Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κείμενα
Είσοδος
Ελεύθερη ανάγνωση: η Αγία Γραφή είναι ανοιχτή σε όλους, χωρίς λογαριασμό. Με λογαριασμό έχετε πρόσβαση σε όλη τη βιβλιοθήκη. Σύνδεση
Καινὴ Διαθήκη · Εὐαγγέλιον

Κατὰ Ἰωάννην

Κεφάλαιον Γ΄
Λειτουργία ανάγνωσης

Ο Ιησούς και ο Νικόδημος1-21

1Ἦν δὲ ἄνθρωπος ἐκ τῶν Φαρισαίων, Νικόδημος ὄνομα αὐτῷ, ἄρχων τῶν Ἰουδαίων·

Ὑπῆρχε δὲ ἐκεῖ εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, κάποιον ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν Φαρισαίων, ὀνόματι Νικόδημος, ἄρχων τῶν Ἰουδαίων, διότι ἧτο μέλλος τοῦ συνεδρίου.

2οὗτος ἦλθε πρὸς αὐτὸν νυκτὸς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ραββί, οἴδαμεν ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος· οὐδεὶς γὰρ ταῦτα τὰ σημεῖα δύναται ποιεῖν ἃ σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ Θεὸς μετ᾿ αὐτοῦ.

Αὐτὸς ᾖλθε νύκτα πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ τοῦ εἶπε· <Διδάσκαλε, γνωρίζομεν ὅτι σὺ ᾖλθες ἀπὸ τὸν Θεὸν ὡς ὁ μοναδικὸς διδάσκαλος τῶν πλέον ὑψηλῶν ἀληθειῶν. Διότι κανένας δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάνῃ τὰ καταπληκτικὰ αὐτὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα κάμνεις σύ, ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μαζῆ του. (Ἀπὸ σὲ λοιπὸν περιμένομεν νὰ ἀκούσωμεν καθαρὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἀποκτήσωμεν τὰ ἀγαθὰ τῆς βασιλείας)>.

3ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

Ἀπήντησε ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· <σὲ διαβεβαιώνω, ὅτι ἐὰν δὲν γεννηθῇ κανεὶς ἀπὸ τὸν οὐρανόν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἵδῃ καὶ νὰ ἀπολαύσῃ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ>.

4λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Νικόδημος· Πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι γέρων ὤν; μὴ δύναται εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρὸς αὐτοῦ δεύτερον εἰσελθεῖν καὶ γεννηθῆναι;

Λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Νικόδημος· <πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῇ πάλιν ὁ ἄνθρωπος, καὶ μάλιστα ὅταν εἶναι γέρων; Μήπως ἠμπορεῖ νὰ εἰσέλθῃ διὰ δευτέραν φορὰν εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρὸς του καὶ νὰ γεννηθῇ πάλιν;>

5ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

Ἀπήντησεν ὁ Ἰησοῦς· <ἀληθῶς σοῦ λέγω, ὅτι ἐὰν δὲν ἀναγενηθῇ κανεὶς πνευματικῶς ἀπὸ τὸ νερὸ τοῦ βαπτίσματος καὶ ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

6τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστιν, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά ἐστι.

Κάθε τι ποὺ ἔχει γεννηθῇ κατὰ τρόπον φυσικὸν ἀπὸ τὴν σάρκα, εἶναι καὶ αὐτὸ σαρκικόν, δηλαδὴ γεμᾶτο ἀτελείας καὶ ἀδυναμίας. Καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει γεννηθῇ ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, εἶναι πνευματικὴ ὕπαρξις, ποὺ θὰ ἀπολαύσῃ τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

7μὴ θαυμάσῃς ὅτι εἶπόν σοι, Δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν.

Μὴ ἀπορεῖς, διότι σοῦ εἶπα ὅτι πρέπει ὅλοι σας νὰ ἀναγεννηθῆτε ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ κατεβαίνει ἐκ τῶν ἄνω.

8τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ᾿ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἐστὶ πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Πνεύματος.

Ὁ ἀέρας ὅπου θέλει φῦσᾳ καὶ ἀκούεις τὴν βοὴν του, ἀλλὰ δὲν γνωρίζεις ἀπό ποῦ ἔρχεται καί ποῦ θὰ καταλήξῃ. Ἔτσι γίνεται καὶ μὲ κάθε ἕνα, ὁ ὁποῖος ἀναγεννᾶται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ὁ τρόπος αὐτῆς τῆς ἀναγεννήσεως εἶναι ἀκατάληπτος τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως φανερόν>.

9ἀπεκρίθη Νικόδημος καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πῶς δύναται ταῦτα γενέσθαι;

Ἀπήντησεν ὁ Νικόδημος καὶ τοῦ εἶπε· <πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν αὐτά;>

10ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Σὺ εἶ ὁ διδάσκαλος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ταῦτα οὐ γινώσκεις;

Ἀπεκρίθη δὲ εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· <σὺ εἷσαι ὁ ἐπίσημος διδάσκαλος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ δὲν γνωρίζεις αὐτά, διὰ τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν αἱ Γραφαί;

11ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ὃ οἴδαμεν λαλοῦμεν καὶ ὃ ἑωράκαμεν μαρτυροῦμεν, καὶ τὴν μαρτυρίαν ἡμῶν οὐ λαμβάνετε.

Ἀληθῶς σοῦ λέγω, ὅτι ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζομεν καλά, λέγομεν· καὶ αὐτό ποὺ εἴδαμεν μαρτυροῦμεν. Κάθε τι ποὺ λέγομεν εἶναι ἡ ἀπόλυτος καὶ καθαρὰ ἀλήθεια. Καὶ ὅμως σεῖς δὲν δέχεσθε τὴν μαρτυρίαν μας.

12εἰ τὰ ἐπίγεια εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε, πῶς ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ἐπουράνια πιστεύσετε;

Ἐὰν σᾶς εἶπα διδασκαλίας θείας, αἱ ὁποῖαι σχετίζονται μὲ ὅσα συμβαίνουν εἰς τὴν γῆν καὶ εἶναι ἐπομένως εὔκολον νὰ τὰς ἐννοήσετε καὶ ὅμως δὲν τὰς πιστεύετε, πῶς, ἐὰν σᾶς εἴπω ὑψηλὰς ἀληθείας, ποὺ ἀναφέρονται εἰς τὸν ἐπουράνιον κόσμον, θὰ τὰς παραδεχθῆτε καὶ θὰ τὰς πιστέψετε;

Ανάγνωσμα · Κυρ. πρό της Υψώσεως, 13-17

13καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ.

Κανεὶς δὲ δὲν ἀνέβηκε εἰς τὸν οὐρανόν, διὰ νὰ μάθῃ ἐκεῖ καὶ διδάξῃ εἰς σᾶς αὐτὰς τὰς ἀληθείας, παρὰ μόνον αὐτός ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ἔγινε διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεως υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὁ ὅποιος ἐξακολουθεῖ, καθ᾿ ὃν χρόνον ζῇ εἰς τὴν γῆν, νὰ εἶναι καὶ εἰς τὸν οὐρανὸν ὡς Θεός.

14καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου,

Ὅπως δὲ ὁ Μωϋσῆς ἐκρέμεσε ὑψηλὰ τὸ χάλκινι φίδι εἰς τὴν ἔρημον, διὰ νὰ τὸ ἀντικρύζουν μὲ πίστιν οἱ Ἰσραηλῖται καὶ νὰ σῴζωνται ἀπὸ τὸ θανατηφόρον δηλητήριον τῶν φιδιὼν τῆς ἐρήμου, ἔτσι, σύμφωνα μὲ τὸ πάνσοφον σχέδιον τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ κρεμασθῇ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπάνω εἰς τὸν σταυρόν.

15ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

Καὶ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ καταδικασθῇ εἰς τὴν αἰωνίαν ἀπώλειαν κανένας ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ θὰ πιστεύσουν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ νὰ κερδήσῃ καὶ νὰ ἔχῃ τὴν αἰώνιον ζωήν.

16Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

Διότι τόσον πολὺ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν βυθισμένον εἰς τὰς ἁμαρτίας κόσμον, ὥστε παρέδωκεν εἰς σταυρικὸν θάνατον τὸν μονογενῆ του Υἱόν· διὰ νὰ μὴ καταδικασθῇ εἰς τὴν αἰωνίαν ἀπώλειαν κάθε ἔνας ποὺ θὰ πιστεύῃ εἰς αὐτόν, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

17οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ᾿ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ.

Διότι δὲν ἔστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν του εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ κρίνῃ καὶ καταδικάσῃ τὸν κόσμον, ἀλλὰ διὰ νὰ σωθῇ ὁ κόσμος μὲ τὴν θυσίαν αὐτοῦ.

18ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται· ὁ δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

Κάθε ἔνας ποὺ πιστεύει εἰς αὐτόν, εἰς ὁποιοδήποτε ἔθνος καὶ ἂν ἀνήκῃ, δὲν καταδικάζεται. Ὅποιος ὅμως δὲν πιστεύει, ἔχει καταδικασθῇ ἀπὸ τώρα, ἀκριβῶς διότι δὲν ἐπίστεψε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ τὴν ἀπιστίαν του ἀπέκλεισεν αὐτὸς μόνος τὸν ἑαυτὸν του ἀπὸ τὴν σωτηρίαν.

19αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς, ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα.

Αὐτὴ δὲ εἶναι καὶ ἡ αἰτία τῆς καταδίκης τῶν ἀπίστων· ὅτι δηλαδὴ τὸ φῶς, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ᾖλθεν εἰς τὸν κόσμον, ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι ἠγάπησαν καὶ ἔδωσαν μᾶλλον τὴν καρδιά τους εἰς τὸ σκοτάδι καὶ ὄχι εἰς τὸ φῶς. Καὶ τοῦτο, διότι τὰ ἔργα των ἦσαν πονηρά.

20πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ·

Διότι κάθε ἔνας ποὺ ἀμετανοήτως πράττει ἔργα κακὰ καὶ διεστραμμένα, ἀντιπαθεῖ καὶ ἀποστρέφεται τὸ φῶς καὶ δὲν ἔρχεται εἰς τὸ φῶς, διὰ νὰ μὴ φανερωθοῦν τὰ φαῦλα ἔργα του.

21ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα.

Καθένας δέ ποὺ ζῇ καὶ πράττει σύμφωνα μὲ τὴν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ, ἔρχεται εἰς τὸ φῶς, πλησιάζει μὲ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Κύριον Ἰησοῦν, διὰ νὰ φανερωθῇ ἡ ποιότης καὶ ἡ ἀξία τῶν ἔργων του, νὰ πληροφορηθῇ δὲ καὶ ὁ ἴδιος ὅτι πράγματι αὐτὰ ἔχουν γίνει σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ>.

Ο Ιησούς και ο Βαπτιστής Ιωάννης22-30

22Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὴν Ἰουδαίαν γῆν, καὶ ἐκεῖ διέτριβεν μετ᾿ αὐτῶν καὶ ἐβάπτιζεν.

Ὕστερα ἀπὸ αὐτά, ποὺ συνέβησαν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, ᾖλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ του εἰς τὴν ἄλλην περιοχὴν τῆς Ἰουδαίας καὶ ἐκεῖ ἕμενε μαζῆ τους καὶ ἐβάπτιζε διὰ μέσῳ αὐτῶν ἐκείνους ποὺ ἤρχοντο μὲ τὴν διάθεσιν νὰ πιστεύσουν εἰς αὐτόν.

23ἦν δὲ καὶ Ἰωάννης βαπτίζων ἐν Αἰνὼν ἐγγὺς τοῦ Σαλείμ, ὅτι ὕδατα πολλὰ ἦν ἐκεῖ, καὶ παρεγίνοντο καὶ ἐβαπτίζοντο·

Ὁ δὲ Ἰωάννης ἐβάπτιζε τότε εἰς τὴν πηγὴν Αἰνών, πλησίον τῆς πόλεως Σαλείμ, διότι ἐκεῖ ἦσαν πολλὰ ὕδατα, καὶ ἤρχοντο ἄνθρωποι καὶ ἐβαπτίζοντο.

24οὔπω γὰρ ἦν βεβλημένος εἰς τὴν φυλακὴν ὁ Ἰωάννης.

Δὲν εἶχε δὲ ἀκόμη συλληφθῇ καὶ φυλακισθῆ ἀπὸ τὸν Ἡρῴδην ὁ Ἰωάννης.

25Ἐγένετο οὖν ζήτησις ἐκ τῶν μαθητῶν Ἰωάννου μετὰ Ἰουδαίου περὶ καθαρισμοῦ.

Ἔγινε λοιπὸν συζήτησις ἀπὸ τοὺς μαθητὰς τοῦ Ἰωάννου μὲ κάποιον Ἰουδαῖον διὰ τὸν καθαρισμόν, τὸν ὁποῖον τὸ βάπτισμα τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ἔδιδεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους.

26καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰωάννην καὶ εἶπαν αὐτῷ· Ραββί, ὃς ἦν μετὰ σοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, ᾧ σὺ μεμαρτύρηκας, ἴδε οὗτος βαπτίζει καὶ πάντες ἔρχονται πρὸς αὐτόν.

Καὶ ἦλθαν πρὸς τὸν Ἰωάννην οἱ μαθηταὶ του μαζῆ μὲ τὸν Ἰουδαῖον καὶ τοῦ εἶπαν· <διδάσκαλε, αὐτός, ποὺ ἧτο μαζῆ σου πέραν ἀπὸ τὸν Ἰορδάνην καὶ διὰ τὸν ὁποῖον σὺ ἐμαρτύρησες καὶ ἐβεβαίωσες περὶ τῆς ἀποστολῆς του εἰς τοὺς ἀνθρώπους, κύτταξε βαπτίζει τώρα καὶ ὅλοι πηγαίνουν εἰς αὐτόν>.

27ἀπεκρίθη Ἰωάννης καὶ εἶπεν· Οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν οὐδὲν ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον αὐτῷ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ.

Ἀπεκρίθη ὁ Ἰωάννης καὶ εἶπε· <τίποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ πάρῃ ὁ ἄνθρωπος ἐὰν δὲν τοῦ ἔχῃ δοθῇ ἀπὸ τὸν οὐρανόν.

28αὐτοὶ ὑμεῖς μοι μαρτυρεῖτε ὅτι εἶπον· οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ὁ Χριστός, ἀλλ᾿ ὅτι Ἀπεσταλμένος εἰμὶ ἔμπροσθεν ἐκείνου.

Σεῖς, ἄλωστε, οἱ ἴδιοι ποὺ μὲ ἠκούσατε, ἐπιβεβαιώνετε ὅτι ἐγὼ εἶπα: Δὲν εἷμαι ἐγὼ ὁ Χριστός, ἀλλ᾿ ὅτι ἐγὼ εἷμαι ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐνωρίτερα ἀπὸ ἐκεῖνον, διὰ νὰ προπαρασκευάσω τοὺς ἀνθρώπους.

29ὁ ἔχων τὴν νύμφην νυμφίος ἐστίν· ὁ δὲ φίλος τοῦ νυμφίου, ὁ ἑστηκὼς καὶ ἀκούων αὐτοῦ, χαρᾷ χαίρει διὰ τὴν φωνὴν τοῦ νυμφίου. αὕτη οὖν ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ πεπλήρωται.

Ἔπειτα δὲ μὴ λησμονεῖτε ὅτι αὐτός ποὺ ἔλαβε καὶ ἔχει τὴν νύμφην εἶναι ὁ νυμφίος, ὁ δὲ φίλος τοῦ νυμφίου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν γάμον στέκεται κοντὰ εἰς αὐτὸν καὶ τὸν ἀκούει, χαίρει παρὰ πολὺ διὰ τὰ λόγια, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ νυμφίος ἐκδηλώνει τὴν χαρὰν του. Αὐτή, λοιπόν, εἶναι ἡ ἰδική μου χαρά, νὰ βλέπω τὸν νυμφίον εὐχαριστημένον καὶ ἡ ὁποία χαρά μου εἶναι πλήρης καὶ τελεία. (Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ νυμφίος, νύμφη ἡ Ἐκκλησία. Χαίρω βαθύτατα, διότι βλέπω τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ θὰ ἐνταχθοῦν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν του, νὰ τὸν ἀκολουθοῦν).

30ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι.

Ἐκεῖνος πρέπει νὰ αὐξάνῃ, ἐγὼ δέ, ὁ πρόδρομός του, νὰ μικραίνω, ὥστε ὅλοι πλέον νὰ ἀκολουθοῦν ἐκεῖνον καὶ ὄχι ἐμέ.

Αυτός που έρχεται από το Θεό31-36

31Ὁ ἄνωθεν ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστίν. ὁ ὢν ἐκ τῆς γῆς ἐκ τῆς γῆς ἐστιν καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ· ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστί,

Ἐκεῖνος ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανόν, δηλαδὴ ὁ Χριστός, εἶναι ἐπάνω ἀπὸ ὅλους. Ἐκεῖνος δέ ποὺ εἶναι ἀπὸ τὴν γῆν, ὅπως εἷμαι ἐγώ, ἀπὸ γονεῖς ποὺ εἶναι ἐπίσης τῆς γῆς, ὁμιλεῖ περὶ τοῦ θελήματος καὶ τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ, σὰν ἄνθρωπος ἐκ τῆς γῆς, δηλαδὴ ἀτελῶς. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸν οὐρανὸν εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ ὅλους.

32καὶ ὃ ἑώρακεν καὶ ἤκουσεν, τοῦτο μαρτυρεῖ, καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει.

Καὶ αὐτό ποὺ εἶδε καὶ ἤκουσε καὶ τὸ γνωρίζει ἄριστα καὶ κάλλιστα, αὐτὸ καὶ μὲ ἀπόλυτον βεβαιότητα καὶ σαφήνειαν κηρύσσει. Ἀλλὰ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ ὀλίγοι τὴν δέχονται.

33ὁ λαβὼν αὐτοῦ τὴν μαρτυρίαν ἐσφράγισεν ὅτι ὁ Θεὸς ἀληθής ἐστιν.

Ἐκεῖνος δέ ποὺ ἐπίστευσε καὶ ἐδέχθη αὐτὴν τὴν διδασκαλίαν, αὐτὸς ἔβαλε τὴν σφραγῖδα του καὶ ὑπέγραψε μὲ τὸ ὄνομά του τοὺς λόγους τοῦ Υἱοῦ καὶ ἀπεσταλμένου τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπεβεβαίωσε ἔτσι ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πάντοτε ἀληθινός.

34ὃν γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς, τὰ ῥήματα τοῦ Θεοῦ λαλεῖ· οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα.

Καὶ ὅτι αὐτός, τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἀπέστειλε, δηλαδὴ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, διδάσκει τὸ λόγια τοῦ Θεοῦ ἀλάνθαστα καὶ πλήρη, διότι ὁ Θεὸς δὲν ἔδωσεν εἰς αὐτὸν περιωρισμένον τὸν φωτισμὸν καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπως εἰς τοὺς προφήτας, ἀλλὰ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν αὐτὸ τοῦτο τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.

35ὁ πατὴρ ἀγαπᾷ τὸν υἱόν, καὶ πάντα δέδωκεν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ.

Καὶ τοῦτο, διότι ὁ Πατὴρ ἀγαπᾷ τὸν Υἱὸν καὶ ἀπὸ τότε πού ὁ Υἱὸς ἔγινε ἄνθρωπος τοῦ ἔχει δώσει ὅλα ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του, ὥστε καὶ ὡς ἄνθρωπος νὰ δύναται νὰ ἐνεργῇ καὶ νὰ πράττῃ καὶ νὰ διαχειρίζεται τὰ πάντα πρὸς σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων.

36ὁ πιστεύων εἰς τὸν υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον· ὁ δὲ ἀπειθῶν τῷ υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ᾿ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ᾿ αὐτόν.

Ἔτσι δὲ καθένας ποὺ πιστεύει εἰς τὸν Υἱόν, ἔχει ἐξασφαλίσει τὴν αἰωνίαν ζωήν. Ἐκεῖνος δέ ποὺ δὲν πιστεύει καὶ δὲν ὑπακούει εἰς τὸν Υἱόν, δὲν θὰ ἵδῃ τὴν μακαρίαν ζωήν, ἀλλὰ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ θὰ μένῃ συνεχῶς ἐπάνω του>.