Πρὸς Ῥωμαίους
Ζωή στην υπηρεσία του Θεού1Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ, παραστῆσαι τὰ σώματα ὑμῶν θυσίαν ζῶσαν, ἁγίαν, εὐάρεστον τῷ Θεῷ, τὴν λογικὴν λατρείαν ὑμῶν, 1Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν, ἀδελφοί, καὶ σᾶς ἐξορκίζω ἐν ὀνόματι τῆς στοργῆς καὶ τῆς εὐσπλαγχνίας, ποὺ δεικνύει εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, νὰ καταστήσετε καὶ νὰ παρυσιάσετε, σὰν ἄλλοι ἱερεῖς μὲ θυσιαστήριον, τὸν εὐατὸν σας, τὰ σώματά σας, θυσίαν ζωντανήν, ἁγίαν, εὐάρεστον εἰς τὸν Θεόν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἔτσι τὴν πράγματι ὀρθὴν καὶ πνευματικὴν λατρείαν σας, ἀξίαν τοῦ λογικοῦ σας. 2καὶ μὴ συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλὰ μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοὸς ὑμῶν, εἰς τὸ δοκιμάζειν ὑμᾶς τί τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον. 2Καὶ προσέχετε νὰ μὴ συμμορφώνεσθε μὲ τὰ φρονήματα καὶ τὸν τρόπον τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων τῆς ὑλόφρονος αὐτῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ συνεχῶς νὰ μεταμορφώνεσθε μὲ τὸ ξεκαινούργωμα καὶ τὴν εὐθυκρισίαν τοῦ νοῦ σας, ὥστε νὰ ἐξακριβώνετε καὶ νὰ διακρίνετε, ποῖον εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει πάντοτε ὡς χαρακτηριστικὸν του γνώρισμα, ὅτι εἶναι ἀγαθόν, εὐάρεστον εἰς αὐτὸν καὶ τέλειον. 3Λέγω γὰρ διὰ τῆς χάριτος τῆς δοθείσης μοι παντὶ τῷ ὄντι ἐν ὑμῖν μὴ ὑπερφρονεῖν παρ᾿ ὃ δεῖ φρονεῖν, ἀλλὰ φρονεῖν εἰς τὸ σωφρονεῖν, ἑκάστῳ ὡς ὁ Θεὸς ἐμέρισεν μέτρον πίστεως. 3Διότι, φωτιζόμενος καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴν χάριν καὶ κλῆσίν πού μοῦ ἐδόθη, παρακαλῶ καὶ διδάσκω τὸν καθένα ἀπὸ σᾶς νὰ μὴ φρονῇ διὰ τὸν ἑαυτὸν τοῦ ὑψηλότερα ἀπὸ ὅ,τι πρέπει νὰ φρονῇ, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ τὸ ἀληθὲς καὶ δίκαιον φρόνημα, ὥστε νὰ σκέπτεται ἀληθινὰ καὶ συνετὰ διὰ τὸ χάρισμα τῆς πίστεως καὶ τὴν θέσιν, ποὺ ὁ Θεὸς σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιον μέτρον του τοῦ ἔχει δώσει. Ἔτσι δὲ θὰ ὑπάρχῃ ἁρμονία, ἑνότης καὶ συνεργασία εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. 4καθάπερ γὰρ ἐν ἑνὶ σώματι πολλὰ μέλη ἔχομεν, τὰ δὲ μέλη πάντα οὐ τὴν αὐτὴν ἔχει πρᾶξιν, 4Διότι ὅπως εἰς τὸ ἕνα σῶμα ἔχομεν πολλὰ μέλῃ, ὅλα δὲ τὰ μέλῃ δὲν ἔχουν τὴν αὐτὴν λειτουργίαν καὶ ὑπηρεσίαν, 5οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμά ἐσμεν ἐν Χριστῷ, τὸ δὲ καθ᾿ εἷς ἀλλήλων μέλη. 5ἔτσι καὶ τὰ πολλὰ μέλῃ τῆς Ἐκκλησίας, οἱ Χριστιανοί, εἵμεθα ἕνα σῶμα μὲ τὸν Χριστόν, καὶ διὰ τοῦ Χριστοῦ μεταξὺ μας· ὁ καθένας μας δὲ εἵμεθα μέλῃ ἀλλήλων, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνεργαζώμεθα μεταξὺ μας καὶ νὰ ὑπηρετοῦμεν ὁ ἔνας τὸν ἄλλον. 6ἔχοντες δὲ χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, 6Ἐφ᾿ ὅσον δὲ ἔχομεν διάφορα χαρίσματα σύμφωνα μὲ τὴν χάριν, ποὺ μᾶς ἔχει δοθῇ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἂς ἐπαναπαυώμεθα εἰς αὐτὰ καὶ ἂς ἐργαζώμεθα πνευματικῶς δι᾿ αὐτῶν. Εἴτε δηλαδὴ ἔχομεν προφητικὸν χάρισμα, ἂς διδάσκωμεν τὴν ἀλήθειαν ἀνάλογα μὲ τὸ χάρισμα αὐτό. 7εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, 7Εἴτε ἔχομεν χάρισμα πνευματικῆς διακονίας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἂς μένωμεν συνεπεὶς εἰς αὐτό· ἐκεῖνος, ποὺ ἔλαβε τὸ χάρισμα νὰ διδάσκῃ, ἂς μένῃ εἰς τὴν διακονίαν τῆς διδασκαλίας καὶ ἂς ἀναλύῃ τὰς ἀληθείας τοῦ Θεοῦ εἰς τοὺς πιστούς. 8εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδοὺς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι. 8Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὸ χάρισμα νὰ παρηγορῇ, νὰ ἐνθαρρύνῃ καὶ νὰ προτρέπῃ τοὺς πιστοὺς εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς, ἂς μένῃ εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς ἠθικῆς τονώσεως· ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει ἀγαθὰ καὶ αἰσθάνεται τὴν ἐσωτερικὴν κλίσιν νὰ τὰ μοιράζῃ εἰς τοὺς πτωχούς, ἂς τὸ πράττῃ μὲ ἁπλότητα καὶ διάκρισιν· ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ὁρισθῇ προϊστάμενος, ἂς διαχειρίζεται τὴν ἐξουσίαν καὶ ἂς ἐπιστατῇ εἰς κάθε καλὸν ἔργον μὲ ἐπιμέλειαν καὶ δραστηριότητα· ἐκεῖνος, ποὺ ἐλεεῖ, ἂς προσφέρῃ τὴν ἐλεημοσύνην του μὲ γλυκύτητα καὶ καλωσύνην. 9Ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος. ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν, κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ, 9Ἡ ἀγάπη σας ἂς εἶναι πάντοτε εἰλικρινής, ἀπηλλαγμένη ἀπὸ κάθε ὑποκρισίαν καὶ ἰδιοτέλειαν· νὰ ἀποστρέφεσθε καὶ νὰ μισῆτε μὲ ὅλην σας τὴν δύναμιν τὸ πονηρόν, νὰ εἷσθε δὲ καὶ νὰ μένετε πάντοτε προσκολλημένοι εἰς τὸ ἀγαθόν. 10τῇ φιλαδελφίᾳ εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι, τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι, 10Διὰ τῆς εἰλικρινοῦς καὶ ἀδελφικῆς ἀγάπης νὰ γίνεσθε φιλόστοργοι ὁ ἔνας εἰς τὸν ἄλλον καὶ ὁ καθένας σας νὰ ἀποδίδῃ τὰ πρωτεῖα τῆς τιμῆς καὶ τοῦ σεβασμοῦ εἰς τοὺς ἄλλους (καὶ νὰ μὴ σπεύδῃ νὰ ζητῇ διὰ τὸν εὐατὸν του τιμὰς καὶ πρωτοκαθεδρίας). 11τῇ σπουδῇ μὴ ὀκνηροί, τῷ πνεύματι ζέοντες, τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες, 11Εἰς τὸν ζῆλον καὶ τὴν δραστηριότητα, ποὺ ἀπαιτεῖται διὰ κάθε καλὸν ἔργον, νὰ μὴ εἷσθε ρᾴθυμοι καὶ δυσκίνητοι. Τὸ πνεῦμα σας, αἱ ἐσωτερικαὶ πνευματικαὶ δυνάμεις σας, νὰ εἶναι διαποτισμέναι καὶ πλήρεις ἀπὸ τὴν φλόγα τοῦ κατὰ Θεὸν ζήλου. Δι᾿ ὅλων δὲ αὐτῶν τῶν χαρισμάτων καὶ ἀρετῶν νὰ δουλεύετε μὲ προθυμίαν καὶ νὰ εὐαρεστῆτε εἰς τὸν Κύριον. 12τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες, τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες, 12Ἔχοντες ἀκλόνητον τὴν ἐλπίδα εἰς τὰ ἄπειρα ἀγαθά, ποὺ σᾶς ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεός, νὰ χαίρετε καὶ νὰ ἀγάλλεσθε· εἰς τὴν θλῖψιν νὰ δεικνύετε ὑπομονὴν καὶ γενναιότητα· νὰ ἐπιμένετε πάντοτε μὲ προθυμίαν καὶ ζῆλον εἰς τὴν προσευχήν. 13ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες, τὴν φιλοξενίαν διώκοντες. 13Μὲ τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης σας νὰ γίνεσθε συμμέτοχοι καὶ βοηθοὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν Χριστιανῶν· νὰ ἐπιδιώκετε τὴν φιλοξενίαν, χωρὶς νὰ περιμένετε νὰ σᾶς τὴν ζητήσουν. 14εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε. 14Νὰ εὔχεσθε καὶ νὰ παρακαλῆτε, τὸν Θεὸν δι᾿ ἐκείνους ποὺ σᾶς διῴκουν. Νὰ εὔχεσθε καὶ νὰ λέγετε πάντοτε καλὰ λόγια δι᾿ ὅλους καί ποτὲ νὰ μὴ καταρᾶσθε. 15χαίρειν μετὰ χαιρόντων καὶ κλαίειν μετὰ κλαιόντων. 15Πλημμυρισμένοι ἀπὸ ἀνεπίφθονον ἀγάπην νὰ χαίρετε μαζῆ μὲ ἐκείνους ποὺ χαίρουν καὶ νὰ κλαίετε μαζῆ μὲ ἐκείνους ποὺ θλίβονται καὶ κλαίουν. 16τὸ αὐτὸ εἰς ἀλλήλους φρονοῦντες, μὴ τὰ ὑψηλὰ φρονοῦντες, ἀλλὰ τοῖς ταπεινοῖς συναπαγόμενοι. μὴ γίνεσθε φρόνιμοι παρ᾿ ἑαυτοῖς. 16Νὰ ἔχετε μεταξὺ σας τὰ ἴδια φρονήματα, τὰς αὐτὰς πεποιθήσεις καὶ κατευθύνσεις. Μὴ ἔχετε ὑψηλὸν φρόνημα διὰ τὸν ἑαυτὸν σας (καὶ μὴ ζητεῖτε ὑψηλὰς διακρίσεις καὶ τιμάς), ἀλλὰ νὰ συγκαταβαίνετε μὲ ἀγάπην καὶ νὰ συναναστρέφεσθε μὲ ἁπλότητα τοὺς ταπεινούς. <Μὴ αὐταπατᾶσθε καὶ φαντάζεσθε διὰ τὸν ἑαυτὸν σας ὅτι εἷσθε σεῖς συνετοὶ καὶ φρόνημοι> (ὥστε νὰ μὴ σᾶς χρειάζεται συμβουλὴ καὶ καθοδήγησις ἀπὸ τοὺς ἄλλους). 17μηδενὶ κακὸν ἀντὶ κακοῦ ἀποδιδόντες. προνοούμενοι καλὰ ἐνώπιον πάντων ἀνθρώπων· 17Ποτὲ νὰ μὴ ἀποδίδετε κακὸν ἀντὶ κακοῦ, ἀλλὰ <νὰ λαμβάνετε πρόνοιαν καὶ φροντίδα, ὥστε νὰ φέρεσθε καλὰ καὶ νὰ πράττετε τὰ καλὰ εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους>, τοὺς φίλους καὶ τοὺς ἐχθρούς. 18εἰ δυνατόν, τὸ ἐξ ὑμῶν μετὰ πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύοντες. 18Καθόσον δὲ ἐξαρτᾶται ἀπὸ σᾶς νὰ ἔχετε εἰρήνην μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. 19μὴ ἑαυτοὺς ἐκδικοῦντες, ἀγαπητοί, ἀλλὰ δότε τόπον τῇ ὀργῇ· γέγραπται γάρ· ἐμοὶ ἐκδίκησις, ἐγὼ ἀνταποδώσω, λέγει Κύριος. 19Νὰ μὴν ἐκδικῆτε καὶ νὰ μὴν ὑπερασπίζετε τὸν ἑαυτὸν σας ἀπέναντι ἐκείνων ποὺ σᾶς ἀδικοῦν, ἀγαπητοί, ἀλλὰ ἀφῆστε ἐλεύθερον τὸν τόπον νὰ ἐνεργήσῃ ἡ δικαία ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐναντίον ἐκείνων ποὺ σᾶς ἀδικοῦν. Διότι εἶναι γραμμένον· Μεις ἐμὲ ἀνήκει ἡ ἐκδίκησις· ἐγὼ θὰ ἀνταποδώσω τὸ δίκαιον>. λέγει ὁ Κύριος. 20ἐὰν οὖν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου, ψώμιζε αὐτόν, ἐὰν διψᾷ, πότιζε αὐτόν· τοῦτο γὰρ ποιῶν ἄνθρακας πυρὸς σωρεύσεις ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. 20Κάνετε κάτι πολὺ περισσότερον· δηλαδὴ <ἐὰν πεινᾷ ὁ ἐχθρός σου δίδε του ψωμί, ἐὰν διψᾷ φέρε του νερὸ νὰ πιῇ· διότι ἐὰν αὐτὰ τὰ καλὰ πράττῃς, εἶναι σὰν νὰ βάζῃς σωροὺς ἀπὸ ἀναμμένα κάρβουνα εἰς τὸ κεφάλι του>. (Αὐτὸς δηλαδὴ θὰ καταληφθῇ ἀπὸ φλογερᾶς τύψεις συνειδήσεως καὶ θὰ δοκιμάσῃ μεγάλην ἐντροπὴν διὰ τὸ κακόν, πού σοῦ ἔκαμε). 21μὴ νικῶ ὑπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ νίκα ἐν τῷ ἀγαθῷ τὸ κακόν. 21Νὰ μὴ νικᾶσαι ἀπὸ τὸ κακὸν καὶ νὰ μὴ κυριαρχῆσαι ἀπὸ ὀργὴν καὶ ἐκδίκησιν ἐναντίον αὐτοῦ, ποὺ σὲ ἠδίκησε, ἀλλὰ νὰ νικᾷς τὸ κακὸν μὲ τὴν καλωσύνην καὶ τὰ ἀγαθά σου ἔργα.