Πρὸς Κορινθίους Β΄ · ΙΑ΄
Ἐπιστολή

Πρὸς Κορινθίους Β΄

Κεφάλαιον ΙΑ΄

Ο Παύλος και οι ψευδοαπόστολοι1Ὄφελον ἀνείχεσθέ μου μικρὸν τῇ ἀφροσύνῃ· ἀλλὰ καὶ ἀνέχεσθέ μου· 1Θὰ ἤθελα, καὶ τὸ ἐκφράζω ὡς εὐχήν, νὰ ἐδείχνατε ἀνοχὴν εἰς κάποιαν μικρὰν ἀπερισκεψίαν, ποὺ θὰ κάμω τώρα. Καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θά μοῦ δείξατε αὐτὴν τὴν ἀνοχήν. 2ζηλῶ γὰρ ὑμᾶς Θεοῦ ζήλῳ· ἡρμοσάμην γὰρ ὑμᾶς ἑνὶ ἀνδρὶ, παρθένον ἁγνὴν παραστῆσαι τῷ Χριστῷ· 2Διότι σᾶς ἀγαπῶ ὑπερβολικὰ μέχρι τοῦ σημείου νὰ σᾶς ζηλεύω μὲ ζηλοτυπίαν σὰν ἐκείνην, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ καὶ τρόπον τινὰ ζηλοτυποῖ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τοῦτο, διότι σᾶς ἔχω ἐνώσει μὲ δεσμοὺς ἀρραβῶνος πρὸς ἕνα ἄνδρα, δηλαδὴ τὸν Χριστόν, διὰ νὰ παρουσιάσω τὴν ψυχὴν σας ἁγνὴν καὶ καθαρὰν πρὸς αὐτόν, ὡς παρθένον καὶ πνευματικὴν νύμφην. 3φοβοῦμαι δὲ μήπως, ὡς ὁ ὄφις Εὔαν ἐξηπάτησεν ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτοῦ, οὕτω φθαρῇ τὰ νοήματα ὑμῶν ἀπὸ τῆς ἁπλότητος τῆς εἰς τὸν Χριστόν. 3Φοβοῦμαι ὅμως μήπως, ὅπως ἄλλοτε ὁ ὄφις ἐδελέασε καὶ ἐξηπάτησε τὴν Εὔαν μὲ τὴν πανουργίαν του, ἔτσι ἐξαπατήσῃ καὶ σᾶς καὶ διαφθαροῦν αἱ σκέψεις τὰ φρονήματα τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδίας σας καὶ ξεπέσετε ἀπὸ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν εἰλικρίνειαν, ποὺ πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸς τὸν Χριστόν. 4εἰ μὲν γὰρ ὁ ἐρχόμενος ἄλλον Ἰησοῦν κηρύσσει ὃν οὐκ ἐκηρύξαμεν, ἢ πνεῦμα ἕτερον λαμβάνετε ὃ οὐκ ἐλάβετε, ἢ εὐαγγέλιον ἕτερον ὃ οὐκ ἐδέξασθε, καλῶς ἀνείχεσθε. 4Φοβοῦμαι μήπως παρασυρθῆτε ἀπὸ ψευδοδιδασκάλους. Διότι ἐὰν ὁ πρῶτος τυχόν, ποὺ ἔρχεται ὡς διδάσκαλος, κηρύσσῃ εἰς σᾶς ἄλλον Ἰησοῦν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς δὲν ἐκηρύξαμεν ἢ, ἐὰν παίρνετε ἀπὸ αὐτὸν ἄλλο Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχετε λάβει ἢ ἄλλο Εὐαγγέλιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠκούσατε καὶ δὲν ἐπήρατε, δικαιολογημένα θὰ ἐδείχνατε ἀνοχὴν καὶ ὑπομονὴν νὰ ἀκούσετε τὸν νέον διδάσκαλον. 5λογίζομαι γὰρ μηδὲν ὑστερηκέναι τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων. 5Τώρα ὅμως διατὶ δίδετε προσοχὴν εἰς ἀγνώστους καὶ ἀδοκίμους διδασκάλους; Διατὶ φρονῶ ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω ὑπολειφθῇ καθόλου εἰς τὴν διδασκαλίαν καὶ εἰς τὸ ἔργον τοῦ Εὐαγγελίου (καὶ δὲν ἔχω ὑπολειφθῇ καθόλου), οὔτε ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους μεταξὺ τῶν Ἀποστόλων. 6εἰ δὲ καὶ ἰδιώτης τῷ λόγῳ, ἀλλ᾿ οὐ τῇ γνώσει, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ φανερωθέντες ἐν πᾶσιν εἰς ὑμᾶς. 6Καὶ ἂν ἀκόμη παραδεχθῶ, ὅτι εἷμαι ἁπλοῦς, ἄκομψος, χωρὶς ρητορείαν εἰς τὴν διδασκαλίαν μου, δὲν εἷμαι ὅμως πτωχὸς καὶ ἄπειρος κατὰ τὴν γνῶσιν. Ἀλλ᾿ εἰς κάθε περίστασιν, εἴτε δρῶν εἴτε διδάσκων, εἴτε ἐνεργῶν, ἐφανερώθημεν εἰς σᾶς (ποῖο εἵμεθα, ὅτι δηλαδὴ δὲν εἵμεθα καθόλου κατώτεροι ἀπὸ τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους). 7Ἢ ἁμαρτίαν ἐποίησα ἐμαυτὸν ταπεινῶν ἵνα ὑμεῖς ὑψωθῆτε, ὅτι δωρεὰν τὸ τοῦ Θεοῦ εὐαγγέλιον εὐηγγελισάμην ὑμῖν; 7῍Η μήπως διέπραξα ἁμαρτίαν κηρύττων τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ δωρεὰν καὶ ἐταπείνωνα τὸν ἑαυτόν μου ἐργαζόμενος μὲ τὰ ἴδιά μου τὰ χέρια, διὰ νὰ ὑψωθῆτε καὶ δοξασθῆτε κατὰ τὸν Χριστόν; 8ἄλλας ἐκκλησίας ἐσύλησα λαβὼν ὀψώνιον πρὸς τὴν ὑμῶν διακονίαν, καὶ παρὼν πρὸς ὑμᾶς καὶ ὑστερηθεὶς οὐ κατενάρκησα οὐδενός· 8Ἄλλας Ἐκκλησίας ἐγύμνωσα παίρνοντας ἀπὸ αὐτὰς τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς μου, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσω ὅμως σᾶς ἀδαπάνως. Καὶ ὅταν ἐζούσα μεταξὺ σας καὶ εὑρέθην εἰς στέρησιν καὶ στενοχωρίαν, δὲν ἐπεβάρυνα κανένα σας. 9τὸ γὰρ ὑστέρημά μου προσανεπλήρωσαν οἱ ἀδελφοὶ ἐλθόντες ἀπὸ Μακεδονίας· καὶ ἐν παντὶ ἀβαρῆ ὑμῖν ἐμαυτὸν ἐτήρησα καὶ τηρήσω. 9Διότι τὴν στέρησίν μου τὴν ἰκανοποίησαν καὶ τὴν ἀνεπλήρωσαν μὲ τὸ παραπάνω οἱ ἀδελφοί, ὅταν ἦλθαν ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν. Καὶ εἰς κάθε τί ἐπρόσεξα νὰ μὴ σᾶς γίνω βάρος καὶ εἰς τὸ μέλλον τὸ ἴδιο θὰ προσέξω. 10ἔστιν ἀλήθεια Χριστοῦ ἐν ἐμοὶ ὅτι ἡ καύχησις αὕτη οὐ φραγήσεται εἰς ἐμὲ ἐν τοῖς κλίμασι τῆς Ἀχαΐας. 10Ὑπάρχει μέσα μου ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀλήθειαν σᾶς λέγω πάντοτε. Σᾶς λέγω, λοιπόν, ὅτι αὐτὴ ἡ καύχησίς μου, ποὺ δὲν σᾶς ἔγινα βάρος, δὲν θὰ ἀποστομωθῇ καὶ δὲν θὰ ἀνακοπῇ ποτέ, ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ, εἰς τὰ μέρη τῆς Ἀχαῒας. 11διατί; ὅτι οὐκ ἀγαπῶ ὑμᾶς; ὁ Θεὸς οἶδεν· 11Διατὶ δὲν θὰ ἀποστομωθῇ; Μήπως ἐπειδὴ δὲν σᾶς ἀγαπῶ; Ὁ Θεὸς ξεύρει πόσον σᾶς ἀγαπῶ. 12ὃ δὲ ποιῶ, καὶ ποιήσω, ἵνα ἐκκόψω τὴν ἀφορμὴν, τῶν θελόντων ἀφορμήν, ἵνα ἐν ᾧ καυχῶνται εὑρεθῶσι καθὼς καὶ ἡμεῖς. 12Αὐτὸ δέ ποὺ κάμνω τώρα, τὸ ὅτι δηλαδὴ κηρύττω ἀδαπάνως τὸ Εὐαγγέλιον, θὰ τὸ κάνω καὶ εἰς τὸ μέλλον, διὰ νὰ κόψω κάθε ἀφορμὴν ἐκείνων, ποὺ θέλουν νὰ καυχῶνται καὶ ζητοῦν νὰ σᾶς πείσουν ὅτι εὑρίσκονται εἰς ἴσην μοῖραν καὶ εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον, ποὺ εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς, ἰσχυριζόμενοι ὅτι παίρνουν χρήματα ἀπὸ σᾶς, διότι τὸ ἴδιον τάχα κάμνομεν καὶ ἡμεῖς. 13οἱ γὰρ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάται δόλιοι, μετασχηματιζόμενοι εἰς ἀποστόλους Χριστοῦ. 13Διότι οἱ τοιοῦτοι κήρυκες εἶναι ψευδαπόστολοι, δόλιοι ἐργάται, οἱ ὁποῖοι ὑποκρίνονται καὶ παίρνουν τὴν ἐξωτερικὴν μορφήν, ὥστε νὰ φαίνωνται ὅτι τάχα εἶναι ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ. 14καὶ οὐ θαυμαστὸν· αὐτὸς γὰρ ὁ σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός. 14Καὶ αὐτὸ βέβαια δὲν εἶναι παράδοξον· διότι καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ σατανᾶς ὑποκρίνεται καὶ μεταβάλλεται μερικὲς φορὲς κατὰ τὴν ἐμφάνησιν καὶ συμπεριφορὰν εἰς ἄγγελον φωτός. 15οὐ μέγα οὖν εἰ καὶ οἱ διάκονοι αὐτοῦ μετασχηματίζονται ὡς διάκονοι δικαιοσύνης, ὧν τὸ τέλος ἔσται κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν. 15Δὲν εἶναι, λοιπόν, μεγάλο πρᾶγμα, ἐὰν καὶ οἱ ὑπηρέται τοῦ σατανᾶ παρυσιάζωνται ὑποκριτικὰ καὶ συμπεριφέρωνται σὰν νὰ εἶναι ὑπηρέται δικαιοσύνης. Τὸ κατάντημα ὅμως καὶ τὸ τέλος αὐτῶν θὰ εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὰ πονηρὰ τῶν ἔργα. Ο Παύλος συγκρίνει τον εαυτό του με τους ψευδοαποστόλους16Πάλιν λέγω, μή τίς με δόξῃ ἄφρονα εἶναι· εἰ δὲ μή γε, κἂν ὡς ἄφρονα δέξασθέ με, ἵνα κἀγὼ μικρόν τι καυχήσωμαι. 16Πάλιν λέγω καὶ ἐπανσαλαμβάνω, ἂς μὴ μὲ νομίσῃ κανεὶς ἀπερίσκεπτον καὶ ἄκριτον. Εἰ δ᾿ ἄλλως καὶ ἂν μὲ θεωρήσετε ὡς ἀπερίσκεπτον, θεωρήσατέ μὲ ἐπὶ τέλους, διὰ νὰ καυχηθῶ καὶ ἐγὼ ὀλίγον. 17ὃ λαλῶ, οὐ λαλῶ κατὰ Κύριον, ἀλλ᾿ ὡς ἐν ἀφροσύνῃ, ἐν ταύτῃ τῇ ὑποστάσει τῆς καυχήσεως. 17Αὐτό ποὺ θὰ σᾶς πῶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου δὲν τὸ λέγω σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου, (ὁ ὁποῖος διέταξε, ὅτι καὶ ἂν τηρήσωμεν ὅλα ὅσα εἶπε, πρέπει πάλιν νὰ λέγωμεν ὅτι εἵμεθα ἄχρηστοι δοῦλοι). Ἀλλὰ θὰ σᾶς ὁμιλήσω σὰν νὰ παραλογίζωμαι, μὲ τὴν βεβαιότητα ὅμως ὅτι εἰς τὴν πραγματικότητα ἔχω καὶ ἐγὼ λόγους νὰ καυχῶμαι. 18ἐπεὶ πολλοὶ καυχῶνται κατὰ τὴν σάρκα, κἀγὼ καυχήσομαι. 18Ἀφοῦ ἄλλωστε πολλοὶ καυχῶνται διὰ τὰ σωματικὰ καὶ κοσμικὰ προσόντα των, θὰ καυχηθῶ καὶ ἐγώ. 19ἡδέως γὰρ ἀνέχεσθε τῶν ἀφρόνων φρόνιμοι ὄντες· 19Διότι γνωρίζω ἄλλωστε, ὅτι εὐχαρίστως ἀνέχεσθε σεῖς τοὺς ἄφρονας νὰ καυχῶνται, ἂν καὶ εἷσθε συνετοὶ καὶ φρόνιμοι. 20ἀνέχεσθε γὰρ εἴ τις ὑμᾶς καταδουλοῖ, εἴ τις κατεσθίει, εἴ τις λαμβάνει, εἴ τις ἐπαίρεται, εἴ τις ὑμᾶς εἰς πρόσωπον δέρει. 20Καὶ ἀνέχεσθε πράγματι, ἐὰν κανεὶς σᾶς ὑποδουλώνῃ καὶ σᾶς κάμνῃ ὄργανα του, ἐὰν κανεὶς κατατρώγῃ τὰ ἀγαθὰ σας, ἐὰν κανεὶς σᾶς παγιδεύῃ καὶ σᾶς τυλίγῃ εἰς τὰ σχέδιά του, ἐὰν κανεὶς ἀλαζονεύεται ἀπέναντί σας καὶ σ*ς θέτῃ εἰς κατωτέραν μοῖραν, ἐὰν κανεὶς σᾶς δέρνῃ εἰς τὸ πρόσωπον. 21κατὰ ἀτιμίαν λέγω, ὡς ὅτι ἡμεῖς ἠσθενήσαμεν. ἐν ᾧ δ᾿ ἄν τις τολμᾷ, ἐν ἀφροσύνῃ λέγω, τολμῶ κἀγώ. 21Πρὸς ἐντροπὴν καὶ ταπείνωσίν μου τὸ λέγω, σὰν νὰ ὑπήρξαμεν ἡμεῖς ἀσθενεῖς καὶ ἀδύνατοι μεταξὺ σας, καὶ δὲν μπορούσαμε τάχα νὰ κάμωμεν ὅσα οἱ ψευδαπόστολοι σᾶς ἔκαμαν. Σᾶς λέγω ὅμως τοῦτο· εἰς ὁτιδήποτε τολμᾷ νὰ καυχηθῇ κανεὶς τολμῶ καὶ ἐγώ-μὲ ἀφροσύνην τὸ λέγω αὐτό. 22Ἑβραῖοί εἰσι; κἀγώ· Ἰσραηλῖταί εἰσι; κἀγώ· σπέρμα Ἀβραάμ εἰσι; κἀγώ· 22Εἶναι Ἑβραῖοι ἐκεῖνοι; Καὶ ἐγὼ εἷμαι Ἑβραῖος· εἶναι Ἰσραηλῖται, ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ, δηλαδὴ τοῦ πατριάρχου Ἰακώβ; εἷμαι καὶ ἐγώ. Καυχώνται ὅτι εἶναι ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ; Εἷμαι καὶ ἐγώ. 23διάκονοι Χριστοῦ εἰσι; παραφρονῶν λαλῶ, ὑπὲρ ἐγώ· ἐν κόποις περισσοτέρως, ἐν πληγαῖς ὑπερβαλλόντως, ἐν φυλακαῖς περισσοτέρως, ἐν θανάτοις πολλάκις· 23Καυχώνται ὅτι εἶναι ὑπηρέται τοῦ Χριστοῦ-ὁμιλῶ σὰν παραλογιζόμενος αὐτὴν τὴν στιγμήν-εἷμαι ἐγὼ παραπάνω ἀπὸ αὐτοὺς διάκονος τοῦ Χριστοῦ. Τὸ ἀπέδειξε ὅλη μου ἡ ζωὴ ὡς Ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ. Διότι ἐγὼ ὑπεβλήθην εἰς κόπους περισσοτέρους ἀπὸ οἰανδήποτε ἄλλον· ὑπέμεινα πληγὲς ἀναρίθμητες εἰς τὸ σῶμα μου, ἐρρίφθην εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἔμεινα φυκλακισμένος περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον· πολλὲς φορὲς ἀντίκρυσα ἐμπρός μου τὸν θάνατον. 24ὑπὸ Ἰουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρὰ μίαν ἔλαβον, 24Ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους πέντε φορὲς ἐμαστιγώθην μὲ σαράντα παρὰ μίαν μαστιγώσεις κάθε φοράν. 25τρὶς ἐραβδίσθην, ἅπαξ ἐλιθάσθην, τρὶς ἐναυάγησα, νυχθήμερον ἐν τῷ βυθῷ πεποίηκα· 25Τρεῖς φορὲς ἐκτυπήθηκα μὲ ράβδους· μιὰ φορὰ ἐλιθοβολήθηκα· τρεῖς φορὲς ἐναυάγησα· ἐπὶ ἕνα ἡμερονύκτιον ἔμεινα ναυαγὸς εἰς τὴν θάλασσαν. 26ὁδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμῶν, κινδύνοις λῃστῶν, κινδύνοις ἐκ γένους, κινδύνοις ἐξ ἐθνῶν, κινδύνοις ἐν πόλει, κινδύνοις ἐν ἐρημίᾳ, κινδύνοις ἐν θαλάσσῃ, κινδύνοις ἐν ψευδαδέλφοις· 26Ἐργάσθηκα διὰ τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Κυρίου μὲ κουραστικὲς καὶ μακρὲς ὀδοιπορίες πολλὲς φορές, μὲ κινδύνους ἀπὸ ποτάμια καὶ μάλιστα κατὰ τὸν χειμῶνα ποὺ ἐπλημμύριζαν. Ἀντίκρυσα κινδύνους ἀπὸ λῃστάς, κινδύνους ἀπὸ τοὺς ὁμοεθνεῖς μου Ἑβραίους, κινδύνους ἀπὸ ἐθνικοὺς καὶ εἰδωλολάτρας, κινδύνους μέσας εἰς τὰς πόλεις, κινδύνους μέσα σὲ ἔρημες περιοχές, κινδύνους εἰς τὴν θάλασσαν, κινδύνους ἐκ μέρους ψευδαδέλφων, ποὺ ὑπεκρίνοντο, ὅτι εἶναι Χριστιανοί. 27ἐν κόπῳ καὶ μόχθῳ, ἐν ἀγρυπνίαις πολλάκις, ἐν λιμῷ καὶ δίψει, ἐν νηστείαις πολλάκις, ἐν ψύχει καὶ γυμνότητι· 27Ἐξεπλήρωσα μέχρι σήμερα τὴν ἀποστολήν μου μὲ κόπον καὶ μόχθον, μὲ ἀγρυπνίες πολλὲς φορές, μὲ πεῖναν καὶ δίψαν, μὲ νηστεῖες καὶ στερήσεις πολλὲς φορές, μὲ τὸ ψῦχος τοῦ χειμῶνα καὶ μὲ τὰ λίγα ροῦχα, ποὺ εἴχα γιὰ νὰ καλύπτω τὴν γυμνότητά μου. 28χωρὶς τῶν παρεκτὸς ἡ ἐπίστασίς μου ἡ καθ᾿ ἡμέραν, ἡ μέριμνα πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν. 28Καὶ διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω τόσα καὶ τόσα ἄλλα, μὲ ἐταλαιπωροῦσε καὶ μὲ ἔρριπτε εἰς στενοχωρίαν ἡ καθημερινὴ πίεσις καὶ ἐνόχλησις ἐχθρῶν καὶ φίλων, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ ἀγωνιώδης φροντίδα διὰ τὰς Ἐκκλησίας. 29Τίς ἀσθενεῖ, καὶ οὐκ ἀσθενῶ; τίς σκανδαλίζεται, καὶ οὐκ ἐγὼ πυροῦμαι; 29Ποιὸς Χριστιανὸς ἀσθενεῖ καὶ δὲν ἀσθενῶ μαζῆ του καὶ δὲν συμπάσχω καὶ ἐγώ; Ποιὸς σκοντάπτει καὶ πίπτει καὶ δὲν καιομαι καὶ ἐγὼ μέσα εἰς αὐτὴν τὴν θλῖψιν; 30εἰ καυχᾶσθαι δεῖ, τὰ τῆς ἀσθενείας μου καυχήσομαι. 30Ἐὰν ὅμως πρέπει νὰ καυχηθῶ, θὰ καυχηθῶ διὰ τὴν ἀσθένειαν καὶ ἀδυναμίαν μου μέσα εἰς τοὺς πειρασμοὺς καὶ τοὺς διωγμούς. 31Ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οἶδεν, ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὐ ψεύδομαι. 31Ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι εὐλογημένος καὶ δοξασμένος εἰς τοὺς αἰῶνας, γνωρίζει ὅτι δὲν ψεύδομαι, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτά ποὺ θὰ σᾶς πῶ εἶναι ἀπολύτως ἀληθινά. 32ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης Ἀρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων, 32Εἰς τὴν Δαμασκὸν ὁ διοικητὴς ὁ διωρισμένος ἀπὸ τὸν βασιλέα Ἀρέταν ἐφρουροῦσε τὴν πόλιν τῶν Δαμασκηνών, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ μὲ συλλαβή· 33καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ. 33καὶ ἀπὸ κάποιο παράθυρο, μέσα εἰς ἕνα καλάθι πλεγμένο μὲ σχοινὶ μὲ κατέβασαν ἔξω ἀπὸ τὸ τοῖχος καὶ ἐξέφυγα ἀπὸ τὰ χέρια του.

Τέλος του ΙΑ΄ κεφαλαίου Κεφάλαιον ΙΒ΄ →
Σελίδα από · στίχοι