Πρὸς Ἐφεσίους · Δ΄
Ἐπιστολή

Πρὸς Ἐφεσίους

Κεφάλαιον Δ΄

Η ενότητα της Εκκλησίας και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος1Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς ἐγὼ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ, ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε, 1Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν, καὶ σᾶς ἐξορκίζω ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἷμαι φυλακισμένος καὶ ἁλυσοδεμένος διὰ τὸ ὄναμα τοῦ Κυρίου, νὰ ζῆτε καὶ νὰ συμπεριφέρεσθε, ὅπως ταιριάζει εἰς τὴν ὑψηλὴν κλῆσιν, μὲ τὴν ὁποίαν ἔχετε προσκληθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν. 2μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ πρᾳότητος, μετὰ μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ, 2Δηλαδὴ νὰ ζῆτε καὶ νὰ φέρεσθε μὲ κάθε ταπεινοφροσύνην καὶ πρᾳότητα, μὲ ἀνοχὴν ἀπέναντι τῶν ἄλλων καὶ μεγαλοκαρδίαν, ἀνεχόμενοι ὁ ἔνας τοῦ ἄλλου τὰς ἀδυναμίας μὲ ἀγάπην, 3σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης. 3νὰ ἐπιμελῆσθε καὶ νὰ ἀγωνίζεσθε νὰ διατηρῆτε τὴν ἑνότητα, μὲ τὴν ὁποίαν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον σᾶς ἔχει συνδέσει, ἔχοντες ὡς σύνδεσμον τὴν εἰρήνην, ἡ ὁποία θὰ βασιλεύῃ μεταξὺ σας καὶ θὰ σᾶς ἐνώνῃ εἰς ἕνα πνευματικὸν σῶμα. 4ἓν σῶμα καὶ ἓν Πνεῦμα, καθὼς καὶ ἐκλήθητε ἐν μιᾷ ἐλπίδι τῆς κλήσεως ὑμῶν· 4Εἷσθε ἕνα πνευματικὸν σῶμα καὶ ἔχετε ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα Ἅγιον, ποὺ σᾶς ζωογονεῖ, καθὼς ἐπίσης ἔχετε κληθῇ ὅλοι εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἐλπίδα τῆς κλήσεώς σας. 5εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα· 5Ἔνας καὶ μόνος εἶναι ὁ Κύριος, μία εἶναι ἡ πίστις ὅλων τῶν Χριστιανῶν, ἕνα τὸ βάπτισμα ποὺ ἔχουν λάβει. 6εἷς Θεὸς καὶ πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ διὰ πάντων, καὶ ἐν πᾶσιν ὑμῖν. 6Ἔνας καὶ μόνος ὁ Θεὸς καὶ Πατὴρ ὅλων, αὐτὸς ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖ ἐπὶ ὅλων ἀνεξαιρέτως καὶ διὰ μέσου ὅλων ἐνεργεῖ καὶ φανερώνει τὴν ἀγαθὴν τοῦ πρόνοιαν, καὶ μέσα εἰς ὅλους μας κατοικεῖ. 7Ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ ἡμῶν ἐδόθη ἡ χάρις κατὰ τὸ μέτρον τῆς δωρεᾶς τοῦ Χριστοῦ. 7Εἰς τὸν καθένα δὲ ἀπὸ ἡμᾶς ἐδόθη ἡ χάρις, τὰ χαρίσματα καὶ αἱ δωρεαί, σύμφωνα μὲ τὸ μέτρον, μὲ τὸ ὁποῖον δικαίως καὶ σαφῶς μοιράζει ὁ Χριστὸς τὰς δωρεὰς του. (῍Ας μὴ ὑπάρχουν, λοιπόν, ζηλοφθονίαι μεταξὺ σας, διότι τὰ χαρίσματα εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ, διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν ὅλων). 8διὸ λέγει· ἀναβὰς εἰς ὕψος ᾐχμαλώτευσεν αἰχμαλωσίαν καὶ ἔδωκε δόματα τοῖς ἀνθρώποις. 8Ἀκριβῶς, διότι ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος διανέμει τὰ χαρίσματα, (εἰς τὸν ψαλμ.67,στιχ.19,τὸν ὁποῖον ἐλευθέρως ἀποδίδει ὁ Παῦλος) λέγει ἡ Γραφή. <Ὅταν ἀνέβη διὰ τῆς ἀναλήψεως του ὑψηλὰ εἰς τοὺς οὐρανοὺς ἐπῇρε αἰχμαλώτους του καὶ ἠλευθέρωσεν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐκρατοῦσε δούλους του ὁ διάβολος καὶ ἔδωκε δῶρα καὶ χαρίσματα εἰς τοὺς ἀνθρώπους>. 9τὸ δὲ ἀνέβη τί ἐστιν εἰ μὴ ὅτι καὶ κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς; 9Αὐτὸ δὲ ποῦ λέγει ἡ Γραφή, ὅτι ἀνέβη, τί ἄλλο συμαίνει, παρὰ ὅτι προηγουμένως εἶχε κατεβῆ ὁ σταυρωθεὶς Κύριος εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς, δηλαδὴ κάτω εἰς τὸν Ἅδην; 10ὁ καταβὰς αὐτός ἐστι καὶ ὁ ἀναβὰς ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν, ἵνα πληρώσῃ τὰ πάντα. 10Ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος κατέβη μέχρι καὶ τοῦ ᾍδου, αὐτὸς εἶναι ποὺ ἀνέβη ἐπάνω ἐπὸ ὅλους τοὺς οὐρανούς, διὰ νὰ γεμίσῃ ἔτσι μὲ τὴν παρουσίαν του καὶ τὰ χαρίσματά του τὰ πάντα. 11καὶ αὐτὸς ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, 11Αὐτός, λοιπόν, ἐμοίρασε τὰς δωρεὰς του καὶ ἔτσι ἀνέδειξε καὶ ἔδωκεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἄλλους μὲν ἀποστόλους, ἄλλους δὲ προφήτας, ποὺ θὰ ἀναλύουν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ προλέγουν τὰ μέλλοντα, ἄλλους δὲ κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου, ἄλλους ποιμένας καὶ διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι θὰ καθοδηγοῦν ἕνα ἕκαστον καὶ ὅλους μαζῆ τοὺς Χριστιανούς. 12πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων εἰς ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, 12Καὶ ὅλα αὐτὰ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ οἰκοδομοῦνται καὶ νὰ προοδεύουν εἰς τὴν κατὰ Χριστὸν ζωὴν οἱ πιστοί, νὰ ἐκτελῆται ἄρτια καὶ ἁρμονικὰ τὸ ἔργον τῆς διακονίας, ὥστε νὰ οἰκοδομεῖται συνεχῶς ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία εἶναι σῶμα Χριστοῦ, 13μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ, 13μέχρις ὅτου καταλήξωμεν ὅλοι εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πίστιν, χωρὶς διαφορὰς καὶ ἀντιθέσεις, εἰς τὴν βαθεῖαν γνῶσιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς τέλειον ἄνδρα, ἀπὸ ἀπόψεως πνευματικῆς σοφίας καὶ ἀρετῆς, εἰς τὸ μέτρον τῆς πνευματικῆς ἡλικίας καὶ τῆς πλήρους ἠθικῆς τελειότητος, διὰ νὰ ὁλοκληρωθῶμεν καὶ ἀποτελέσωμεν ἔτσι τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. 14ἵνα μηκέτι ὦμεν νήπιοι, κλυδωνιζόμενοι καὶ περιφερόμενοι παντὶ ἀνέμῳ τῆς διδασκαλίας, ἐν τῇ κυβείᾳ τῶν ἀνθρώπων, ἐν πανουργίᾳ πρὸς τὴν μεθοδείαν τῆς πλάνης, 14Διὰ νὰ μὴ εἵμεθα πλέον νήπιοι ἀπὸ ἀπόψεως πνευματικῆς, ἄστατοι σὰν τὰ κύματα τρικυμισμένης θαλάσσης, ποὺ ἀνεβοκατεβαίνουν καὶ ὠθοῦνται ἐδῶ κι᾿ ἐκεῖ ἀπὸ τὴν φορὰν τῶν ἀνέμων. Αὐτὴν δὲ τὴν ἀκαταστασίαν τὴν προκαλεῖ σὰν ὁρμητικὸς ἄνεμος ἡ δολία ἀπάτη τῆς ὑπούλου διδασκαλίας τῶν πλανεμένων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι μὲ πανουργίαν χρησιμοποιοῦν τεχνάσματα, διὰ νὰ διαδώσουν τὴν πλάνην των. 15ἀληθεύοντες δὲ ἐν ἀγάπῃ αὐξήσωμεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλή, ὁ Χριστός, 15Ἡμεῖς ὅμως μένοντες σταθεροὶ καὶ ἀκλόνητοι εἰς τὴν ἀλήθειαν τοῦ εὐαγγελίου, συνοδευομένην πάντοτε ἀπὸ τὴν ἀγάπην, ἂς αὐξήσωμεν καὶ ἂς τελειοποιήσωμεν τὴν πνευματικὴν μας ζωήν, κατὰ πάντα, ὅπως θέλει ὁ Χριστὸς καὶ ὅπως μᾶς ἔχει δώσει τὸν εὐατὸν του πρότυπον. Αὐτὸς δὲ ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας. 16ἐξ οὗ πᾶν τὸ σῶμα συναρμολογούμενον καὶ συμβιβαζόμενον διὰ πάσης ἁφῆς τῆς ἐπιχορηγίας κατ᾿ ἐνέργειαν ἐν μέτρῳ ἑνὸς ἑκάστου μέρους τὴν αὔξησιν τοῦ σώματος ποιεῖται εἰς οἰκοδομὴν ἑαυτοῦ ἐν ἀγάπῃ. 16Ἀπὸ αὐτὸν ὅλον τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας συναρμολογεῖται, συνδέεται ἁρμονικὰ καὶ ἐνώνεται διὰ τῆς στενὴς ἐπαφῇς ὅλων τῶν μελῶν, ὥστε νὰ χορηγῆται εἰς ὅλα ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ βοήθεια, τὴν ὁποίαν προσφέρει ὁ Χριστός, σύμφωνα μὲ τὴν προθυμίαν καὶ τὴν ἐνέργειαν ἑνὸς ἑκάστου μέλους. Ἔτσι δὲ μὲ τὴν χορηγίαν καὶ βοήθειαν τοῦ Χριστοῦ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἠνωμένον μὲ τὸν Χριστόν, πραγματοποιεῖ μὲ ἀγάπην τὴν αὔξησίν του πρὸς οἰκοδομὴν τῶν μελῶν καὶ τοῦ εὐατοῦ του ὡς συνόλου. Ο παλιός και ο καινούργιος άνθρωπος17Τοῦτο οὖν λέγω καὶ μαρτύρομαι ἐν Κυρίῳ, μηκέτι ὑμᾶς περιπατεῖν καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ ἔθνη περιπατεῖ ἐν ματαιότητι τοῦ νοὸς αὐτῶν, 17Αὐτό, λοιπόν, τονίζω καὶ λέγω καὶ διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, νὰ μὴ πορεύεσθε καὶ συμπεριφέρεσθε πλέον σεῖς, ὅπως ζοῦν καὶ συμπεριφέρονται οἱ ἄλλοι ἐθνικοί, οἱ ὁποῖοι πορεύονται σύμφωνα μὲ τὰς ψευδεῖς καὶ ἐπιβλαβεῖς ἐπινοήσεις τοῦ νοῦ των. 18ἐσκοτισμένοι τῇ διανοίᾳ, ὄντες ἀπηλλοτριωμένοι τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν ἄγνοιαν τὴν οὖσαν ἐν αὐτοῖς διὰ τὴν πώρωσιν τῆς καρδίας αὐτῶν, 18Αὐτοὶ εἶναι σκοτισμένοι κατὰ τὴν διάνοιαν, ἀποξενωμένοι ἀπὸ τὴν ζωὴν τοῦ Θεοῦ ἐξ αἰτίας τῆς ἀγνοίας, ποὺ ἐπικρατεῖ μεταξὺ των, καὶ τῆς πωρώσεως καὶ σκληρύνσεως τῶν καρδιῶν των. 19οἵτινες, ἀπηλγηκότες, ἑαυτοὺς παρέδωκαν τῇ ἀσελγείᾳ εἰς ἐργασίαν ἀκαθαρσίας πάσης ἐν πλεονεξίᾳ. 19Ἔχουν δὲ καταντήσει εἰς ἠθικὴν ἀναλγησίαν, ὥστε οὔτε τύψεις νὰ δοκιμάζουν οὔτε τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ νὰ αἰσθάνωνται. Καὶ παρέδωκαν τοὺς εὐατοὺς των εἰς τὴν ἀχαλίνωτον καὶ ρυπαράν φιληδονίαν, διὰ νὰ διαπράττουν κάθε ἀκαθαρσίαν, χωρὶς ποτὲ νὰ χορταίνουν. 20ὑμεῖς δὲ οὐχ οὕτως ἐμάθετε τὸν Χριστόν, 20Σεῖς ὅμως δὲν ἔχετε διδαχθῇ καὶ μάθει κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν Χριστόν (δὲν ἔχετε δηλαδὴ διδαχθῇ, ὅτι αὐτὰ τὰ ἐπιτρέπει ὁ Χριστός, ἀλλ᾿ ὅλως τοὐναντίον τὰ ἀποδοκιμάζει καὶ τὰ καταδικάζει). 21εἴγε αὐτὸν ἠκούσατε καὶ ἐν αὐτῷ ἐδιδάχθητε, καθώς ἐστιν ἀλήθεια ἐν τῷ Ἰησοῦ, 21Ἐάν-ὅπως πιστεύω-ἔχετε διδαχθῇ τὸ ὀρθὸν περὶ αὐτοῦ κήρυγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτῇ αὕτη ἡ ἀλήθεια, ποὺ ὑπάρχει εἰς τὸν Ἰησοῦν· 22ἀποθέσθαι ὑμᾶς κατὰ τὴν προτέραν ἀναστροφὴν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον τὸν φθειρόμενον κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, 22καὶ ἔχετε πράγματι διδαχθῇ νὰ ἀποβάλετε καὶ πετάξετε ἀπὸ ἐπάνω σας τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον τῆς ἁμαρτίας ὅπως αὐτὸς εἶχε ὑπάρξει καὶ ἐκδηλωθῆ εἰς τὴν προηγουμένην εἰδωλολατρικὴν ζωὴν καὶ συμπεριφορὰν σας. Αὐτὸς ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν καὶ τῶν παθῶν του, φθείρεται συνεχῶς καὶ προχωρεῖ εἰς τὸν ὄλεθρον ἀπὸ τὰς ἐπιθυμίας, ποὺ ἀνάπτει ἡ ἀπατηλὴ ἁμαρτία. 23, 24 Ἔχετε ἀκόμη διδαχθῇ νὰ ἀνανεώνεσθε συνεχῶς μὲ τὰ ὑγιῆ πνευματικὰ φρονήματα τοῦ νοῦ σας καὶ νὰ ἐνδυθῆτε τὸν νέον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀνεδημιουργήθη καὶ ἀναγεννήθη σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ ζῆτε μὲ δικαιοσύνην καὶ ὀσιότητα, μὲ ἀρετάς, τὰς ὁποίας ἐμπνέει ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. 23ἀνανεοῦσθαι δὲ τῷ πνεύματι τοῦ νοὸς ὑμῶν 23 24καὶ ἐνδύσασθαι τὸν καινὸν ἄνθρωπον τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ὁσιότητι τῆς ἀληθείας. 24 Εκδηλώσεις του καινούργιου ανθρώπου25Διὸ ἀποθέμενοι τὸ ψεῦδος λαλεῖτε ἀλήθειαν ἕκαστος μετὰ τοῦ πλησίον αὐτοῦ· ὅτι ἐσμὲν ἀλλήλων μέλη. 25Δι᾿ αὐτό, ἀφοῦ πετάξετε ἀπὸ ἐπάνω σας, ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως, τὸ ψέμα, νὰ λαλῆτε ὁ καθένας μὲ τὸν πλησίον του ἀλήθειαν, διότι συγκροτοῦμεν ὅλοι ἕνα σῶμα καὶ εἵμεθα μέλῃ ὁ ἔνας τοῦ ἄλλου (πῶς δὲ εἶναι δυνατὸν τὰ μέλη τοῦ αὐτοῦ σώματος νὰ ἐξαπατοῦν καὶ νὰ ἐπιβουλεύωνται τὸ ἕνα τὸ ἄλλο;). 26ὀργίζεσθε καὶ μὴ ἁμαρτάνετε· ὁ ἥλιος μὴ ἐπιδυέτω ἐπὶ τῷ παροργισμῷ ὑμῶν, 26<Ὀργίζεσθε, ὄχι ὅταν θίγεται ὁ ἐγωϊσμὸς σας καὶ τὸ συμφέρον σας, ἀλλὰ ὅταν διαβάλλεται ὁ Θεὸς καὶ ἡ ἀλλήθεια του, ὁπότε ἡ ὀργὴ σας θὰ ἔχῃ ἱερὸν κίνητρον, θὰ στρέφεται κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ δὲν θὰ ἀποτελῇ ἁμαρτίαν>. Ἐὰν ὅμως συμβ᾿ καὶ ἐξοργισθῆτε μεταξὺ σας, ἂς μὴ προφθάσῃ νὰ δύσῃ ὁ ἥλιος, πρὶν συμφιλιωθῆτε. 27μηδὲ δίδοτε τόπον τῷ διαβόλῳ. 27Καὶ μὴ δίδετε τόπον καὶ εὐκαιρίαν εἰς τὸν διάβολον, νὰ εἰσχωρὴ μεταξὺ σας. 28ὁ κλέπτων μηκέτι κλεπτέτω, μᾶλλον δὲ κοπιάτω ἐργαζόμενος τὸ ἀγαθὸν ταῖς χερσίν, ἵνα ἔχῃ μεταδιδόναι τῷ χρείαν ἔχοντι. 28Ἐκεῖνος ποὺ ἔκλεπτε, ἂς μὴ κλέπτῃ πλέον, ἀλλὰ πρέπει νὰ κοπιάζῃ περισσότερον καὶ νὰ ἐργάζεται μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια τὸ ἔντιμον ἔργον του, ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ μεταδίδῃ καὶ εἰς ἐκεῖνον, ποὺ εὑρίσκεται εἰς ἀνάγκην. 29πᾶς λόγος σαπρὸς ἐκ τοῦ στόματος ὑμῶν μὴ ἐκπορευέσθω, ἀλλ᾿ εἴ τις ἀγαθὸς πρὸς οἰκοδομὴν τῆς χρείας, ἵνα δῷ χάριν τοῖς ἀκούουσι. 29Κάθε ρυπαρὸς λόγος ἂς μὴ βγαίνῃ ποτὲ ἀπὸ τὸ στόμα σας, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως νὰ βγαίνῃ κάθε καλὸς λόγος, κατάλληλος νὰ θεραπεύῃ καὶ νὰ οἰκοδομῇ τὴν παρουσιαζομένην ἀνάγκην, διὰ νὰ δώσῃ χάριν εἰς αὐτούς ποὺ τὸν ἀκούουν. 30καὶ μὴ λυπεῖτε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον τοῦ Θεοῦ, ἐν ᾧ ἐσφραγίσθητε εἰς ἡμέραν ἀπολυτρώσεως. 30Καὶ μὴ λυπεῖτε μὲ τὰ ἀπρεπῆ λόγια σας τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸ ὁποῖον ἔχετε σφραγισθῆ καὶ προορισθῆ, διὰ νὰ λάβετε τὴν πλήρη ἀπολύτρωσιν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δευτέρας παρουσίας. 31πᾶσα πικρία καὶ θυμὸς καὶ ὀργὴ καὶ κραυγὴ καὶ βλασφημία ἀρθήτω ἀφ᾿ ὑμῶν σὺν πάσῃ κακίᾳ. 31Κάθε ἐσωτερικὴ πικρία ἐναντίον τοῦ ἄλλου καὶ θυμὸς καὶ ὀργὴ καὶ θυμώδης ξεφωνητὰ καὶ ὕβρις ἐναντίον τοῦ πλησίον ἂς φύγῃ καὶ ἂς λείψῃ ἐντελῶς ἀπὸ σᾶς, ὅπως καὶ κάθε ἄλλη κακοβουλία καὶ κακοτροπία εἰς βάρος τοῦ ἄλλου. 32γίνεσθε δὲ εἰς ἀλλήλους χρηστοί, εὔσπλαγχνοι, χαριζόμενοι ἑαυτοῖς καθὼς καὶ ὁ Θεὸς ἐν Χριστῷ ἐχαρίσατο ὑμῖν. 32Νὰ γίνεσθε δὲ ἀγαθοὶ καὶ εὐεργετικοὶ μεταξὺ σας, εὔσπλαγχνοι καὶ συμπονετικοί, συγχωροῦντες ὁ ἔνας τὸν ἄλλον, ὅπως καὶ ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Χριστοῦ μᾶς ἔχει συγχωρήσει.

Τέλος του Δ΄ κεφαλαίου Κεφάλαιον Ε΄ →
Σελίδα από · στίχοι