Πρὸς Κορινθίους Α΄
1Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ. 1Γίνεσθε μιμηταί μου, ὅπως καὶ ἐγὼ ἔγινα καὶ εἷμαι μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ. Οι γυναίκες στη λατρεία2Ἐπαινῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, ὅτι πάντα μου μέμνησθε καὶ καθὼς παρέδωκα ὑμῖν τὰς παραδόσεις κατέχετε. 2Σᾶς ἐπαινῶ δέ, ἀδελφοί, διότι πράγματι εἰς ὅλα μὲ ἐνθυμεῖσθε καὶ κρατεῖτε στερεὰ τὰς διδασκαλίας, τὰς ὁποίας σᾶς ἔχω παραδώσει προφορικῶς. 3θέλω δὲ ὑμᾶς εἰδέναι ὅτι παντὸς ἀνδρὸς ἡ κεφαλὴ ὁ Χριστός ἐστι, κεφαλὴ δὲ γυναικὸς ὁ ἀνήρ, κεφαλὴ δὲ Χριστοῦ ὁ Θεός. 3Θέλω δὲ ἀκόμη νὰ γνωρίζετε ὅτι κάθε Χριστιανοῦ ἀνδρὸς ἡ κεφαλή, ποὺ τὸν διευθύνει καὶ τὸν κυβερνᾷ πρὸς τὸ καλόν, εἶναι ὁ Χριστός. Κεφαλὴ δὲ τῆς γυναικὸς εἶναι ὁ σύζυγος της. Κεφαλὴ δὲ τοῦ ένανθρωπήσαντος Χριστοῦ εἶναι ὁ Θεός. 4πᾶς ἀνὴρ προσευχόμενος ἢ προφητεύων κατὰ κεφαλῆς ἔχων καταισχύνει τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. 4Κάθε ἄνδρας, ποὺ προσεύχεται ἢ φωτισμένος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα προλέγει, φανερώνει καὶ διδάσκει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἔχῃ κάλυμμα εἰς τὴν κεφαλήν, κατεντροπιάζει τὴν κεφαλὴν του, διότι τὸ κάλυμμα εἶναι σύμβολον ὑποτελείας καὶ κατάλοιπον ἰουδαϊκῶν καταργηθέντων πλέον τύπων. 5πᾶσα δὲ γυνὴ προσευχομένη ἢ προφητεύουσα ἀκατακαλύπτῳ τῇ κεφαλῇ καταισχύνει τὴν κεφαλὴν ἑαυτῆς· ἓν γάρ ἐστι καὶ τὸ αὐτὸ τῇ ἐξυρημένῃ. 5Κάθε δὲ γυναῖκα, ἡ ὁποία ἐξ ἀντιθέτου, ὅταν προσεύχεται ἢ ὅταν φανερώνῃ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀκάλυπτον τὴν κεφαλήν, κατεντροπιάζει τὴν κεφαλὴν της, διότι παρουσιάζεται ὅτι στασιάζει κατὰ τοῦ ἀνδρός, διεκδικεῖ ἐξουσίαν ἀνδρὸς καὶ ὅτι ἐπὶ πλέον εἶναι ἄσεμνος. Διότι καταπίπτει εἰς τὴν ἰδίαν ἄκοσμον κατάστασιν μὲ τὴν γυναῖκα ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔχει ξυρίσει τὴν καφαλὴν της. 6εἰ γὰρ οὐ κατακαλύπτεται γυνή, καὶ κειράσθω· εἰ δὲ αἰσχρὸν γυναικὶ τὸ κείρασθαι ἢ ξυρᾶσθαι, κατακαλυπτέσθω. 6Διότι ἐὰν δὲν ἔχῃ ἕνα σεμνὸν κάλυμμα εἰς τὴν κεφαλὴν ἡ γυναῖκα, ἂς κουρεύεται τότε ὅπως καὶ ὁ ἄνδρας. Ἐὰν δὲ εἶναι ἀπρεπὲς καὶ ἀηδὲς εἰς τὴν γυναῖκα τὸ νὰ κουρεύεται, ἢ τὸ νὰ ξυρίζεται, τότε ἂς καλύπτεται καλά. 7ἀνὴρ μὲν γὰρ οὐκ ὀφείλει κατακαλύπτεσθαι τὴν κεφαλήν, εἰκὼν καὶ δόξα Θεοῦ ὑπάρχων· ἡ γυνὴ δὲ δόξα ἀνδρός ἐστιν. 7Διότι ὁ μὲν ἄνδρας δὲν πρέπει νὰ καλύπτῃ τὴν κεφαλήν, ἐπειδὴ εἶναι εἰκὼν καὶ καθρέπτης τῆς δόξῃς τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐπλάσθη ἀπ᾿ ἀρχῆς. Ἡ δὲ γυναῖκα, μόνη βοηθὸς αὐτῇ καὶ ἀνταξία τοῦ ἀνδρὸς ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα δημιουργήματα, εἶναι δόξα τοῦ ἀνδρός. 8οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικός, ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός· 8Εἶναι ἄλλωστε ἀνώτερος ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν γυναῖκα, ὅπως φαίνεται καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι δὲν ἔγινε ὁ ἄνδρας ἀπὸ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ ἡ γυναῖκα ἀπὸ τὸν ἄνδρα. 9καὶ γὰρ οὐκ ἐκτίσθη ἀνὴρ διὰ τὴν γυναῖκα, ἀλλὰ γυνὴ διὰ τὸν ἄνδρα. 9Καὶ διότι ἐπὶ πλέον δὲν ἐπλάσθη ἀπὸ τὸν Θεὸν ὁ ἄνδρας διὰ νὰ βοηθῇ τὴν γυναῖκα καὶ νὰ ὑποτάσσεται εἰς αὐτήν, ἀλλ᾿ ἡ γυναίκα ἐπλάσθη, διὰ νὰ ὑπηρετῇ τὸν ἄνδρα καὶ νὰ φέρεται μὲ σεβασμὸν καὶ ὑποταγὴν εἰς αὐτόν. 10διὰ τοῦτο ὀφείλει ἡ γυνὴ ἐξουσίαν ἔχειν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς διὰ τοὺς ἀγγέλους. 10Δι᾿ αὐτό, ἐπειδὴ δηλαδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι κεφαλὴ τοῦ ἀνδρός, ὁ δὲ ἄνδρας εἶναι κεφαλὴ τῆς γυναικός, ὀφείλει ἡ γυναίκα νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῆς κεγαλῆς της, ὡς σύμβολον τῆς ὑποταγῆς της εἰς τὸν ἄνδραν, τὸ κάλυμμα, τουλάχιστον καὶ διὰ λόγους ἐντροπῆς πρὸς τοὺς ἀγγέλους (οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀοράτως παρόντες μεταξὺ μας καὶ οἱ ὁποῖοι ὅταν παρίστανται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καλύπτουν ἀπὸ σεβασμὸν τὰ πρόσωπα αὐτῶν). 11πλὴν οὔτε ἀνὴρ χωρὶς γυναικὸς οὔτε γυνὴ χωρὶς ἀνδρὸς ἐν Κυρίῳ· 11Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι οὔτε ὁ ἄνδρας, μετὰ τὴν δημιουργίαν, γεννᾶται χωρὶς τὴν γυναῖκα, οὔτε ἡ γυναῖκα χωρὶς τὸν ἄνδρα, σύμφωνα ἄλλωστε καὶ μὲ τοὺς νόμους ποὺ ἔχει θέσει ὁ Κύριος. 12ὥσπερ γὰρ ἡ γυνὴ ἐκ τοῦ ἀνδρός, οὕτω καὶ ὁ ἀνὴρ διὰ τῆς γυναικός, τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ. 12Διότι ὅπως ἡ γυναῖκα προῆλθεν ἀπὸ τὸ ἄνδρα, πλασθεῖσα ἀπὸ τὴν πλευρὰν του, ἔτσι ἔκτοτε καὶ ὁ ἄνδρας γεννᾶται διὰ μέσου τῆς γυναικός. Τὰ πάντα δὲ προέρχονται ἀπ᾿ ἀρχὴς καὶ μέχρι τέλους ἀπὸ τὸν Θεόν. 13ἐν ὑμῖν αὐτοῖς κρίνατε· πρέπον ἐστὶ γυναῖκα ἀκατακάλυπτον τῷ Θεῷ προσεύχεσθαι; 13Κάμετε, λοιπόν, σεῖς οἱ ἴδιοι δικαίαν κρίσιν· εἶναι σεμνὸν καὶ πρέπον νὰ προσεύχεται ἡ γυναῖκα πρὸς τὸν Θεὸν μὰ ἀκάλυπτον τὴν κεφαλὴν της; 14ἢ οὐδὲ αὐτὴ ἡ φύσις διδάσκει ὑμᾶς ὅτι ἀνὴρ μὲν ἐὰν κομᾷ, ἀτιμία αὐτῷ ἐστι, 14῍Η μήπως καὶ αὐτῇ ἡ φύσις δὲν σᾶς διδάσκει ὅτι, ἐὰν ὁ ἄνδρας τρέφῃ καὶ περιποιῆται κατὰ τρόπον θηλυπρεπῆ μακρὰν κόμην, εἶναι ἐξευτελισμὸς καὶ ἐμτροπὴ δι᾿ αὐτόν; 15γυνὴ δὲ ἐὰν κομᾷ δόξα αὐτῇ ἐστιν; ὅτι ἡ κόμη ἀντὶ περιβολαίου δέδοται αὐτῇ. 15Ἡ δὲ γυναῖκα ἐξ ἀντιθέτου ἐὰν τρέφῃ μακρυὰ μαλλιά, εἶναι τοῦτο τιμὴ καὶ στόλισμά της, ἀφοῦ καὶ ἡ ἰδία ἡ φύσις τῆς ἔχει δώσει μιὰ τέτοις δυνατότητα; Διότι ἡ κόμη τῆς ἔχει δοθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν ὡς ἕνα εἰδὸς σεμνῆς περιβολῆς. 16Εἰ δέ τις δοκεῖ φιλόνεικος εἶναι, ἡμεῖς τοιαύτην συνήθειαν οὐκ ἔχομεν, οὐδὲ αἱ ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ. 16Ἐὰν δὲ κανεὶς ἔχῃ διάφορον γνώμην καὶ θέλῃ νὰ φιλονεικῇ ἐπάνω εἰς αὐτά ποὺ εἶπα, ἂς μάθῃ ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τέτοια συνήθεια, νὰ εἶναι δηλαδὴ αἱ γυναῖκες κατὰ τὴν θείαν λατρείαν μὲ τὴν κεφαλὴν ἀκάλυπτον, οὔτε δὲ καὶ αἱ ἄλλαι Ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ. Το Δείπνο του Κυρίου17Τοῦτο δὲ παραγγέλλων οὐκ ἐπαινῶ, ὅτι οὐκ εἰς τὸ κρεῖττον, ἀλλ᾿ εἰς τὸ ἧττον συνέρχεσθε. 17Καὶ τώρα θὰ σᾶς δώσω μίαν παραγγελίαν, ἡ ὁποία κάθε ἄλλο παρὰ πρὸς ἔπαινον σας εἶναι. Διότι συγκεντρώνεσθε κατὰ τὰς ὥρας τῆς λατρείας, ὄχι διὰ νὰ οἰκοδομῆτε ὁ ἔνας τὸν ἄλλον εἰς τὸ καλύτερον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξωθῆτε καὶ ἐξωθῆσθε εἰς τὸ κατώτερον. 18πρῶτον μὲν γὰρ συνερχομένων ὑμῶν ἐν ἐκκλησίᾳ ἀκούω σχίσματα ἐν ὑμῖν ὑπάρχειν καὶ μέρος τι πιστεύω· 18Διότι πρῶτον μὲν ἀκούω, ὅτι ὅταν συναθροίζεσθε εἰς συγκέντρωσιν προσευχῆς καὶ λατρείας, ὑπάρχουν μεταξὺ σας μερίδες καὶ κόμματα· καὶ ἕνα μέρος ἀπὸ αὐτά ποὺ ἀκούω, τὰ πιστεύω, 19δεῖ γὰρ καὶ αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι, ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται ἐν ὑμῖν. 19διότι εἶναι ἑπόμενον, ἕνεκα τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας, νὰ ἀναπηδοῦν μεταξὺ σας γνῶμες διάφορες καὶ προτιμήσεις καὶ διαιρέσεις, διὰ νὰ γίνουν ἔτσι φανεροὶ οἱ ἐκλεκτοὶ μεταξὺ σας. 20συνερχομένων οὖν ὑμῶν ἐπὶ τὸ αὐτὸ οὐκ ἔστι κυριακὸν δεῖπνον φαγεῖν· 20Ὅταν, λοιπόν, ἔτσι συγκεντρώνεσθε εἰς τὸν αὐτὸν τόπον τῆς λατρείας καὶ ἔχετε αὐτὰς τὰς διαιρέσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν φυσικὰ νὰ φάγετε πρὸς οἰκοδομὴν σας τὸν δεῖπνον, ποὺ ὁ Κύριος συνέστησε. 21ἕκαστος γὰρ τὸ ἴδιον δεῖπνον προσλαμβάνει ἐν τῷ φαγεῖν, καὶ ὃς μὲν πεινᾷ, ὃς δὲ μεθύει. 21Διότι ὁ καθένας ἀπὸ σᾶς σπεύδει καὶ παίρνει τὸ φάγητον του καὶ τρώγει τὸ ἰδικὸν του δεῖπνον μόνος του, χωρὶς νὰ περιμένῃ τοὺς ἄλλους. Καὶ ἔτσι συμβαίνει ὁ μὲν ἔνας ποὺ εἶναι πτωχὸς νὰ πεινᾷ, ὁ δὲ ἄλλος ποὺ εἶναι πλούσιος νὰ μεθᾷ. (Καὶ ταῦτα κατὰ τὴν ὥραν τοῦ δείπνου τῆς ἀγάπης. Ποῦ εἶναι, λοιπόν, ἡ ἀγάπη σας;). 22μὴ γὰρ οἰκίας οὐκ ἔχετε εἰς τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν; ἢ τῆς ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ καταφρονεῖτε, καὶ καταισχύνετε τοὺς μὴ ἔχοντας; τί ὑμῖν εἴπω; ἐπαινέσω ὑμᾶς ἐν τούτῳ; οὐκ ἐπαινῶ. 22Διότι μήπως δὲν ἔχετε ἐπιτέλους σπίτια νὰ τρώγετε καὶ νὰ πίνετε; ῍Η περιφρονεῖτε τοὺς πιστούς, ποὺ ἀποτελοῦν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ προσβάλλετε ἐκείνους ποῦ δὲν ἔχουν; Τί νὰ σᾶς πῶ; Νὰ σᾶς ἐπαινέσω δι᾿ αὐτό; Κάθε ἄλλο παρὰ ἔπαινον σᾶς ἀποδίδω. <Λάβετε φάγετε· τοῦτο εἶναι τὸ σῶμά μου, τὸ ὁποῖον τεμαχίζεται διὰ σᾶς, διὰ τὴν σωτηρίαν σας· αὐτὸ δέ ποὺ ἐγὼ τελῶ τώρα, νὰ τὸ τελῆτε καὶ σεῖς πάντοτε, διὰ νὰ ἐνθυμῆσθε ἐμὲ καὶ τὴν θυσίαν μου, ποὺ προσφέρω πρὸς χάριν σας>. 23Ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου, ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ νυκτὶ ᾗ παρεδίδοτο ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ εἶπε· 23Ἔπειτα δὲ ὡς πρὸς τὸ Δεῖπνον τοῦ Κυρίου, ὡς πρὸς τὸ μυστήριον τῆς Θεὶας Εὐχαριστίας, ἔχω πάλιν νὰ σᾶς πῶ, ὅτι ἐγὼ παρέλαβα ἀπὸ τὸν Κύριον αὐτό, τὸ ὁποῖον καὶ παρέδωκα εἰς σᾶς, ὅτι δηλαδὴ ὁ Κύριος Ἰησοῦς κατὰ τὴν νύκτα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ παραδοθῇ εἰς τοὺς ἐχθροὺς του, διὰ νὰ σταυρωθῇ, ἐπῇρε ἄρτον καὶ ἀφοῦ ηὐχαρίστησε μὲ θερμὴν προσευχὴν τὸν Πατέρα, ἔκοψε εἰς τεμάχια τὸν ἄρτον καὶ εἶπε· 24λάβετε, φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. 24 25ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. 25Ἐπίσης, ἀφοῦ ἐτελείωσε τὸ Δεῖπνον, ἐπῇρε τὸ ποτήριον μὲ τὸν οἶνον καὶ εἶπε· <τοῦτο τὸ ποτήριον εἶναι ἡ νέα διαθήκη, ἡ ὁποία καθιερώνεται καὶ ἐπισφραγίζεται μὲ τὸ αἷμα μου. Αὐτὸ νὰ κάνετε, διὰ νὰ ἐνθυμῆσθε ἐμὲ καὶ τὴν θυσίαν μου. Κάθε φοράν ποὺ θὰ πίνετε τὸ αἷμα μου, τὸ ὁποῖον περιέχεται εἰς τὸ ποτήριον τῆς Εὐχαριστίας, νὰ τὸ κάνετε εἰς ἀνάμνησίν μου>. 26ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ. 26Λοιπόν, ὦ Κορίνθιοι, κάθε φοράν ποὺ τρώγετε τὸν ἁγιασμένον αὐτὸν ἄρτον καὶ πίνετε τὸ εὐλογημένον τοῦτο ποτήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ὁμολογεῖτε καὶ διαλαλεῖτε τὸν σταυρικὸν λυτρωτικὸν θάνατον τοῦ Κυρίου, συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως μέχρις ὅτου ἔλθῃ κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν. 27ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου. 27Ὥστε ὅποιος τρώγει τὸν ἄρτον αὐτὸν καὶ πίνει τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, θὰ εἶναι ἔνοχος καὶ ὑπόδικος διὰ βαρεῖαν ἀσέβειαν καὶ ὕβριν ἐναντίον τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου. 28δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω· 28῍Ας ἐξετάζῃ δὲ κάθε ἄνθρωπος τὸν ἑαυτὸν του μὲ πολλὴν προσοχήν, καὶ ἔτσι προετοιμασμένος ἂς τρώγῃ ἀπὸ τὸν καθαγιασμένον ἄρτον καὶ ἀπὸ τὸ καθαγιασμένον ποτήριον. 29ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. 29Διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τρώγει καὶ πίνει ἀναξίως τὰ πάντιμα αὐτὰ δῶρα τρώγει καὶ πίνει κρῖμα καὶ καταδίκην διὰ τὸν ἑαυτὸν του, ἐπειδὴ δὲν κάνει καμμίαν διάκρισιν τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὰς συνήθεις, καὶ κοινὰς τροφὰς τοῦ σώματος. 30διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι καὶ κοιμῶνται ἱκανοί. 30Ἀκριβῶς δέ, διότι ἀναξίως κοινωνεῖτε ἀπὸ τὰ τίμια δῶρα, ὑπάρχουν μεταξὺ σας πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ πολὺ βαρειὰ ἄρρωστοι· ἀρκετοὶ δὲ καὶ πεθαίνουν. 31εἰ γὰρ ἑαυτοὺς διεκρίνομεν, οὐκ ἂν ἐκρινόμεθα· 31Διότι ἐὰν ἐξετάζαμεν τὸν εὐατὸν μας μὲ προσοχὴν καὶ μετανοούσαμε εἰλικρινῶς διὰ τὰ ἁμαρτήματά μας καὶ ἔτσι προετοιμασμένοι προσηρχόμεθα εἰς τὸ μέγα μυστήριον, δὲν θὰ κατεδικαζόμεθα καὶ δὲν θὰ ἐτιμωρούμεθα ἔτσι ἀπὸ τὸν Θεόν. 32κρινόμενοι δὲ ὑπὸ τοῦ Κυρίου παιδευόμεθα, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν. 32Τιμωρούμενοι δὲ τώρα ὑπὸ τοῦ Κυρίου κατὰ τὴν δικαίαν αὐτοῦ κρίσιν, παιδαγωγούμεθα πρὸς μετάνοιαν καὶ διόρθωσιν, διὰ νὰ μὴ καταδικασθῶμεν ὁριστικῶς εἰς ἀπώλειαν μαζῆ μὲ τὸν κόσμον τῆς ἁμαρτίας. 33Ὥστε, ἀδελφοί μου, συνερχόμενοι εἰς τὸ φαγεῖν ἀλλήλους ἐκδέχεσθε· 33Ὥστε, ἀδελφοί μου, ὅταν συγκεντρώνεσθε διὰ νὰ φάγετε τὸ Κυριακὸν Δεῖπνον, περιμένετε μὲ ἀγάπην ὁ ἔνας τὸν ἄλλον. 34εἰ δέ τις πεινᾷ, ἐν οἴκῳ ἐσθιέτω, ἵνα μὴ εἰς κρῖμα συνέρχησθε. Τὰ δὲ λοιπὰ ὡς ἂν ἔλθω διατάξομαι. 34Ἐὰν ἐπὶ τέλους κανεὶς πεινᾷ, ἂς φάγῃ εἰς τὸ σπίτι του, διὰ νὰ μὴ ἀποβαίνουν εἰς καταδίκην σας αἱ λατρευτικαὶ αὐταὶ συγκεντρώσεις. Τὰ δὲ ἄλλα σχετικῶς μὲ τὸ Κυριακὸν Δεῖπνον, μὲ τὸ μέγα μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὅταν ἔλθω θὰ τὰ τακτοποιήσω.