Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κείμενα
Είσοδος
Ελεύθερη ανάγνωση: η Αγία Γραφή είναι ανοιχτή σε όλους, χωρίς λογαριασμό. Με λογαριασμό έχετε πρόσβαση σε όλη τη βιβλιοθήκη. Σύνδεση
Καινὴ Διαθήκη · Εὐαγγέλιον

Κατὰ Ἰωάννην

Κεφάλαιον Ι΄
Λειτουργία ανάγνωσης

Η παραβολή του ποιμένα και των προβάτων1-6

Ανάγνωσμα · Κωνσταντίνου & Ελένης, 1-9

1Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων, ἀλλὰ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος κλέπτης ἐστὶ καὶ λῃστής·

Σᾶς διαβεβαιώνω, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἰσέρχεται εἰς τὴν μάντραν τῶν προβάτων ἀπὸ τὴν θύραν, ἀλλὰ ἀνεβαίνει καὶ πηδᾷ, διὰ νὰ μὴ τὸν ἀντιληφθοῦν, ἀπὸ ἄλλο μέρος, εἶναι κλέπτῃς καὶ λῃστής>. (Ἐκεῖνος ποὺ γίνεται ποιμὴν τῶν λογικῶν προβάτων ἀναξίως καὶ παρανόμως, εἶναι ἱερόσυλος ἐκμεταλλευτὴς καὶ τῶν πιστῶν καὶ τῆς Ἐκκλησίας).

2ὁ δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων.

Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ εἰσέρχεται φανερὰ ἀπὸ τὴν θύραν, εἶναι ὁ πραγματικὸς ποιμὴν τῶν προβάτων.

3τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ’ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά.

Εἰς αὐτὸν ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει τὴν θύραν, καὶ τὰ πρόβατα ἀκούουν καὶ γνωρίζουν τὴν φωνὴν του, καὶ αὐτὸς καλεῖ τὰ πρόβατα τὸ καθένα μὲ τὸ ὄνομά του, καὶ τὰ βγάζει διὰ τὴν βοσκήν.

4καὶ ὅταν τὰ ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ·

Καὶ ὅταν βγάλῃ τὰ πρόβατά του ἀπὸ τὴν μάνδραν, πηγαίνει ἐμπρὸς ἀπὸ αὐτὰ καὶ τὰ πρόβατα τὸν ἀκολουθοῦν, διότι γνωρίζουν τὴν φωνὴν του.

5ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ᾿ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν.

Ξένον ὅμως δὲν θὰ τὸν ἀκολουθήσουν, ἀλλὰ θὰ φύγουν ἀπὸ αὐτόν, διότι δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν φωνὴν τῶν ξένων. Ἐμέ, τὸν πραγματικὸν καὶ στοργικὸν ποιμένα, μὲ γνωρίζουν, μὲ ἀναγνωρίζουν καὶ μὲ ἀκολουθοῦν τὰ πρόβατα. (Τοὺς ψευδεῖς καὶ ἰδιοτελεῖς ποιμένας δὲν ἔχουν τὴν διάθεσιν καὶ δὲν θέλουν νὰ τοὺς ἀκολουθήσουν, διότι δὲν τοὺς ἀναγνωρίζουν ποιμένας των)>.

6Ταύτην τὴν παροιμίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐκεῖνοι δὲ οὐκ ἔγνωσαν τίνα ἦν ἃ ἐλάλει αὐτοῖς.

Αὐτὴν τὴν παραβολὴν τοὺς εἶπεν ὁ Ἰησοῦς. Ἐκεῖνοι ὅμως δὲν ἐκατάλαβαν, τί ἐσήμαιναν αὐτά ποὺ τοὺς ἔλεγε.

Ο Ιησούς είναι ο καλός ποιμένας7-21

7Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι ἡ θύρα τῶν προβάτων.

Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν εἶπε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· <ἀληθινὰ καὶ εἰλικρινὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ εἷμαι ἡ θύρα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν τὰ πρόβατα μπαίνουν εἰς τὴν μάνδρα, διὰ νὰ εὔρουν ἀσφάλειαν καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν βγαίνουν διὰ τὴν βοσκήν.

8πάντες ὅσοι ἦλθον πρὸ ἐμοῦ, κλέπται εἰσὶ καὶ λῃσταί· ἀλλ᾿ οὐκ ἤκουσαν αὐτῶν τὰ πρόβατα.

Ὅλοι ὅσοι ἦλθαν πρὶν ἀπὸ ἐμέ, χωρὶς κανεὶς νὰ τοὺς ἀναθέσῃ τὴν ποίμανσιν τῶν προβάτων, ἀλλὰ αὐθαιρέτως μόνοι των ἐπῆραν τὸ ἀξίωμα, αὐτοὶ ἦσαν κλέπται καὶ λῃσταί. Τὰ πρόβατα ὅμως δὲν τοὺς ἤκουσαν καὶ οὔτε τοὺς ἀκολούθησαν.

Ανάγνωσμα · Ιωαννου Χρυσοστόμου, 9-16

Ανάγνωσμα · Αγ. Σπυρίδωνος, 9-16

Ανάγνωσμα · Γρηγορίου Θεολόγου, 9-16

Ανάγνωσμα · Ανακομειδή Λειψάνων Χρυσοστόμου, 9-16

9ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι᾿ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει.

Ἐγὼ εἷμαι ἡ θύρα. Δι᾿ ἐμοῦ ἐὰν κανεὶς εἰσέλθῃ, θὰ σωθῇ. Καὶ θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν μάνδραν, διὰ νὰ εὔρη ἀσφάλειαν καὶ ἀνάπαυσιν, καὶ θὰ βγῇ, ὅταν εἶναι καιρὸς βοσκῆς καὶ θὰ εὕρῃ τροφήν.

10ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μὴ ἵνα κλέψῃ καὶ θύσῃ καὶ ἀπολέσῃ· ἐγὼ ἦλθον ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν.

Ὁ κλέπτῃς δὲν ἔρχεται, εἰ μὴ μόνον διὰ νὰ κλέψῃ καὶ νὰ σφάξῃ καὶ νὰ καταστρέψῃ. Τέτοιοι ἦσαν οἱ κακοὶ ποιμένες τοῦ Ἰσραήλ. Ἐγὼ ὅμως ἦλθα, διὰ νὰ ἔχουν τὰ πρόβατα ζωήν, διὰ νὰ ἔχουν μὲ τὸ παραπάνω τὴν τροφὴν των καὶ κάθε τι καλὸν καὶ χρήσιμον.

11ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων·

Ἐγὼ εἷμαι ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς καὶ πονετικός. Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς καὶ τὴν ζωὴν του ἀκόμα θυσιάζει διὰ νὰ προφυλάξῃ τὰ πρόβατα ἀπὸ κάθε κίνδυνον.

12ὁ μισθωτὸς δὲ καὶ οὐκ ὢν ποιμήν, οὗ οὐκ εἰσὶ τὰ πρόβατα ἴδια, θεωρεῖ τὸν λύκον ἐρχόμενον καὶ ἀφίησι τὰ πρόβατα καὶ φεύγει· καὶ ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτὰ καὶ σκορπίζει τὰ πρόβατα.

Ὁ μισθωτὸς δὲ βοσκός, ποὺ δὲν εἶναι ἰδικὰ του τὰ πρόβατα καὶ τὰ βόσκει μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν μισθὸν του, βλέπει τὸν λύκον νὰ ἔρχεται καὶ ἀφίνει τὰ πρόβατα καὶ φεύγει. Καὶ τότε ἀνενόχλητος ὁ λύκος ἁρπάζει, κατασπαράσσει καὶ διασκορπίζει τὰ πρόβατα. (Οἱ ἀνάξιοι πνευματικοὶ ποιμένες, ποὺ ἔχουν τὸ ἔργον των μόνον καὶ μόνον ὡς προσδοφόρον ἐπάγγελμα, δὲν ἐνδιαφέρονται νὰ προφυλάξουν τὰ λογικὰ πρόβατα ἀπὸ τὸν διάβολον καὶ τὰ ὄργανά του).

13ὁ δὲ μισθωτὸς φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καὶ οὐ μέλει αὐτῷ περὶ τῶν προβάτων.

Ὁ μισθωτὸς βοσκὸς φεύγει, ἀκριβῶς διότι εἶναι μισθωτὸς καὶ δὲν ἔχει καμμίαν διάθεσιν νὰ ἐκθέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν ζωὴν του διὰ τὰ πρόβατα, διότι δὲν ἐνδιαφέρεται δι᾿ αὐτά, παρὰ μόνον διὰ τὸν μισθὸν του.

14ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός, καὶ γινώσκω τὰ ἐμὰ καὶ γινώσκομαι ὑπὸ τῶν ἐμῶν,

Ἐγὼ εἷμαι ὁ καλὸς ποιμὴν καὶ γνωρίζω τὰ ἰδικά μου πρόβατα καὶ γνωρίζομαι ἀπὸ τὰ ἰδικά μου.

15καθὼς γινώσκει με ὁ πατὴρ κἀγὼ γινώσκω τὸν πατέρα, καὶ τὴν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων.

Ὅπως μὲ γνωρίζει καὶ μὲ ἀγαπᾷ ὁ Πατὴρ καὶ ἐγὼ ἐπίσης γνωρίζω καὶ ἀγαπῶ τὸν Πατέρα, ἔτσι γνωρίζω καὶ γνωρίζομαι ἀπὸ τὰ πρόβατα, ἔτσι ἀγαπῶ καὶ ἀγαπῶμαι ἀπὸ τὰ πρόβατα, διὰ τοῦτο καὶ παραδίδω τὴν ψυχήν μου εἰς θάνατον χάριν τῶν προβάτων.

16καὶ ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἃ οὐκ ἔστιν ἐκ τῆς αὐλῆς ταύτης· κἀκεῖνά με δεῖ ἀγαγεῖν, καὶ τῆς φωνῆς μου ἀκούσουσι, καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.

Ἔχω καὶ ἄλλα πρόβατα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀπὸ αὐτὴν τὴν μάνδραν, δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ ἔθνος τῶν Ἑβραίων. Καὶ ἐκεῖνα πρέπει ἐγὼ νὰ τὰ ὁδηγήσω καὶ νὰ τὰ ποιμάνω μαζῆ μὲ τὰ ἄλλα ὡς καλὸς ποιμήν. Καὶ ἐκεῖνα θὰ μὲ γνωρίσουν καὶ ὅταν τὰ καλῶ θὰ ἀκούσουν τὴν φωνήν μου, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα· καὶ θὰ γίνῃ ἔτσι μία ποίμνη, ἡ Ἐκκλησία, καὶ ἔνας ποιμήν, ὁ Χριστός.

17διὰ τοῦτό με ὁ πατὴρ ἀγαπᾷ, ὅτι ἐγὼ τίθημι τὴν ψυχήν μου, ἵνα πάλιν λάβω αὐτήν.

Διὰ τοῦτο ὁ Πατήρ μου μὲ ἀγαπᾷ, διότι ἐγὼ θυσιάζω τὴν ζωήν μου πρὸς χάριν τῶν προβάτων, διὰ νὰ τὴν πάρω καὶ πάλιν μὲ τὴν ἀνάστασίν μου καὶ νὰ εἷμαι ὁ αἰώνιος ποιμὴν καὶ ἀρχιερεύς.

18οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ᾿ ἐμοῦ, ἀλλ᾿ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ᾿ ἐμαυτοῦ· ἐξουσίαν ἔχω θεῖναι αὐτήν, καὶ ἐξουσίαν ἔχω πάλιν λαβεῖν αὐτήν· ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔλαβον παρὰ τοῦ πατρός μου.

Κανεὶς δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νά μοῦ ἀφαιρέση τὴν ζωήν. Ἀλλὰ ἐγὼ ἀπὸ τὸν εὐατόν μου καὶ τὴν θέλησίν μου θυσιάζω αὐτήν. Ἔχω ἐξουσίαν νὰ δώσω τὴν ζωήν μου, καὶ ἔχω ἐξουσίαν νὰ τὴν πάρω πάλιν. Αὐτὴν τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν ἐξουσίαν ἔχω λάβει καὶ ὡς ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Πατέρα μου>.

19Σχίσμα οὖν πάλιν ἐγένετο ἐν τοῖς Ἰουδαίοις διὰ τοὺς λόγους τούτους.

Ὕστερα, λοιπόν, ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Κυρίου ἔγινεν ἀντιγνωμία καὶ διαίρεσις μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων.

20ἔλεγον δὲ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν· Δαιμόνιον ἔχει καὶ μαίνεται· τί αὐτοῦ ἀκούετε;

Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἔλεγαν· <ἔχει δαιμόνιον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἶναι ἐκτὸς τοῦ εὐατοῦ του καὶ παραλογίζεται. Τί τὸν ἀκούετε;>

21ἄλλοι ἔλεγον· Ταῦτα τὰ ῥήματα οὐκ ἔστι δαιμονιζομένου· μὴ δαιμόνιον δύναται τυφλῶν ὀφθαλμοὺς ἀνοῖγειν;

Ἄλλοι ἔλεγον· <αὐτὰ τὰ λόγια δὲν εἶναι λόγια δαιμονιζομένου. Ἔπειτα ἡμεῖς τὸν βλέπομεν νὰ κάνῃ καὶ θαύματα· μήπως τὸ δαιμόνιον ἠμπορεῖ νὰ ἀνοίγῃ μάτια τυφλῶν;>

Οι Ιουδαίοι απορρίπτουν τον Ιησού22-42

22Ἐγένετο δὲ τὰ ἐγκαίνια ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις, καὶ χειμὼν ἦν·

Ἔγινε δὲ ἀργότερα εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ἡ ἑορτὴ τῶν ἐγκαινίων καὶ ἧτο χειμών, δηλαδὴ περὶ τὰ μέσα Δεκεμβρίου.

23καὶ περιεπάτει ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ ἐν τῇ στοᾷ τοῦ Σολομῶντος.

Καὶ περιπατοῦσε ὁ Ἰησοῦς μέσα εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ Σολομῶντος.

24ἐκύκλωσαν οὖν αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ἔλεγον αὐτῷ· Ἕως πότε τὴν ψυχὴν ἡμῶν αἴρεις; εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, εἰπὲ ἡμῖν παρρησίᾳ.

Τὸν περιεκύκλωσαν, λοιπόν, οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ἔλεγαν εἰς αὐτόν· <ἕως πότε θὰ κρατῇς τὴν ψυχὴν μας μετέωρον; Ἕως πότε θὰ μᾶς κρατῇς εἰς ἀπορίαν καὶ ἀγωνίαν; Ἐὰν σὺ εἷσαι πράγματι ὁ Χριστός ποὺ περιμένομεν, πὲς μας τὸ καθαρὰ καὶ φανερά>.

25ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Εἶπον ὑμῖν, καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ·

Ἀπήντησε εἰς αὐτοὺς ὁ Χριστός· <σᾶς τὸ εἶπα καὶ δὲν πιστεύετε. Ἀλλὰ καὶ τίποτε ἂν δὲν σᾶς εἴχα πῇ, τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ κάνω ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, αὐτὰ μαρτυροῦν δι᾿ ἐμὲ καὶ ἀποδεικνύουν ὅτι εἷμαι ὁ Χριστός.

26ἀλλ᾿ ὑμεῖς οὐ πιστεύετε· οὐ γάρ ἐστε ἐκ τῶν προβάτων τῶν ἐμῶν, καθὼς εἶπον ὑμῖν.

Ἀλλὰ σεῖς δὲν πιστεύετε οὔτε εἰς τὰ λόγια μου οὔτε εἰς τὰ ἔργα μου. Καὶ τοῦτο, διότι λόγῳ τῆς κακῆς σας διαθέσεως καὶ τῆς ἁμαρτωλῆς καταστάσεώς σας, δὲν ἀνήκετε εἰς τὰ πρόβατά μου ὅπως σᾶς εἴχα πῇ.

27τὰ πρόβατα τὰ ἐμὰ τῆς φωνῆς μου ἀκούει, κἀγὼ γινώσκω αὐτά, καὶ ἀκολουθοῦσί μοι,

Τὰ δικά μου πρόβατα ἀκούουν μὲ χαρὰν καὶ μὲ ὑποταγὴν τὴν φωνήν μου καὶ ἐγὼ τὰ γνωρίζω ὅτι εἶναι δικά μου καὶ μὲ ἀκολουθοῦν.

28κἀγὼ ζωὴν αἰώνιον δίδωμι αὐτοῖς, καὶ οὐ μὴ ἀπόλωνται εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ οὐχ ἁρπάσει τις αὐτὰ ἐκ τῆς χειρός μου.

Καὶ ἐγὼ ἀνταμείβων τὴν ὑπακοὴν των, τοὺς δίδω τὴν αἰωνίαν ζωὴν καὶ δὲν θὰ χαθοῦν ποτὲ καὶ κανεὶς δὲν θὰ τὰ ἁρπάξῃ ἀπὸ τὰ χέρια μου.

29ὁ πατήρ μου, ὃς δέδωκέ μοι, μεῖζων πάντων ἐστί, καὶ οὐδεὶς δύναται ἁρπάζειν ἐκ τῆς χειρὸς τοῦ πατρός μου.

Ὁ Πατήρ μου, ὁ ὁποῖος μοῦ ἔχει δώσει τὰ πρόβατα εἶναι ἀνώτερος καὶ ἰσχυρότερος ἀπὸ ὅλους, εἶναι ὁ παντοδύναμος Θεός. Καὶ κανείς, οὔτε αἱ λεγεῶνες τῶν πονηρῶν πνευμάτων, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἁρπάξουν τὰ πρόβατα ἀπὸ τὸ χέρι του.

30ἐγὼ καὶ ὁ πατὴρ ἕν ἐσμεν.

Μὲ τὴν ἰδίαν δύναμιν καὶ ἐξουσίαν καὶ ἀγάπην ποιμαίνω καὶ ἐγὼ καὶ κρατῶ τὰ πρόβατα, διότι ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ εἵμεθα ἕνα, ἔχομεν τὴν αὐτὴν φύσιν καὶ οὐσίαν, τὰ ἴδια ἄπειρα ἰδιώματα>.

31Ἐβάστασαν οὖν πάλιν λίθους οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα λιθάσωσιν αὐτόν.

Ὅταν οἱ Ἰουδαῖοι τὸν ἄκουσαν νὰ λέγῃ ὅτι εἴνα ἕνα μὲ τὸν Θεόν, ἐπῆραν πάλιν λιθάρια, διὰ νὰ τὸν λιθοβολήσουν.

32ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Πολλὰ ἔργα καλὰ ἔδειξα ὑμῖν ἐκ τοῦ πατρός μου, διὰ ποῖον αὐτῶν ἔργον λιθάζετέ με;

Ἀπήντησε τότε εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· <πολλὰ καλὰ ἔργα ἔδειξα καὶ ἔκανα εἰς ἐσᾶς ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὸν Πατέρα. Διὰ ποῖον ἀπὸ ὅλα εἷσθε ἕτοιμοι νὰ μὲ λιθοβολήσετε;>

33ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· Περὶ καλοῦ ἔργου οὐ λιθάζομέν σε, ἀλλὰ περὶ βλασφημίας, καὶ ὅτι σὺ ἄνθρωπος ὢν ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν.

Ἀπήντησαν εἰς αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι, λέγοντες· <δὲν σὲ λιθοβολοῦμεν διὰ καλὸν ἔργον, ἀλλὰ διὰ τὴν φοβερὰν βλασφημίαν ποὺ εἶπες, διότι ἐνῶ σὺ εἷσαι ἄνθρωπος, κάνεις τὸν ἑαυτόν σου Θεὸν καὶ λέγεις ὅτι εἷσαι ἕνα μὲ τὸν Θεόν>.

34ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Οὐκ ἔστι γεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ ὑμῶν, ἐγὼ εἶπα, θεοί ἐστε;

Τοὺς ἀπήντησεν ὁ Ἰησοῦς· <εἰς τὸν νόμον σας, ἐκεῖ ποὺ ὁμιλεῖ ὁ Θεὸς πρὸς τοὺς δικαστάς, δὲν εἶναι γραμμένον: Ἐγὼ εἶπα, εἷσθε θεοί;

35εἰ ἐκείνους εἶπε θεοὺς, πρὸς οὓς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐγένετο, καὶ οὐ δύναται λυθῆναι ἡ γραφή,

Ἐὰν ἡ Γραφὴ ὠνόμασε θεοὺς τοὺς δικαστὰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐκάλεσε εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον ὁ Θεός-καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλυθῇ ἡ Γραφή-

36ὃν ὁ πατὴρ ἡγίασε καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὸν κόσμον, ὑμεῖς λέγετε ὅτι βλασφημεῖς, ὅτι εἶπον, υἱὸς τοῦ Θεοῦ εἰμι;

εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ Πατὴρ καθιέρωσε διὰ τὸ μέγα ἔργον τοῦ Μεσσίου καὶ τὸν ἔστειλε εἰς τὸν κόσμον, σεῖς λέγετε ὅτι βλασφημεῖς, ἐπειδὴ εἶπα ὅτι εἷμαι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ;

37εἰ οὐ ποιῶ τὰ ἔργα τοῦ πατρός μου, μὴ πιστεύετέ μοι·

Ἐὰν δὲν κάνω τὰ ὑπερφυσικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἔργα τοῦ Πατρός μου, τότε μὴ πιστεύετε εἰς ἐμέ.

38εἰ δὲ ποιῶ, κἂν ἐμοὶ μὴ πιστεύητε, τοῖς ἔργοις πιστεύσατε, ἵνα γνῶτε καὶ πιστεύσητε, ὅτι ἐν ἐμοὶ ὁ πατὴρ κἀγὼ ἐν αὐτῷ.

Ἐφ᾿ ὅσον ὅμως κάνω τὰ ἔργα τοῦ Πατρός μου, πιστεύσατε εἰς αὐτὰ τὰ ἔργα καὶ τότε θὰ ἐννοήσετε καλὰ καὶ θὰ πιστεύσετε εἰς ἐμὲ καὶ θὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐγὼ ζῶ καὶ ὑπάρχω ἐν τῷ Πατρί, ὅπως καὶ ὁ Πατὴρ ζῇ καὶ ὑπάρχει ἐν ἐμοί>.

39Ἐζήτουν οὖν πάλιν πιάσαι αὐτὸν· καὶ ἐξῆλθεν ἐκ τῆς χειρὸς αὐτῶν.

Ἐζητοῦσαν καὶ πάλιν οἱ Ἰουδαῖοι νὰ τὸν πιάσουν, ἀλλὰ αὐτὸς ἔφυγεν ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ χέρια των.

40Καὶ ἀπῆλθε πάλιν πέραν τοῦ Ἰορδάνου, εἰς τὸν τόπον ὅπου ἦν Ἰωάννης τὸ πρῶτον βαπτίζων, καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ.

Καὶ ἀνεχώρησε πάλιν πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνην, εἰς τόπον, ὅπου κατ᾿ ἀρχὰς ἐβάπτιζεν ὁ Ἰωάννης καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ.

41καὶ πολλοὶ ἦλθον πρὸς αὐτὸν καὶ ἔλεγον ὅτι Ἰωάννης μὲν σημεῖον ἐποίησεν οὐδέν, πάντα δὲ ὅσα εἶπεν Ἰωάννης περὶ τούτου, ἀληθῆ ἦν.

Καὶ πολλοὶ ἦλθαν πρὸς αὐτὸν καὶ ἔλεγαν μεταξὺ των ὅτι ὁ Ἰωάννης δὲν ἔκαμε κανένα θαῦμα, ὅλα δὲ ὅσα ὁ Ἰωάννης εἶπε δι᾿ αὐτὸν ἀπεδείχθησαν ἀληθινά.

42καὶ πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν ἐκεῖ.

Καὶ πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν.