Πρὸς Κορινθίους Α΄
Το παράδειγμα των αποστόλων1Οὕτως ἡμᾶς λογιζέσθω ἄνθρωπος, ὡς ὑπηρέτας Χριστοῦ καὶ οἰκονόμους μυστηρίων Θεοῦ. 1Σκεφθῆτε καλὰ αὐτά ποὺ σᾶς εἶπα καὶ μὴ μᾶς θεωρεῖτε ὡς ἀρχηγοὺς παρατάξεων, ἀλλ᾿ ὁ καθένας σας ἔτσι ἂς μᾶς θεωρῇ, δηλαδὴ σὰν ὑπηρέτας τοῦ Χριστοῦ, ὡς διαχειριστάς ποὺ μᾶς διέταξεν ὁ Κύριος νὰ διαχειριζώμεθα τὰς ὑψηλὰς καὶ μυστηριώδεις ἀληθείας καὶ δωρεάς, τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος μᾶς ἔχει δώσει. 2ὃ δὲ λοιπὸν ζητεῖται ἐν τοῖς οἰκονόμοις, ἵνα πιστός τις εὑρεθῇ. 2Ἐκεῖνο, λοιπόν, τὸ ὁποῖον εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν ζητεῖται ἀπὸ τοὺς διαχειριστάς, εἶναι νὰ εὑρεθῇ ὁ καθένας ἀπὸ αὐτοὺς πιστὸς καὶ τίμιος εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῶν, ποὺ τοῦ ἔχουν ἐμπιστευθῆ. 3ἐμοὶ δὲ εἰς ἐλάχιστόν ἐστιν ἵνα ὑφ᾿ ὑμῶν ἀνακριθῶ ἢ ὑπὸ ἀνθρωπίνης ἡμέρας· ἀλλ᾿ οὐδὲ ἐμαυτὸν ἀνακρίνω. 3Καὶ ἐγώ, λοιπόν, ὡς ὑπηρέτης, εἷμαι ὑπόλογος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Δι᾿ αὐτὸ καὶ πολὺ ὀλίγον λογαριάζω, ἐὰν θὰ κριθῶ ἀπὸ σᾶς ἢ ἀπὸ οἰονδήποτε ἄλλο ἀνθρώπινον δικαστήριον, ποὺ λειτουργεῖ εἰς τὰς ἡμέρας τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς μας· ἀλλ᾿ οὔτε ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῳ τὸν εὐατόν μου. 4οὐδὲν γὰρ ἐμαυτῷ σύνοιδα, ἀλλ᾿ οὐκ ἐν τούτῳ δεδικαίωμαι· ὁ δὲ ἀνακρίνων με Κύριός ἐστιν. 4Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἡ συνείδησίς μου δέν μοῦ μαρτυρεῖ καμμίαν ἐνοχὴν καὶ καμμίαν κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας, πού μοῦ ἔχει ἐμπιστευθὴ ὁ Θεός. Ἀλλ᾿ αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ, διὰ νὰ θεωρῶ τὸν εὐατόν μου ἀνεπίληπτον καὶ δίκαιον. Ὁ μόνος ἀρμόδιος δικαστής μου καὶ κριτής μου εἶναι ὁ Κύριος. Αὐτὸς θὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν ὑπῆρξα πιστὸς οἰκονόμος. 5ὥστε μὴ πρὸ καιροῦ τι κρίνετε, ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ Κύριος, ὃς καὶ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους καὶ φανερώσει τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν, καὶ τότε ὁ ἔπαινος γενήσεται ἑκάστῳ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ. 5Ὥστε καὶ σεῖς μὴ σπεύδετε παράκαιρα νὰ κάμνετε κρίσεις καὶ διακρίσεις, ὅτι ὁ Παῦλος ἢ ὁ Πέτρος ἢ ὁ Ἀπολλὼς εἶναι καλύτερος. Περιμείνατε ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος θὰ φωτίσῃ καὶ θὰ ἀποκαλύψῃ ὅσα τώρα εἶναι κρυμμένα εἰς τὸ σκοτάδι καὶ θὰ φανερώσῃ τὰς ἐσωτερικὰς σκέψεις καὶ ἐπιθυμίας καὶ θελήσεις τῶν καρδιῶν. Καὶ τότε θὰ ἀποδοθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς τὸν καθένα ὁ δίκαιος ἔπαινος. 6Ταῦτα δέ, ἀδελφοί, μετεσχημάτισα εἰς ἐμαυτὸν καὶ Ἀπολλὼ δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἐν ἡμῖν μάθητε τὸ μὴ ὑπὲρ ὃ γέγραπται φρονεῖν, ἵνα μὴ εἷς ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς φυσιοῦσθε κατὰ τοῦ ἑτέρου. 6Αὐτὰ δὲ ἀδελφοί, ποὺ σᾶς εἶπα παραπάνω τοὺς ἔδωσα τέτοιο σχῆμα καὶ ἔκφρασιν, ὥστε νὰ μεταφέρωνται εἰς τὸν ἑαυτόν μου καὶ τὸν Ἀπολλώ, πρὸς διαφωτισμὸν καὶ ὠφέλειαν ἰδικὴν σας, διὰ νὰ μάθετε, δηλαδή, ἐν τῷ προσώπῳ ἡμῶν τοῦτο· τὸ νὰ μὴ σχηματίζετε φρόνημα παραπάνω ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ εἶναι γραμμένο, διὰ νὰ μὴ ὑπερηφανεύεσθε καὶ ἀλαζονεύεσθε ὁ ἔνας διότι ἔχει τάχα τοῦτον ἀρχηγὸν καὶ διδάσκαλον, ἐναντίον τοῦ ἄλλου, ποὺ ἔχει ἐκεῖνον διδάσκαλον. 7τίς γάρ σε διακρίνει; τί δὲ ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών; 7Ἄλλωστε καὶ οἱ ἴδιοι οἱ διδάσκαλοι ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ὑπερηφανεύωνται διὰ τὸ χάρισμα καὶ τὸ ἀξίωμά ποὺ ἔχουν λάβει. Διότι σὲ τὸν διδάσκαλον, ποῖος σὲ ξεχωρίζει ὡς καλύτερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Ποῖον δὲ χάρισμα ἔχεις, ποῦ δὲν τὸ ἔλαβες ἀπὸ τὸν Θεόν; Ἐὰν δέ, ὅλα ὅσα ἔχεις, τὰ ἔλαβες ἀπὸ τὸν Θεόν, τί καυχᾶσαι, σὰν νὰ μὴ ἔλαβες τίποτε; 8ἤδη κεκορεσμένοι ἐστέ, ἤδη ἐπλουτήσατε, χωρὶς ἡμῶν ἐβασιλεύσατε· καὶ ὄφελόν γε ἐβασιλεύσατε, ἵνα καὶ ἡμεῖς ὑμῖν συμβασιλεύσωμεν. 8Καὶ σεῖς οἱ Κορίνθιοι ἔχετε αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι εἷσθε μεγάλοι καὶ ἐπίσημοι. Τώρα πλέον εἷσθε χορτασμένοι ἀπὸ ὅλα! Τώρα πλέον ἔχετε πλουτήσει ἀπὸ τὰς πνευματικὰς δωρεάς! Χωρὶς νὰ ἔχετε μαζῆ σας ἡμᾶς, τοὺς διδασκάλους σας, ἔχετε πλέον γίνει βασιλεῖς τοῦ οὐρανοῦ! Καὶ εἴθε νὰ ἐβασιλεύατε, διὰ νὰ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς μέρος μαζῆ σας εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. 9δοκῶ γὰρ ὅτι ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. 9Ἀλλ᾿ ἡμεῖς οἱ Ἀπόστολοι κάθε ἄλλο παρὰ βασιλείαν καὶ δόξαν ἔχομεν κερδήσει εἰς τὸν κόσμον αὐτόν. Διότι νομίζω, ὅτι ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς Ἀποστόλους μᾶς ἔχει δείξει εἰς τὰ μάτια ὅλων τῶν ἀνθρώπων σὰν τοὺς πιὸ τελευταίους, σὰν καταδικασμένους εἰς θάνατον, ποὺ βαδίζουν εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκτελέσεως. Διότι ἐγίναμεν παράδοξον θέαμα εἰς ὅλον τὸν κόσμον, εἰς τοὺς ἀγγέλους ποὺ θαυμάζουν, καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ χλευάζουν. 10ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. 10Ἡμεῖς οἱ Ἀπόστολοι θεωρούμεθα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ κόσμου μωροὶ καὶ ἀνόητοι διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Σεῖς ὅμως εἷσθε φρόνιμοι καὶ συνετοὶ ἐν Χριστῷ! Ἡμεῖς εἴμεθα ἀσθενεῖς καὶ αδύνατοι. Σεῖς ὅμως εἷσθε ἰσχυροὶ καὶ ἀκατανίκητοι! Σεῖς εἷσθε ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ περιφρονημένοι καὶ ἐξουθενωμένοι. 11ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν 11Ἀπὸ τὴν ἡμέραν ποὺ ἐλάβαμεν τὸ ἀποστολικὸν ἀξίωμα καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς ὥρας, ζῶμεν ἀνάμεσα εἰς τὸ πλῆθος ἀπὸ ταλαιπωρίας καὶ περιπετείας. Καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμε· καὶ δὲν ἔχομεν ροῦχα διὰ νὰ προφυλαχθῶμεν ἀπὸ τὰς κακοκαιρίας καὶ δεχόμεθα ραπίσματα καὶ γρονθοκοπήματα, καὶ συνεχῶς μετακινούμεθα ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, χωρὶς νὰ ἔχωμεν πουθενὰ σταθερὰν παραμονήν. 12καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, 12Καὶ κοπιάζομεν ἐργαζόμενοι μὲ τὰ ἴδια μας τὰ χέρια. Ὅταν οἱ ἄπιστοι μᾶς ἐμπαίζουν καὶ μᾶς ὑβρίζουν ἡμεῖς τοὺς εὐλογοῦμεν καὶ εὐχόμεθα ἀγαθὰ δι᾿ αὐτούς. Ὅταν μᾶς καταδιώκουν, δεικνύομεν μακροθυμίαν καὶ ὑπομονὴν ἀπέναντί των. 13βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. 13Ὅταν μὰς δυσφημοῦν καὶ μᾶς διαβάλλουν, ἡμεῖς προσπαθοῦμεν μὲ λόγια καλωσύνης καὶ ἀγάπης νὰ τοὺς καταπραΰνωμεν καὶ τοὺς ἡμερώσωμεν. Σὰν τὰ πλέον ρυπαρὰ πράγματα τοῦ κόσμου ἔχομεν γίνει, σὰν ἀποσπογγίσματα γιὰ πέταμα θεωρούμεθα εἰς τὰ μάτια ὅλων ἕως τὴν στιγμὴν αὐτήν. 14Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ᾿ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ· 14Μὲ αὐτά ποὺ σᾶς γράφω δὲν θέλω νὰ σᾶς πικράνω καὶ ἐντροπιάσω, ἀλλὰ σὰν παιδιά μου ἀγαπητὰ σᾶς συμβουλεύω. 15ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. 15Διότι ἔστω καὶ ἂν ἔχετε παρὰ πολλοὺς παιδαγωγοὺς καὶ διδασκάλους κατὰ Χριστόν, δὲν ἔχετε ὅμως πολλοὺς πατέρας. Ἔνας εἶναι ὁ πατέρας σας, ἐγώ. Διότι ἐγώ, μὲ τὸν φωτισμὸν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ Χριστοῦ, σᾶς ἔχω γεννήσει πνευματικῶς εἰς τὴν νέαν ζωὴν διὰ μέσου τοῦ Εὐαγγελίου. 16παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε. 16Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν, σὰν παιδιά μου ἀγαπημένα, νὰ γίνεσθε μιμηταί μου. 17Διὰ τοῦτο ἔπεμψα ὑμῖν Τιμόθεον, ὅς ἐστι τέκνον μου ἀγαπητὸν καὶ πιστὸν ἐν Κυρίῳ, ὃς ὑμᾶς ἀναμνήσει τὰς ὁδούς μου τὰς ἐν Χριστῷ, καθὼς πανταχοῦ ἐν πάσῃ ἐκκλησίᾳ διδάσκω. 17Διὰ τοῦτο σας ἔστειλα τὸν Τιμόθεον, πνευματικόν μου τέκνον, ἀγαπητὸν καὶ πιστὸν ἐν Κυρίῳ, ὁ ὁποῖος καὶ θὰ σᾶς ὑπενθυμίσῃ πῶς ζῶ, πὼς ἐγὼ φέρομαι καὶ ἐργάζομαι ἐν Χριστῷ, καθὼς ἐπίσης καί πῶς διδάσκω τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Κυρίου πανταχοῦ εἰς κάθε Ἐκκλησίαν. 18Ὡς μὴ ἐρχομένου δέ μου πρὸς ὑμᾶς ἐφυσιώθησάν τινες· 18Καὶ πρέπει αὐτὸς ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἔλθῃ, διότι μερικοὶ μὲ τὴν ἰδέν, ὅτι τάχα ἐγὼ δὲν θὰ ἠρχόμην πρὸς σᾶς, ἐφούσκωσαν ἀπὸ ὑψηλοφροσύνην καὶ ἀλαζονείαν. 19ἐλεύσομαι δὲ ταχέως πρὸς ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ γνώσομαι οὐ τὸν λόγον τῶν πεφυσιωμένων, ἀλλὰ τὴν δύναμιν· 19Ἀλλ᾿ ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, θὰ ἔλθω γρήγορα πρὸς σᾶς καὶ θὰ ζητήσω νὰ μάθω τότε ὄχι τὰς καυχησιολογίας καὶ δημοκοπίας τῶν φαντασμένων, ἀλλὰ τὴν πνευματικὴν των δύναμιν νὰ ζοῦν κατὰ Θεὸν καὶ νὰ ὁδηγοῦν ἄλλους εἰς τὸν δρόμον τοῦ Θεοῦ. 20οὐ γὰρ ἐν λόγῳ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ἐν δυνάμει. 20Διότι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν ἐγκαθίσταται εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων μὲ λόγια καὶ ρητορισμούς, ἀλλὰ μὲ θείαν δύναμιν, ποὺ αἰχμαλωτίζει καὶ ἁγιάζει τὴν καρδίαν. 21τί θέλετε; ἐν ῥάβδῳ ἔλθω πρὸς ὑμᾶς, ἢ ἐν ἀγάπῃ πνεύματί τε πρᾳότητος; 21Τί θέλετε; Νὰ ἔλθω εἰς σᾶς μὲ τὴν παιδαγωγικὴν ῥάβδον τῶν παρατηρήσεων καὶ τῶν τιμωριῶν ἢ νὰ ἔλθω μὲ ἀγάπην καὶ καλωσύνην, μὲ πνεῦμα ἐπιεικείας καὶ πραότητος;