Πρὸς Κορινθίους Α΄
Η αγάπη1Ἐὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. 1Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἔχω τέτοια ἱκανότητα, ὥστε νὰ ἐννοῶ καὶ νὰ ὁμιλῶ τὰς γλώσσας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπην, ἔχω γίνει χαλκός ποὺ ἠχολογάει ἡ κύμβαλον ποὺ ἀλαλάζει χωρὶς νὰ ἀναδίδῃ κανένα μουσικὸν φθόγγον. 2καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. 2Καὶ ἐὰν ἔχω τὸ χάρισμα τῆς προφητείας καὶ γνωρίζω ὅλα τὰ ἄγνωστα καὶ ἀπόκρυφα μυστήρια καὶ ὅλην τὴν γνῶσιν, ποὺ ἠμπορεῖ νὰ χωρέσῃ ποτὲ ἀνθρωπίνη διάνοια, καὶ ἐὰν ἔχω τὴν πίστιν εἰς ὅλην της τὴν πληρότητα, ὥστε μὲ τὴν δύναμίν της νὰ μετακινῶ βουνά, δὲν ἔχω ὅμως ἀγάπην, δὲν εἷμαι τίποτε. 3καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. 3Καὶ ἐὰν διαθέσω ὅλα μου τὰ ὑπάρχοντα, διὰ νὰ ἀγοράσω ψωμιὰ καὶ θρέψω μὲ τὰ ἴδια μου τὰ χέρια τοὺς πεινῶντας, καὶ ἐὰν παραδώσω τὸ σῶμα μου νὰ καῇ εἰς τὴν φωτιά, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπην, τίποτε δὲν ὠφελοῦμαι. 4Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, 4Ἡ ἀγάπη δείχνει μεγαλοψυχίαν καὶ ἀνεκτικότητα, εἶναι εὐεργετικὴ καὶ ἐξυπηρετική. Ἡ ἀγάπη δὲν ζηλεύει καὶ δὲν φθονεῖ. Ἡ ἀγάπη δὲν φέρεται μὲ ἀλαζονείαν καὶ αὐθάδειαν, δὲν ὑπερηφανεύεται καὶ δὲν ξιππάζεται. 5οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, 5Δὲν κάμνει ποτὲ τίποτε τὸ ἀπρεπὲς καὶ ἄκοσμον, δὲν ζητεῖ ἐγωϊστικῶς τὰ ἰδικὰ της συμφέροντα, δὲν ἐξερεθίζεται ἐναντίον τοῦ ἄλλου, δὲν βάζει ποτὲ κακὸ εἰς τὸν νοῦ της ἐναντίον τοῦ πλησίον καὶ δὲν θέλει νὰ ἐνθυμῆται τὸ κακόν ποὺ τῆς ἔχει κάμει ὁ ἄλλος. 6οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· 6Δὲν χαίρει, ὅταν βλέπῃ νὰ γίνεται κάτι τὸ ἄδικον, καὶ ἂν ἀκόμη μὲ αὐτὸ ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντά της, χαίρει δὲ ὅταν βλέπῃ νὰ ἐπικρατῇ ἡ ἀλήθεια. 7πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. 7Σκεπάζει καὶ ὑποφέρει καὶ δικαιολογεῖ ὅλα τὰ μειονεκτήματα καὶ τὰ ἐλατώματα τοῦ πλησίον, διότι δὲν θέλει ποτὲ τὸν ἐξευτελισμὸν του. Πιστεύει καὶ δέχεται μὲ ἐμπιστοσύνην κάθε τί καλὸν διὰ τὸν πλησίον. Τὰ πάντα καὶ πάντοτε ἐλπίζει διὰ τὴν διόρθωσιν τῶν παρεκτρεπομένων. Εἰς ὅλα δεικνύει ὑπομονὴν ἀπέναντι τοῦ πλησίον. 8Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. εἴτε δὲ προφητεῖαι, καταργηθήσονται· εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις, καταργηθήσεται. 8Ἡ ἀγάπη δὲν ξεπέφτει ποτέ, ἀλλὰ μένει σταθερὰ καὶ αἰωνία. Εἴτε χαρίσματα προφητειῶν ὑπάρχουν τώρα θὰ ἔλθῃ καιρός, ποὺ θὰ καταργηθοῦν καὶ δὲν θὰ εἶναι πλέον χρήσιμα. Εἴτε χαρίσματα γλωσσολαλιῶν ὑπάρχουν, θὰ παύσουν καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον τὴν ἀνάγκην των εἴτε ἡ ἐπὶ μέρους γνῶσις καὶ ἐπιστήμη τῶν ἀνθρώπων, καὶ αὐτῇ θὰ καταργηθῇ, ὡς μικρὰς πλέον σημασίας. 9ἐκ μέρους δὲ γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν· 9Διότι τώρα εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν μερικῶς καὶ ἀτελῶς γνωρίζομεν καὶ μερικῶς προφητεύομεν. Ἔχομεν πολὺ πτωχὴν καὶ περιωρισμένην γνῶσιν. 10ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται. 10Ὅταν δὲ εἰς τὴν μέλλουσαν ζωὴν τῆς αἰωνιότητος ἔλθῃ τὸ τέλειον καὶ πάρωμεν ἀπὸ τὸν Θεὸν τὴν τελείαν γνῶσιν, τότε τὸ ἐπὶ μέρους καὶ περιωρισμένον καταργεῖται. (Τώρα εἵμεθα σὰν νήπια ὡς πρὸς τὴν γνῶσιν, τότε θὰ εἵμεθα ὥριμοι καὶ προωδευμένοι σὰν ἄνδρες). 11ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δὲ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου. 11Ὅταν ἤμουν νήπιον, σὰν νήπιον ὠμιλοῦσα· εἶχα φρονήματα καὶ σκέψεις νηπίου καὶ σὰν νήπιον ἐσυλλογιζόμουν καὶ ἔκρινα. Ὅταν ὅμως ἔγινα ἄνδρας, κατήργησα καὶ ἀφῆκα πλέον τὰς νηπιώδεις γνώσεις καὶ τὸν νηπιώδη τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι. (Εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν ἔχομεν τὴν ἀτελῆ καὶ ἀνανάπτυκτον διάνοιαν καὶ γνῶσιν τοῦ νηπίου). 12βλέπομεν γὰρ ἄρτι δι᾿ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι, τότε δὲ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· ἄρτι γινώσκω ἐκ μέρους, τότε δὲ ἐπιγνώσομαι καθὼς καὶ ἐπεγνώσθην. 12Διότι τώρα βλέπομεν σὰν μέσα σὲ μεταλλινὸν θαμπὸν καθρέπτην θαμπὰ καὶ ἀκαθόριστα, ὥστε νὰ μᾶς μένουν πολλὰ ἀσαφῆ καὶ σκοτεινά, ἄλυτα προβλήματα καὶ ἀπορίαι, τότε ὅμως θὰ ἴδωμεν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, φανερὰ καὶ καθαρά. Τώρα γνωρίζω ἕνα μέρος τῆς ἀληθείας, τότε ὅμως θὰ ἀποκτήσω τελείαν ἐπίγνωσιν, θὰ λάβω τόσον καθαρὰν καὶ τελείαν γνῶσιν, ὅσον πλήρως καὶ τελείως μὲ ἔχει γνωρίσει καὶ μὲ ὠδήγησεν εἰς τὸν δρόμον τῆς σωτηρίας ὁ παντογνώστης Θεός. 13νυνὶ δὲ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τὰ τρία ταῦτα· μείζων δὲ τούτων ἡ ἀγάπη. 13Εἰς δὲ τὴν παροῦσαν ζωήν, μένει ἡ πίστις, ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ ἀγάπη, τὰ τρία αὐτά, μεγαλύτερα δὲ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ἡ ἀγάπη.