Πρὸς Κορινθίους Α΄ · Ι΄
Ἐπιστολή

Πρὸς Κορινθίους Α΄

Κεφάλαιον Ι΄

Προειδοποίηση για αποφυγή υποτροπής στην ειδωλολατρία1Οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν πάντες ὑπὸ τὴν νεφέλην ἦσαν, καὶ πάντες διὰ τῆς θαλάσσης διῆλθον, 1Δὲν θέλω δέ, ἀδελφοί, νὰ ἀγνοῆτε, ὅτι οἱ πρόγονοι ἡμῶν τῶν Ἰσραηλιτῶν ὅλοι ἦσαν κάτω ἀπὸ τὴν σκέπην τῆς νεφέλης καὶ ὅλοι ἐπέρασαν ἀσφαλεῖς καὶ ὑγιεὶς διὰ μέσου τῆς θαλάσσης. 2καὶ πάντες εἰς τὸν Μωϋσῆν ἐβαπτίσαντο ἐν τῇ νεφέλῃ καὶ ἐν τῇ θαλάσσῃ, 2Καὶ ὅλοι διὰ τοῦ Μωϋσέως καὶ μαζῆ μὲ τὸν Μωϋσῆν ἐπῆραν σὰν ἕνα εἰδὸς βαπτίσματος εἰς τὴν νεφέλην καὶ εἰς τὴν θάλασσαν (πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐτόνωσε τοὺς δεσμοὺς μεταξὺ των, ὡς ἑνὸς λαοῦ τοῦ Θεοῦ). 3καὶ πάντες τὸ αὐτὸ βρῶμα πνευματικὸν ἔφαγον, 3Καὶ ὅλοι ἔφαγαν τὴν αὐτὴν τροφήν, τὸ μάννα, τὸ ὁποῖον τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τοὺς ἔδιδε. 4καὶ πάντες τὸ αὐτὸ πόμα πνευματικὸν ἔπιον· ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός. 4Καὶ ὅλοι ἔπιαν τὸ αὐτὸ ποτόν, τὸ ὁποῖον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον τοὺς προσέφερε. Διότι ἔπιναν ἀπὸ ὑπερφυσικὴν καὶ ἀόρατον, ἀπὸ πνευματικὴν πέτραν, ποὺ τοὺς ἀκολουθοῦσε· αὐτῇ δὲ ἡ πέτρα ἧτο ὁ Χριστός. 5ἀλλ᾿ οὐκ ἐν τοῖς πλείοσιν αὐτῶν εὐδόκησεν ὁ Θεός· κατεστρώθησαν γὰρ ἐν τῇ ἐρήμῳ. 5Ἀλλά, καίτοι ὅλοι ἐπῆραν τὰς δωρεὰς αὐτὰς τοῦ Πνεύματος, ὁ Θεὸς δὲν εὐηρεστήθη καὶ δὲν ἔδωσε τὴν εἰδικὴν εὐμένειάν του εἰς τοὺς περισοτέρους ἀπὸ αὐτούς. Καὶ τοῦτο, ἐπειδὴ οἱ περισσότεροι παρέβησαν τὸ θέλημά τοῦ, ἐτιμωρήθησαν ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ ἔπεσαν κάτω νεκροὶ εἰς τὴν ἔρημον γῆν. 6Ταῦτα δὲ τύποι ἡμῶν ἐγενήθησαν, εἰς τὸ μὴ εἶναι ἡμᾶς ἐπιθυμητὰς κακῶν, καθὼς κἀκεῖνοι ἐπεθύμησαν. 6Αὐτὰ ὅλα ἔγιναν προφητικὰ σύμβολα καὶ ἀλληγορίαι δι᾿ ἡμᾶς καὶ μᾶς διδάσκουν νὰ μὴ κυριευώμεθα ἀπὸ ἐπιθυμίας κακῶν καὶ ἁμαρτωλῶν πραγμάτων, ὅπως ἐκεῖνοι ἐπεθύμησαν. 7μηδὲ εἰδωλολάτραι γίνεσθε, καθώς τινες αὐτῶν, ὡς γέγραπται· ἐκάθισεν ὁ λαὸς φαγεῖν καὶ πεῖν, καὶ ἀνέστησαν παίζειν. 7Οὔτε δὲ νὰ γίνεσθε εἰδωλολάτραι τρώγοντες μὲ εὐλάβειαν τὰ εἰδωλόθυτα, ὅπως ἔγιναν μερικοὶ ἀπὸ ἐκείνους, καθὼς ἔχει γραφῆ εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην· <ἐκάθισεν ὁ λαὸς νὰ φάγῃ καὶ νὰ πίη καὶ ἐσηκώθησαν ἔπειτα νὰ παίξουν καὶ νὰ χορεύσουν πρὸς τιμὴν καὶ λατρείαν τοῦ εἰδώλου, τοῦ χρυσοῦ μόσχου που εἴχαν στήσει>. 8μηδὲ πορνεύωμεν, καθώς τινες αὐτῶν ἐπόρνευσαν καὶ ἔπεσον ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ εἰκοσιτρεῖς χιλιάδες. 8Ἀκόμη δὲ ἂς μὴ παρασυρώμεθα ποτὲ ἀπὸ τὴν πορνείαν, ὅπως μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἐπόρνευσαν καὶ εἰς μίαν ἡμέραν ἔπεσαν κάτω νεκροὶ εἰκόσι τρεῖς χιλιάδες. 9μηδὲ ἐκπειράζωμεν τὸν Χριστόν, καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐπείρασαν καὶ ὑπὸ τῶν ὄφεων ἀπώλοντο. 9Οὔτε νὰ ζητοῦμεν νὰ δοκιμάσωμεν, ἐὰν ὁ Χριστὸς θὰ μᾶς φυλάξῃ ἀπὸ τοὺς κινδύνους τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς εἰδωλολατρείας, ὅπως καὶ μερικοὶ ἀπὸ ἐκείνους ἐπείραξαν τότε τὸν Θεὸν καὶ διὰ τὴν παράβασίν των αὐτὴν ἐπέθαναν δαγκωμένοι ἀπὸ τὰ δηλητηριώδη φίδια. 10μηδὲ γογγύζετε, καθὼς καί τινες αὐτῶν ἐγόγγυσαν καὶ ἀπώλοντο ὑπὸ τοῦ ὀλοθρευτοῦ. 10Καὶ μὴ γογγύζετε εἰς καιρὸν θλίψεων ἐναντίων τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ μερικοὶ ἀπὸ ἐκείνους ἐγόγγυσαν καὶ ἐξωλοθρεύθησαν ἀπὸ τὸν ἐξολοθρευτὴν ἄγγελον. 11ταῦτα δὲ πάντα τύποι συνέβαινον ἐκείνοις, ἐγράφη δὲ πρὸς νουθεσίαν ἡμῶν, εἰς οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατήντησεν. 11Ὅλαι δὲ αὐταὶ αἱ τιμωρίαι ἐπεβλήθησαν εἰς ἐκείνους, διότι ἔτσι ἔπρεπε νὰ γίνη. Ἀλλ᾿ αὐτὰ ἦσαν καὶ προφητικὰ σύμβολα· ἐγράφησαν καὶ διὰ τὴν νουθεσίαν καὶ καθοδήγησιν ἡμῶν τῶν σημερινῶν πιστῶν, εἰς τοὺς ὁποίους κατέληξαν οἱ τελευταίοι χρόνοι τῆς προχριστιανικῆς περιόδου καὶ ἤρχισεν ἡ νέα ἐποχὴ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ. 12ὥστε ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μὴ πέσῃ. 12῍Ας τὰ ἔχωμεν, λοιπόν, ὑπ᾿ ὄψιν αὐτὰ ἡμεῖς οἱ σημερινοὶ Χριστιανοί, ὥστε ἐκεῖνος ποὺ νομίζει, ὅτι στέκεται καλὰ εἰς τὴν πίστιν, ἂς προσέχῃ μήπως πέση, ὅπως ἔπεσαν οἱ Ἑβραῖοι τότε. 13πειρασμὸς ὑμᾶς οὐκ εἴληφεν εἰ μὴ ἀνθρώπινος· πιστὸς δὲ ὁ Θεός, ὃς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ ὃ δύνασθε, ἀλλὰ ποιήσει σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν. 13Πειρασμὸς βέβαια μεγάλος ἕως τώρα δὲν σᾶς ἔχει καταλάβει, εἰμὴ μόνον μικροπειρασμοὶ προσωρινοί, τοὺς ὁποίους ἠμπορεῖ νὰ ὑποστῇ καὶ νὰ ὑπερνικήσῃ ὁ ἄνθρωπος. Ἐὰν δὲ εἰς τὸ μέλλον παρουσιασθον μεγάλοι πειρασμοί, μὴ λησμονεῖτε, ὅτι εἶναι ἀξιόπιστος ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ σᾶς ἀφήσῃ νὰ πειρασθῆτε παραπάνω ἀπὸ τὴν δύναμιν σας, ἀλλὰ μαζῆ μὲ τὸν πειρασμὸν θὰ ἀνοίξῃ καὶ διέξοδον, ὥστε νὰ βγῆτε ἀπὸ τὸν περιρασμὸν καὶ θὰ σᾶς δώσῃ τὴν δύναμιν νὰ τὸν ὑπομείνετε. 14Διόπερ, ἀγαπητοί μου, φεύγετε ἀπὸ τῆς εἰδωλολατρίας. 14Δι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς, ἀγαπητοί μου, φεύγετε μακρυὰ ἀπὸ τὴν εἰδωλαλατρείαν, ἀπὸ τὰς θυσίας, τὰ ἔθιμα καὶ τὴν ζωὴν τῶν εἰδωλολατρῶν (χωρὶς νὰ φοβηθῆτε τὰς παρεξηγήσεις καὶ τοὺς πειρασμοὺς ἐκ μέρους αὐτῶν). 15ὡς φρονίμοις λέγω· κρίνατε ὑμεῖς ὅ φημι. 15Ὁμιλῶ πρὸς σᾶς, ὡς πρὸς ἀνθρώπους συνετοὺς καὶ λογικούς, κρίνατε καὶ σεῖς αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς πῶ: 16τὸ ποτήριον τῆς εὐλογίας ὃ εὐλογοῦμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ἐστι; τὸν ἄρτον ὃν κλῶμεν, οὐχὶ κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ ἐστιν; 16Τὸ ποτήριον, τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ηὐλόγησε κατὰ τὸν μυστικὸν δεῖπνον, καὶ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς μὲ προσευχήν, μὲ εὐχαριστίας καὶ δεήσεις ἁγιάζομεν, σύμφωνα πρὸς τὸ θέλημά του, δὲν εἶναι κοινωνία καὶ συμμετοχὴ εἰς τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ; Ὁ ἄρτος, τὸν ὁποῖον εἰς τὸ μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας κόπτομεν εἰς τεμάχια καὶ μοιραζόμεθα μεταξὺ μας, δὲν εἶναι κοινωνία τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ; 17ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν. 17Ἐπειδὴ δὲ ἔνας εἶναι ὁ ἄρτος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κοινωνοῦμεν, ἕνα πνευματικὸν σῶμα εἵμεθα οἱ πολλοί. Διότι ὅλοι ἀπὸ τὸν ἕνα ἄρτον, τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, μετέχομεν, καὶ δι᾿ αὐτοῦ ἐνωνόμεθα ὅλοι μεταξὺ μας. 18βλέπετε τὸν Ἰσραὴλ κατὰ σάρκα· οὐχὶ οἱ ἐσθίοντες τὰς θυσίας κοινωνοὶ τοῦ θυσιαστηρίου εἰσί; 18Κυττάξατε τοὺς Ἰσραηλίτας οἱ ὁποῖοι εἶναι μόνον κατὰ σάρκα καὶ ὄχι κατὰ πνεῦμα ἀπόγονοι τῶν πατριαρχῶν· αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι τρώγουν τὰς θυσίας ποὺ προσφέρονται εἰς τὸ ἱερὸν τῆς Ἱερουσαλήμ, δὲν εἶναι κοινωνοὶ καὶ συμμέτοχοι τοῦ θυσιαστηρίου; (Ἔτσι καὶ ὅσοι τρώγουν μὲ πίστιν τὰς θυσίας τῶν εἰδώλων γίνονται συμμέτοχοι καὶ κοινωνοὶ τῶν εἰδώλων). 19τί οὖν φημι; ὅτι εἰδωλόν τί ἐστιν; ἢ ὅτι εἴδωλόθυτόν τί ἐστιν; 19Λοιπόν, τί λέγω; Ὅτι ὑπάρχει πράγματι εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν εἴδωλον, ποὺ εἰκονίζει ἀληθινὸν Θεόν; ῍Η ὅτι τὸ εἰδωλόθυτον εἶναι κάτι ποὺ ἐγκλείει κάποιαν ἱερότητα καὶ δύναμιν; Ὄχι βέβαια. 20ἀλλ᾿ ὅτι ἃ θύει τὰ ἔθνη, δαιμονίοις θύει καὶ οὐ Θεῷ· οὐ θέλω δὲ ὑμᾶς κοινωνοὺς τῶν δαιμονίων γίνεσθε. 20Ἀλλὰ λέγω, ὅτι τὰ ζῷα καὶ αἱ ἄλλαι προσφοραί, ποὺ θυσιάζουν οἱ εἰδωλολάτραι, <τὰ θυσιάζουν εἰς τὰ δαιμόνια, καὶ ὄχι εἰς τὸν Θεόν>. Ἐγώ, λοιπόν, δὲν θέλω νά γίνεσθε σεῖς συμμέτοχοι καὶ κοινωνοὶ τῶν δαιμονίων. 21οὐ δύνασθε ποτήριον Κυρίου πίνειν καὶ ποτήριον δαιμονίων· οὐ δύνασθε τραπέζης Κυρίου μετέχειν καὶ τραπέζης δαιμονίων. 21Δὲν ἠμπορεῖτε καὶ δὲν πρέπει νὰ πίνετε τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου, τὸ ποτήριον τῆς θείας Εὐχαρηστίας, καὶ κατόπιν νὰ πίνετε ἀπὸ τὸ ποτήριον τοῦ οἴνου ποὺ προσφέρεται ὡς σπονδὴ καὶ θυσία εἰς τὰ δαιμόνια. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μετέχετε εἰς τὴν τράπεζαν τοῦ Κυρίου καὶ εἰς τὴν τράπεζαν τῶν δαιμονίων. 22ἢ παραζηλοῦμεν τὸν Κύριον; μὴ ἰσχυρότεροι αὐτοῦ ἐσμεν; 22῍Η παρακινοῦμεν εἰς ζηλοτυπίαν καὶ παροργίζομεν τὸν Κύριον ἐναντίον μᾳς; Καὶ μήπως τάχα εἵμεθα ἰσχυρότεροι ἀπὸ αὐτόν, διὰ νὰ ἀντικρύσωμεν τὴν δικαίαν ὀργὴν του; Ειδωλολατρική κοινωνία και ελευθερία χριστιανού23Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει. πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα οἰκοδομεῖ. 23Ὅλα ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὰ πράττω, ἀλλὰ δὲν εἶναι συμφέρον καὶ ὠφέλιμον δι᾿ ἐμὲ νὰ τὰ πράττω ὅλα. Ὅλα ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὰ κάνω, ἀλλὰ δὲν οἰκοδομοῦν ὅλα εἰς τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας. 24μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος. 24Κανεὶς δέ, παρασυρόμενος ἀπὸ τὴν φιλαυτίαν του, νὰ μὴ ἐπιζηῇὴ ὅ,τι τοῦ ἀρέσει ἢ ὃ,τι τὸν ἐξυπηρετε, ἀλλ᾿ ἂς ἐπιδιώκῃ καὶ ἂς ἐνδιαφέρεται ὁ καθένας καὶ διὰ τὸ καλὸν τοῦ ἄλλου. 25Πᾶν τὸ ἐν μακέλλῳ πωλούμενον ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν· 25Ἔτσι κάθε κρέας ποὺ πωλεῖται εἰς τὸ κρεοπωλεῖον, χωρὶς νὰ ἐξετάζετε ἀπό ποῦ προέρχεται, ἂς τὸ τρώγετε, διὰ νὰ μὴ δίδετε καὶ ἀφορμὴν ταραχῆς εἰς τὴν συνείδησίν σας. 26τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς. 26῍Ας σκέπτεσθε δέ, ὅτι ὄχι μόνον τὰ κρέατα, ἀλλ᾿ <ὅλη ἡ γῆ καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἀνήκουν εἰς τὸν Κύριον>. 27εἰ δέ τις καλεῖ ὑμᾶς τῶν ἀπίστων καὶ θέλετε πορεύεσθαι, πᾶν τὸ παρατιθέμενον ὑμῖν ἐσθίετε μηδὲν ἀνακρίνοντες διὰ τὴν συνείδησιν. 27Ἐὰν δὲ σᾶς προσκαλῇ εἰς φάγητον κάποιος ἀπὸ τοὺς ἀπίστους καὶ θέλετε νὰ πᾶτε, τρώγετε κάθε τί ποὺ παρατίθεται εἰς τὴν τράπεζαν, χωρὶς νὰ ἐξετάζεται ἀπό ποὺ προέρχεται, διὰ νὰ μὴ δώσετε ἀφορμὴν τύψεων εἰς τὴν συνείδησίν σας. 28ἐὰν δέ τις ὑμῖν εἴπῃ, τοῦτο εἰδωλόθυτόν ἐστι, μὴ ἐσθίετε δι᾿ ἐκεῖνον τὸν μηνύσαντα καὶ τὴν συνείδησιν· τοῦ γὰρ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς. 28Ἐὰν ὅμως σᾶς πῇ κανεὶς <αὐτό ποὺ παρατίθεται εἶναι εἰδωλόθυτον>, μὴ τὸ τρῶτε, ὄχι διότι εἶναι μολυσμένον, ἀλλὰ δι᾿ ἐκεῖνον, ποὺ σᾶς τὸ κατέστησε γνωστὸν καὶ διὰ τὴν συνείδησίν του, ἡ ὁποία εἶναι ἑπόμενον νὰ τὸν τύψῃ ἐὰν φάγῃ καὶ αὐτὸς καὶ νὰ ἐξεγερθῇ καὶ σκανδαλισθῇ ἐναντίον σας, ἐὰν αὐτὸς μὲν δὲν φάγῃ, φάγετε ὅμως σεῖς. Πάλιν ὅμως σας ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ πάντα ἀνήκουν εἰς τὸν Κύριον, διότι τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ γῆ καὶ κάθε τί ποὺ τὴν γεμίζει. 29συνείδησιν δὲ λέγω οὐχὶ τὴν ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τὴν τοῦ ἑτέρου. ἱνατί γὰρ ἡ ἐλευθερία μου κρίνεται ὑπὸ ἄλλης συνειδήσεως; 29Συνείδησιν δὲ λέγω ὄχι τὴν ἰδικήν σου, ἀλλὰ τοῦ ἄλλου. Ἴσως ὅμως ἐρωτήσῃ κανείς· διατὶ ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν ἔχω ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ τρώγω καὶ ἀπὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἀκόμη, νὰ κρίνεται καὶ νὰ καταδικάζεται ἀπὸ τὴν συνείδησιν τοῦ ἄλλου; 30εἰ ἐγὼ χάριτι μετέχω, τί βλασφημοῦμαι ὑπὲρ οὗ ἐγὼ εὐχαριστῶ; 30Ἐὰν δὲ ἐγώ, πληροφορημένος τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, τρώγω κάθε εἶδος κρέατος, διατὶ κατηγοροῦμαι διὰ τὴν πρᾶξιν μου αὐτήν, διὰ τὴν ὁποίαν μάλιστα ἐγὼ εὐχαριστῶ καὶ δοξολογὼ τὸν Θεόν; 31Εἴτε οὖν ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε τι ποιεῖτε, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε. 31Δύο ὅμως πράγματα πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ᾿ ὄψιν σας. Πρῶτον εἴτε τρώγετε εἴτε πίνετε εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο πράττετε, ὅλα νὰ τὰ κάμνετε εἰς δόξαν Θεοῦ. 32ἀπρόσκοποι γίνεσθε καὶ Ἰουδαίοις καὶ Ἕλλησι καὶ τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ, 32Δεύτερον νὰ μὴ παρέχετε πρόσκομμα καὶ ἀφορμὴν σκανδάλου εἰς κανέναν· οὔτε εἰς τοὺς Ἰουδαίους οὔτε εἰς τοὺς Ἕλληνας, οὒτε εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ. 33καθὼς κἀγὼ πάντα πᾶσιν ἀρέσκω, μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον, ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν, ἵνα σωθῶσι. 33Νὰ φέρεσθε ὅπως ἐγώ, ὁ ὁποῖος δι᾿ ὅλα καὶ εἰς ὅλους εἷμαι εὐάρεστος, διότι δὲν ζητῶ αὐτό που ἐγωϊστικῶς μὲ συμφέρει ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ συμφέρει καὶ ὠφελεῖ τοὺς πολλούς, διὰ νὰ σωθοῦν.

Τέλος του Ι΄ κεφαλαίου Κεφάλαιον ΙΑ΄ →
Σελίδα από · στίχοι