Πρὸς Κορινθίους Α΄
1Κἀγὼ ἐλθὼν πρὸς ὑμᾶς, ἀδελφοί, ἦλθον οὐ καθ᾿ ὑπεροχὴν λόγου ἢ σοφίας καταγγέλλων ὑμῖν τὸ μαρτύριον τοῦ Θεοῦ. 1Καὶ ἐγώ, ἀδελφοί μου, ὅταν ἦλθα πρὸς σᾶς εἰς τὴν Κόρινθον, ἦλθα νὰ προσφέρω καὶ νὰ κηρύξω τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ, ὄχι μὲ εὐγλωττίαν, μὲ σοφίαν, μὲ ρητορικὰ σχήματα καὶ τεχνικὰς μεθόδους, μὲ τρόπους ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ κατὰ κόσμον σοφοί. 2οὐ γὰρ ἔκρινα τοῦ εἰδέναι τι ἐν ὑμῖν εἰ μὴ Ἰησοῦν Χριστὸν, καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον. 2Διότι δὲν ἔκρινα ὀρθὸν καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ καταστήσω γνωστὸν μεταξὺ σας καὶ νὰ κηρύξω τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον. Αὐτὸν καὶ μόνον ἦλθα φέρων εἰς σᾶς. 3καὶ ἐγὼ ἐν ἀσθενείᾳ καὶ ἐν φόβῳ καὶ ἐν τρόμῳ πολλῷ ἐγενόμην πρὸς ὑμᾶς, 3Καὶ ἦλθα εἰς σᾶς ἐγὼ ὡς ἀδύνατος ἄνθρωπος, μὲ φόβον καὶ τρόμον πολύν. 4καὶ ὁ λόγος μου καὶ τὸ κήρυγμά μου οὐκ ἐν πειθοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ᾿ ἐν ἀποδείξει Πνεύματος καὶ δυνάμεως, 4Καὶ ἡ διδασκαλία μου καὶ τὸ κήρυγμά μου δὲν εἶχε τίποτε ἀπὸ τὰς πειστικὰς δημηγορίας καὶ τὰ κτυπητὰ σχήματα τῆς ἀνθρωπίνης σοφίας, ἀλλ᾿ ἦτο καὶ ἔγινε μὲ ἀποδείξεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πειστικὰς διὰ τὰς ψυχὰς τῶν ἀκροατῶν καὶ μὲ δύναμιν θείαν, ὅπως ἐφαίνετο ἀπὸ τὰ μεγάλα θαύματα, ποὺ τὸ συνώδευαν. 5ἵνα ἡ πίστις ὑμῶν μὴ ᾖ ἐν σοφίᾳ ἀνθρώπων ἀλλ᾿ ἐν δυνάμει Θεοῦ. 5Καὶ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ θεμελιώνεται ἡ πίστις σας εἰς τὴν ματαίαν σοφίαν καὶ ἱκανότητα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ἐπάνω εἰς τὴν ἀκλόνητον καὶ αἰώνιον δύναμιν τοῦ Θεοῦ. Αποκάλυψη της σοφίας του Θεού διά του Πνεύματος6Σοφίαν δὲ λαλοῦμεν ἐν τοῖς τελείοις, σοφίαν δὲ οὐ τοῦ αἰῶνος τούτου, οὐδὲ τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου τῶν καταργουμένων· 6Καὶ ἡμεῖς οἱ Ἀπόστολοι διδάσκομεν βέβαια σοφίαν, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ὡρίμων καὶ προωδευμένων, ἀπὸ ἀπόψεως πνευματικῆς, ἀνθρώπων, ὄχι ὅμως τὴν σοφίαν τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἁμαρτωλοῦ τούτου αἰῶνος οὔτε τῶν ἀρχόντων τοῦ κόσμου τούτου, τῶν ὁποίων ἡ ἐξουσία εἶναι προσωρινὴ καὶ θὰ καταλυθῇ. 7ἀλλὰ λαλοῦμεν σοφίαν Θεοῦ ἐν μυστηρίῳ, τὴν ἀποκεκρυμμένην, ἣν προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων εἰς δόξαν ἡμῶν, 7Ἀλλὰ λαλοῦμεν καὶ κηρύσσομεν σοφίαν μυστηριώδη, ἀπρόσιτον εἰς τὴν ἀνθρωπίνην διάνοιαν, σοφίαν τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μολονότι ἔχει ἀποκαλυφθῆ ἀπὸ τὸν Θεόν, εἰς μὲν τοὺς πιστούς, διὰ τὴν ἀσθένειαν τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ, δὲν εἶναι εἰς ὅλον της τὸ βάθος καὶ τὸ πλάτος γνωστή, εἰς δὲ τοὺς ἀπίστους καὶ ἀδιαφωτίστους εἶναι ἀκόμη κρυμμένη. Αὐτὴν τὴν σοφίαν προώρισεν ὁ Θεός, πρὶν ἀκόμη γίνῃ ἡ ἐν χρόνῳ δημιουργία, νὰ τὴν φανερώσῃ, διὰ νὰ δοξάσῃ ἡμᾶς τοὺς πιστούς. 8ἣν οὐδεὶς τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου ἔγνωκεν· εἰ γὰρ ἔγνωσαν, οὐκ ἂν τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν· 8Αὐτὴν δὲ τὴν σοφίαν κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας τοῦ κόσμου τούτου δὲν τὴν ἔχει γνωρίσει. Διότι ἂν τὴν εἴχαν γνωρίσει, δὲν θὰ ἔφθανάν ποτὲ μέχρι τέτοιου σημείου σκοτισμοῦ καὶ καταπτώσεως, ὥστε νὰ σταυρώσουν τὸν Κύριον τῆς δόξῃς. 9ἀλλὰ καθὼς γέγραπται, ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν. 9Ἀλλ᾿ ἐγινε αὐτὸ σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει γραφῆ εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην· <ἐκεῖνα ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεὸς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου διὰ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτὸν εἶναι τέτοια, τὰ ὁποῖα μάτι δὲν εἶδε ποτὲ καὶ αὐτὶ δὲν ἔχει ἀκούσει καὶ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν ἔχει φαντασθῆ>. 10ἡμῖν δὲ ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψε διὰ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ· τὸ γὰρ Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ, καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ. 10Εἰς ἡμᾶς ὅμως τοὺς πιστοὺς ἐφανέρωσεν αὐτὰ ὁ Θεὸς μὲ τὸν φωτισμὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα γνωρίζει τὰ πάντα, ἐρευνᾷ καὶ αὐτὰ τὰ ἄπειρα βάθη τοῦ Θεοῦ, (καὶ αὐτὸ εἶναι εἰς θέσιν νὰ μεταδώσῃ ὅσον χωρεῖ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην διάνοιαν, τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ). 11τίς γὰρ οἶδεν ἀνθρώπων τὰ τοῦ ἀνθρώπου εἰ μὴ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἐν αὐτῷ; οὕτω καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ οὐδεὶς οἶδεν εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. 11Συμβαίνει μὲ τὸ Πνεῦμα κάτι ἀνάλογον, ἀλλὰ εἰς ἄπειρον βαθμόν, μὲ αὐτό ποὺ συμβαίνει μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου. Δηλαδὴ ποιὸς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γνωρίζει τὰ ἰδιαίτερα τοῦ ἀνθρώπου, παρὰ μόνον τὸ πνεῦμα ποὺ ὑπάρχει μέσα εἰς αὐτόν; Ἔτσι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ, κανένας ἄλλος δὲν τὰ γνωρίζει εἰς τὴν ἐντέλειαν, παρὰ μόνον τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. 12ἡμεῖς δὲ οὐ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸ ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἵνα εἰδῶμεν τὰ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ χαρισθέντα ἡμῖν. 12Ἡμεῖς δὲ δὲν ἔχομεν λάβει τὸ πνεῦμα, ποὺ βασιλεύει καὶ ἐμπνέει τὸν κόσμον τῆς ἁμαρτίας, ἀλλ᾿ ἐλάβομεν τὸ Πνεῦμα, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεόν, διὰ νὰ γνωρίσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν βαθύτερα καὶ πλατύτερα αὐτά, ποὺ μᾶς ἔχουν χαρισθῆ ἀπὸ τὸν Θεόν. 13ἃ καὶ λαλοῦμεν οὐκ ἐν διδακτοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ᾿ ἐν διδακτοῖς Πνεύματος ἁγίου, πνευματικοῖς πνευματικὰ συγκρίνοντες. 13Αὐτὰ δὲ καὶ διδάσκομεν, ὄχι μὲ καλλωπισμένους καὶ ρητορικοὺς λόγους, σὰν αὐτούς ποὺ μεταχειρίζεται ἡ ἀνθρωπίνη σοφία, ἀλλὰ μὲ λόγους ποὺ μᾶς τοὺς διδάσκει καὶ μᾶς τοὺς ἐμπνέει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, συγκρίνοντες καὶ ἀντιπαραβάλλοντες τὰ πνευματικὰ νοήματα καὶ γεγονότα μὲ ἄλλα πνευματικά, διὰ νὰ τὰ ἐννοοῦμεν καλύτερα. 14ψυχικὸς δὲ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ· μωρία γὰρ αὐτῷ ἐστι, καὶ οὐ δύναται γνῶναι, ὅτι πνευματικῶς ἀνακρίνεται. 14Ὁ ψυχικὸς ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος δηλαδή ποὺ δὲν ἔχει ἀναγεννηθῇ, ἀλλὰ ζῇ τὴν κατωτέραν ζωὴν τῶν ἐνστίκτων καὶ παθῶν, δὲν δέχεται ἐκεῖνα ποὺ ἀποκαλύπτει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, διότι τοῦ φαίνονται ἀνόητα, καὶ δὲν ἔχει τὴν πνευματικὴν ἱκανότητα νὰ τὰ γνωρίσῃ, ἐπειδὴ αὐτὰ ἐρευνῶνται καὶ κατανοούνται κατὰ τρόπον πνευματικόν, μὲ τὸν φωτισμὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 15ὁ δὲ πνευματικὸς ἀνακρίνει μὲν πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ᾿ οὐδενὸς ἀνακρίνεται. 15Ὁ πνευματικὸς ὅμως ἄνθρωπος διακρίνει καὶ ἐννοεῖ ὅλα, κάθε γεγονὸς καὶ κάθε ἄνθρωπον, ἐνῶ αὐτὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοηθῇ ἀπὸ κανένα κοσμικὸν καὶ ξένον πρὸς τὸν Χριστὸν ἄνθρωπον. 16τίς γὰρ ἔγνω νοῦν Κυρίου, ὃς συμβιβάσει αὐτόν; ἡμεῖς δὲ νοῦν Χριστοῦ ἔχομεν. 16Διότι, ποῖος ἀπὸ ἐκείνους ποὺ δὲν ἐφωτίσθησαν ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἐγνώρισε τὴν σκέψιν καὶ τὰ σχέδια τοῦ Θεοῦ καὶ ποιὸς ποτὲ θὰ διδάξῃ καὶ θὰ διορθώσῃ τὸν Θεόν; Κανείς. Ἔτσι καὶ κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐννοήσῃ καὶ ἡμᾶς, ποὺ ἔχομεν τὰς σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματα τοῦ Χριστοῦ.