πιστοὺς εἰς τὰς Σάρδεις, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐμόλυναν τὰ ἐνδύματά των μὲ τὸν ρύπον τῆς ἁμαρτίας. Καὶ θὰ περιπατήσουν μαζῆ μου ντυμένοι ὁλόλευκα (εἰς συμβολισμὸν τῆς ἁγνότητός των) διότι τοὺς ἀξίζει νὰ εἶναι μαζῆ μου.

5Ὁ νικῶν οὕτω περιβαλεῖται ἐν ἱματίοις λευκοῖς, καὶ οὐ μὴ ἐξαλείψω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκ τῆς βίβλου τῆς ζωῆς, καὶ ὁμολογήσω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ πατρός μου καὶ ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ.

Ὁποιοσδήποτε, ποὺ διὰ μέσου τῶν αἰώνων θὰ νικᾷ, θὰ περιβάλλεται ἔτσι ὁλόλευκα λαμπρὰ ἐνδύματα, καὶ δὲν θὰ σβήσω ποτὲ τὸ ὄνομα του ἀπὸ τὸ βιβλίον τῆς ζωῆς καὶ θὰ διαλαλήσω τὸ ὄνομά του ἐμπρὸς εἰς τὸν Πατέρα μου καὶ ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀγγέλους, διακυρήσσων τὰς ἀρετὰς του καὶ τὴν πίστιν του πρὸς ἐμέ.

6Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.

Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὰ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς του ἀνοικτά, ἂς ἀκούσῃ τί λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἰς τὰς Ἐκκλησίας.

Η επιστολή στην εκκλησία της Φιλαδέλφειας7-13

7Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Φιλαδελφείᾳ ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἅγιος, ὁ ἀληθινός, ὁ ἔχων τὴν κλεῖν τοῦ Δαυῒδ, ὁ ἀνοίγων καὶ οὐδεὶς κλείσει, καὶ κλείων καὶ οὐδεὶς ἀνοίξει·

Καὶ εἰς τὸν ἐπίσκοπον τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι εἰς τὴν Φιλαδέλφειαν, γράψε: Αὐτὰ λέγει ὁ ἀπολύτως ἅγιος, ὁ ἀπολύτως ἀληθινὸς Κύριος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν μεσσιανικὴν ἐξουσίαν καὶ βασιλείαν, ὅπως προεικονίσθη καὶ προανηγγέλθη διὰ τοῦ κατὰ σάρκα προγόνου του Δαυΐδ. Καὶ μὲ τὴν ἐξουσίαν αὐτήν, σὰν μὲ ἄλλο κλειδί, ἀνοίγει τὴν θύραν τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν κλείσῃ· τὴν κλείει καὶ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἀνοίξῃ.

8οἶδά σου τὰ ἔργα· - ἰδοὺ δέδωκα ἐνώπιόν σου θύραν ἀνεῳγμένην, ἣν οὐδεὶς δύναται κλεῖσαι αὐτήν· - ὅτι μικρὰν ἔχεις δύναμιν, καὶ ἐτήρησάς μου τὸν λόγον καὶ οὐκ ἠρνήσω τὸ ὄνομά μου.

Γνωρίζω τὰ ἔργα σου· ἰδοὺ ἔχω δώσει ἐμπρός σου θύραν ἀνοικτήν, (ἐλευθερίαν καὶ τὰ μέσα νὰ ἐργασθῇς χωρὶς ἐμπόδια). Καὶ αὐτὴν τὴν θύραν κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν κλείσῃ. Ἐγώ σοῦ ἄνοιξα τὴν θύραν, διότι σὺ ἔχεις μικρὰν δύναμιν, καὶ ἐν τούτοις ἐτήρησες τὸ θέλημά μου καὶ δὲν ἠρνήθης τὴν πίστιν εἰς τὸ ὄνομά μου κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ διωγμοῦ.

9ἰδοὺ δίδωμι ἐκ τῆς συναγωγῆς τοῦ σατανᾶ τῶν λεγόντων ἑαυτοὺς Ἰουδαίους εἶναι, καὶ οὐκ εἰσὶν, ἀλλὰ ψεύδονται· ἰδοὺ ποιήσω αὐτοὺς ἵνα ἥξουσι καὶ προσκυνήσουσιν ἐνώπιον τῶν ποδῶν σου, καὶ γνῶσιν ὅτι ἐγὼ ἠγάπησά σε.

Ἰδού, σοῦ δίδω τώρα μερικοὺς ἀπὸ τὴν συναγωγὴν τοῦ σατανᾶ, ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι λέγουν μὲ κομπασμὸν διὰ τὸν εὐατὸν των ὅτι εἶναι Ἰουδαῖοι, ἐνῶ εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι, ἀλλὰ ψεύδονται. Ἰδού, θὰ τοὺς κατευθύνω καὶ θὰ τοὺς κάμω νὰ ἔλθουν καὶ νὰ προσκυνήσουν ἐμπρὸς εἰς τὰ πόδια σου, ὡς πρὸς ἄξιον ἐπίσκοπον τῆς Ἐκκλησίας μου καὶ νὰ μάθουν ὅτι ἐγὼ σὲ ἔχω ἀγαπήσει.

10ὅτι ἐτήρησας τὸν λόγον τῆς ὑπομονῆς μου, κἀγώ σε τηρήσω ἐκ τῆς ὥρας τοῦ πειρασμοῦ τῆς μελλούσης ἔρχεσθαι ἐπὶ τῆς οἰκουμένης ὅλης, πειράσαι τοὺς κατοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς.

Καὶ τοῦτο, διότι σὺ ἐτήρησες τὸν λόγον μου, ποὺ ὁμιλεῖ περὶ τῆς ὑπομονῆς εἰς τὰς θλίψεις καὶ τοὺς διωγμούς. Καὶ ἐγὼ θὰ σὲ προφυλάξω ἀπὸ τὴν ὥραν τοῦ πειρασμοῦ καὶ τῆς ταλαιπωρίας, ποὺ μέλλει νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ ἀπλωθῇ εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην, διὰ νὰ θέσῃ εἰς δοκιμασίαν αὐτούς, ποὺ κατοικοῦν εἰς τὴν γῆν.

11ἔρχομαι ταχύ· κράτει ὃ ἔχεις, ἵνα μηδεὶς λάβῃ τὸν στέφανόν σου.

Ἔρχομαι γρήγορα· κράτει καλὰ καὶ σταθερὰ τὸν θησαυρὸν τῆς ἀληθείας καὶ τῆς πίστεως, ποὺ ἔχεις, διὰ νὰ μὴ πάρῃ κανεὶς τὸν στέφανον τῆς νίκης σου.

12Ὁ νικῶν, ποιήσω αὐτὸν στῦλον ἐν τῷ ναῷ τοῦ Θεοῦ μου, καὶ ἔξω οὐ μὴ ἐξέλθῃ ἔτι, καὶ γράψω ἐπ᾿ αὐτὸν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου καὶ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως τοῦ Θεοῦ μου, τῆς καινῆς Ἰερουσαλήμ, ἣ καταβαίνει ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ μου, καὶ τὸ ὄνομά μου τὸ καινόν.

Ἐκεῖνον ποὺ νικᾷ τοὺς πειρασμοὺς τῆς ἁμαρτίας καὶ τὰς θλίψεις τῶν διωγμῶν, θὰ τὸν κάμω στῦλον εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ποὺ εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν θὰ βγῇ ποτὲ πλέον ἔξω ἀπὸ τὴν μακαρίαν αὐτὴν περιοχήν. Καὶ θὰ γράψω ἐπάνω εἰς αὐτὸν τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου καὶ τὸ ὄνομα τῆς πόλεως τοῦ Θεοῦ μου, τῆς νέας Ἱερουσαλήμ, ἡ ὁποία ὁλόλαμπρος κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανὸν τοῦ Θεοῦ μου. Καὶ θὰ γράψω ἀκόμη εἰς αὐτὸν τὸ νέον μου ὄνομα (τοῦ Θεανθρώπου λυτρωτοῦ καὶ Μεσσίου, διὰ νὰ φαίνεται εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων ὅτι αὐτὸς εἶναι ἰδικός μου).

13Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.

Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὰ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς του ἀνοικτά, ἂς ἀκούσῃ τί λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἰς τὰς Ἐκκλησίας.

Η επιστολή στην εκκλησία της Λαοδίκειας14-22

14Καὶ τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ ἐκκλησίας γράψον· τάδε λέγει ὁ ἀμήν, ὁ μάρτυς ὁ πιστὸς καὶ ἀληθινός, ἡ ἀρχὴ τῆς κτίσεως τοῦ Θεοῦ·

Καὶ εἰς τὸν ἐπίσκοπον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Λαοδικείας γράψε: Αὐτὰ λέγει ὁ Ἀμήν, ὁ ἀπολύτως ἀξιόπιστος καὶ ἀληθινὸς μάρτυς, ἡ ἄναρχος καὶ δημιουργικὴ αἰτία καὶ ἀρχὴ τῆς ὀρατῆς καὶ ἀοράτου δημιουργίας τοῦ Θεοῦ.

15οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός· ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστός.

Γνωρίζω καλὰ τὰ ἔργα σου, τὰ ὀλίγα, τὰ ἀτελῆ καὶ χλιαρά. Αὐτὰ καὶ μαρτυροῦν, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἷσαι ὡς πρὸς τὴν πίστιν, οὔτε θερμός. Εἴθε νὰ ἤσουν ψυχρὸς (διότι ὑπῆρχεν ἐλπὶς νὰ μετανοήσῃς καὶ θερμανθῇς) ἢ νὰ ἤσουν ζεστὸς καὶ θερμός.

16οὕτως ὅτι χλιαρὸς εἶ, καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου.

Ἔτσι ἐπειδὴ εἷσαι χλιαρὸς καὶ δὲν εἷσαι οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, πρόκειται νὰ σὲ ἐμέσω ἀπὸ τὸ στόμα μου, (νὰ σὲ ἀποδοκιμάσω καὶ σὲ ἀποκόψω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν μου).

17ὅτι λέγεις ὅτι πλούσιός εἰμι καὶ πεπλούτηκα καὶ οὐδενὸς χρείαν ἔχω, - καὶ οὐκ οἶδας ὅτι σὺ εἶ ὁ ταλαίπωρος καὶ ὁ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός, -

Διότι παρὰ τὴν πνευματικήν σου πτωχείαν, λέγεις ὅτι εἷμαι πλούσιος εἰς ἀρετὰς καὶ ἔχω πλουτήσει εἰς πνευματικοὺς θησαυροὺς καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην ἀπὸ τίποτε. Καὶ δὲν γνωρίζεις ὅτι εἰς τὴν πραγματικότητα σὺ εἷσαι ὁ ταλαίπωρος καὶ ὁ ἐλεεινὸς καὶ ὁ πτωχὸς εἰς πνευματικότητα καὶ ὁ τυφλὸς εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας καὶ ὁ γυμνὸς εἰς τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς.

18συμβουλεύω σοι ἀγοράσαι παρ᾿ ἐμοῦ χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρὸς ἵνα πλουτήσῃς, καὶ ἱμάτια λευκὰ ἵνα περιβάλῃ καὶ μὴ φανερωθῇ ἡ αἰσχύνη τῆς γυμνότητός σου, καὶ κολλύριον ἵνα ἐγχρίσῃ τοὺς ὀφθαλμούς σου ἵνα βλέπῃς.

Σὲ συμβουλεύω νὰ προμηθευθῇς ἀπὸ ἐμὲ ὁλοκάθαρον χρυσίον, ποὺ ἔχει λυώσει καὶ καθαρισθῆ εἰς τὸ καμίνι τῆς φωτιάς, τὸν πνευματικὸν δηλαδὴ πλοῦτον, διὰ νὰ γίνῃς ἔτσι πλούσιος εἰς τὴν ἀρετήν. Νὰ προμηθευθῇς ἀκόμη ἀπὸ ἐμὲ ἁγνότητα καὶ καθαρότητα ψυχῆς, ποὺ σὰν ὁλόλευκα ἐνδύματα νὰ περιβληθῇς, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ φανερὰ ἡ ἐντροπὴ τῆς πνευματικῆς σου γυμνότητος. Νὰ προμηθευθῇς καὶ τὸ φῶς τῆς διδασκαλίας μου, διὰ νὰ χρίσῃς, σὰν μὲ κολλύριον, τὰ μάτια τῆς ψυχῆς σου, ὥστε νὰ βλέπῃς τὴν κατάστασίν σου καὶ τὸν δρόμον, ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃς.

19ἐγὼ ὅσους ἐὰν φιλῶ, ἐλέγχω καὶ παιδεύω· ζήλευε οὖν καὶ μετανόησον.

Σοῦ ἀπευθύνω αὐτοὺς τοὺς ἐλέγχους ἀπὸ ἀγάπην, διότι ἐγὼ ὅσους ἀγαπῶ τοὺς ἐλέγχω διὰ τὰ σφάλματα των καὶ τοὺς παιδαγωγῶ διὰ τὴν πνευματικὴν των μόρφωσιν. Προσπάθησε, λοιπόν, νὰ ἔχῃς ζῆλον καὶ μετανόησε.

20ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ᾿ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ᾿ ἐμοῦ.

Ἰδού, ἔχω σταθῇ ἔξω ἀπὸ τὴν θύραν καὶ κτυπῶ δυνατά. Ἐὰν κανεὶς ἀκούσῃ τὴν φωνήν μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν τῆς καρδίας του, τότε ἐγὼ θὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὸν καὶ μὲ πολλὴν ἀγάπην καὶ οἰκειότητα θὰ φάγω μαζῆ του καὶ ἐκεῖνος θὰ φάγῃ μαζῆ μου (καὶ θὰ χαρῶμεν καὶ οἱ δύο διὰ τὴν ἐπιστροφὴν καὶ σωτηρίαν του).

21Ὁ νικῶν, δώσω αὐτῷ καθίσαι μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τῷ θρόνῳ μου, ὡς κἀγὼ ἐνίκησα καὶ ἐκάθισα μετὰ τοῦ πατρός μου ἐν τῷ θρόνῳ αὐτοῦ.

Εἰς ἐκεῖνον ποὺ νικᾷ, θὰ τοῦ δώσω τὸ ἀνεκτίμητον δικαίωμα καὶ δῶρον νὰ καθίσῃ μαζῆ μου εἰς τὸν ὁλόλαμπρον θρόνον μου, ὅπως καὶ ἐγώ, ὅταν σὰν ἄνθρωπος ἐνίκησα τὸν πονηρόν, ἐκάθισα μετὰ τὴν ἀνάληψίν μου μαζῆ μὲ τὸν Πατέρα μου εἰς τὸν ἔνδοξον θρόνον του.

22Ὁ ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τὸ Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις.

Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀνοικτὰ τὰ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς του, ἂς ἀκούσῃ τί λέγει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον εἰς τὰς Ἐκκλησίας.