Πρὸς Τιμόθεον Α΄
Φροντίδες για διάφορες κατηγορίες πιστών1Πρεσβυτέρῳ μὴ ἐπιπλήξῃς, ἀλλὰ παρακάλει ὡς πατέρα, νεωτέρους ὡς ἀδελφούς, 1Μὴ ἐπιπλήξῃς, καὶ μάλιστα μὲ ἀπότομον τρόπον, γεροντότερον, ἀλλὰ νὰ τὸν προτρέπῃς καὶ νὰ τὸν παρηγορῆς σὰν πατέρα, τοὺς δὲ νεωτέρους κατὰ τὴν ἡλικίαν νὰ τοὺς συμβουλεύῃς καὶ νὰ τοὺς καθοδηγῇς σὰν ἀδελφούς. 2πρεσβυτέρας ὡς μητέρας, νεωτέρας ὡς ἀδελφὰς ἐν πάσῃ ἁγνείᾳ. 2Τὰς ἠλικιωμένας νὰ τὰς προτρέπῃς καὶ ἐνθαρρύνῃς σὰν μητέρας, τὰς νεωτέρας κατὰ τὴν ἡλικίαν νὰ τὰς νουθετῇς σὰν ἀδελφάς, κρατῶν τὸν εὐατόν σου εἰς πᾶσαν ἁγνότητα καὶ καθαρώτητα. 3Χήρας τίμα τὰς ὄντως χήρας. 3Νὰ τιμᾷς καὶ νὰ ὑπολήπτεσαι τὰς χήρας, τὰς πραγματικὰς χήρας, αὐτὰς αἱ ὁποῖαι ζοῦν μὲ σεμνότητα καὶ σωφροσύνην. 4εἰ δέ τις χήρα τέκνα ἢ ἔκγονα ἔχει, μανθανέτωσαν πρῶτον τὸν ἴδιον οἶκον εὐσεβεῖν καὶ ἀμοιβὰς ἀποδιδόναι τοῖς προγόνοις· τοῦτο γάρ ἐστι καλὸν καὶ ἀπόδεκτον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 4Ἐὰν δὲ καμμιὰ χήρα ἔχῃ παιδιά ἢ ἐγγόνια, ἂς μανθάνουν αὐτὰ νὰ σέβωνται πρῶτον τὴν οἰκογένειάν των καὶ νὰ ἀνταποδίδουν ἀμοιβὰς εἰς τοὺς προγόνους των, ἀπέναντι τῶν ὅσων ἔλαβαν ἀπὸ αὐτούς, ὅταν ὡς παιδιά εἴχαν ἀνάγκην διατροφῆς καὶ περιποιήσεως· διότι αὐτὸ εἶναι καλὸν καὶ εὐάρεστον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. 5ἡ δὲ ὄντως χήρα καὶ μεμονωμένη ἤλπικεν ἐπὶ Θεὸν καὶ προσμένει ταῖς δεήσεσι καὶ ταῖς προσευχαῖς νυκτὸς καὶ ἡμέρας· 5Ἡ δὲ πραγματικὴ χήρα, ἡ ἁγνὴ καὶ σεμνή, ἡ ὁποία μένει ἀπολύτως μονή, χωρὶς συγγενεῖς ἢ ἀπογόνους, ἔχει ἀναθέσει ὅλας τὰς ἐλπίδας της εἰς τὸν Θεὸν καὶ ἀφιερώνει τὰς ἡμέρας καὶ τὰς νύκτας της εἰς δεήσεις καὶ προσευχάς. 6ἡ δὲ σπαταλῶσα ζῶσα τέθνηκε. 6Ἡ χήρα ὅμως ποὺ ζῇ ἕνα σπάταλον καὶ τρυφηλὸν βίον, καίτοι ζῇ ἕνα σωματικῶς, ἔχει ἐν τούτοις ἀποθάνει πνευματικῶς ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν της. 7καὶ ταῦτα παράγγελλε, ἵνα ἀνεπίληπτοι ὦσιν. 7Καὶ αὐτὰ νὰ παραγγέλλῃς καὶ νὰ συμβουλεύῃς εἰς τὰς χήρας, διὰ νὰ εἶναι ἄμεμπτοι καὶ ἀκατηγόρητοι. 8εἰ δέ τις τῶν ἰδίων καὶ μάλιστα τῶν οἰκείων οὐ προνοεῖ, τὴν πίστιν ἤρνηται καὶ ἔστιν ἀπίστου χείρων. 8Ἐὰν δὲ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμα λόγον ἀνωτέρω, δὲν φροντίζῃ καὶ δὲν λαμβάνῃ πρόνοιαν διὰ τοὺς ἰδικοὺς του ἀνθρώπους καὶ μάλιστα τοὺς οἰκιακούς του, ἔχει ἀρνηθῆ τὴν πίστιν καὶ εἶναι χειρότερος ἀπὸ τὸν ἄπιστον, (ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους ἠμπορεῖ νὰ ἐνδιαφέρεται διὰ τοὺς οἰκιακοὺς του). 9Χήρα καταλεγέσθω μὴ ἔλαττον ἐτῶν ἑξήκοντα γεγονυῖα, ἑνὸς ἀνδρὸς γυνή, 9Χήρα ἂς κατατάσσεται εἰς τὴν τάξιν τῶν χηρῶν, διὰ νὰ διακονῇ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ἐφ᾿ ὅσον δὲν εἶναι μικροτέρα τῶν ἐξήντα ἐτῶν καὶ ἔχει ὑπάρξει σύζυγος ἑνὸς μόνον ἀνδρός, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἔλθει εἰς δεύτερον γάμον. 10ἐν ἔργοις καλοῖς μαρτυρουμένη, εἰ ἐτεκνοτρόφησεν, εἰ ἐξενοδόχησεν, εἰ ἁγίων πόδας ἔνιψεν, εἰ θλιβομένοις ἐπήρκεσεν, εἰ παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ ἐπηκολούθησε. 10Πρέπει δὲ νὰ ἔχῃ ἐκ μέρους τῶν ἄλλων καὶ τὴν καλὴν μαρτυρίαν διὰ τὰ καλὰ της ἔργα· ἐὰν δηλαδὴ ἔθρεψε καὶ ἀνέθρεψε μὲ ἐπιμέλειαν τὰ τέκνα της, ἐὰν ἐφιλοξένησε μὲ προθυμίαν καὶ χωρὶς νὰ λυπηθῇ ἔξοδα ἀνθρώπους, ποὺ δὲν εἴχαν ποὺ νὰ μείνουν, ἐὰν ἔπλυνε τὰ πόδια τῶν Χριστιανῶν ποὺ ἤρχοντο ἀπὸ ὁδοιπορίαν, ἐὰν ἐπροθυμοποιήθη νὰ βοηθήσῃ τοὺς θλιβομένους, ἐὰν κατὰ τὸ μέτρον τῶν δυνάμεών της ἐπεδίωξε κάθε ἔργον καλωσύνης. 11νεωτέρας δὲ χήρας παραιτοῦ· ὅταν γὰρ καταστρηνιάσωσι τοῦ Χριστοῦ, γαμεῖν θέλουσιν, 11Νεωτέρας ὅμως χήρας νὰ μὴ τὰς δέχεσαι εἰς τὴν τάξιν τῶν διακονισσῶν, διότι ὅταν κυριευθοῦν ἀπὸ ἐπιθυμίας καὶ πόθους σαρκικῆς ζωῆς, ἀφανίζεται ἡ ἀγάπη των πρὸς τὸν Χριστὸν καὶ θέλουν νὰ ὑπανδρευθοῦν. 12ἔχουσαι κρίμα ὅτι τὴν πρώτην πίστιν ἠθέτησαν· 12Αὐταὶ δὲ ἐπωμίζονται εὐθύνην καὶ καταδίκην, διότι τὴν πρώτην αὐτῶν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ μένουν πισταὶ εἰς τὸν Χριστόν, τὴν κατεπάτησαν. 13ἅμα δὲ καὶ ἀργαὶ μανθάνουσι περιερχόμεναι τὰς οἰκίας, οὐ μόνον δὲ ἀργαὶ, ἀλλὰ καὶ φλύαροι καὶ περίεργοι, λαλοῦσαι τὰ μὴ δέοντα. 13Συγχρόνως δὲ αἱ νεώτεραι αὐταὶ χῆραι μανθάνουν νὰ εἶναι ἀργαὶ καὶ νὰ περιέρχωνται τὰ διάφορα σπίτια. Καὶ εἶναι ὄχι μόνον ἀργαί, ἀλλὰ καὶ φλύαροι καὶ περίεργοι, λέγουσαι ἐκεῖνά ποὺ δὲν πρέπει. 14βούλομαι οὖν νεωτέρας γαμεῖν, τεκνογονεῖν, οἰκοδεσποτεῖν, μηδεμίαν ἀφορμὴν διδόναι τῷ ἀντικειμένῳ λοιδορίας χάριν. 14Πρὸς ἀποφυγήν, λοιπόν, αὐτῶν τῶν κινδύνων, θέλω αἱ νεώτεραι χῆραι νὰ ὑπανδρεύωνται, νὰ ἀποκτον καὶ νὰ τρέφουν τὰ παιδιά των, νὰ γίνωνται καλαὶ νοικοκυραί, ὥστε νὰ μὴ δίδουν καμμίαν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἐχθρὸν τῆς πίστεως, νὰ ἐμπαίζῃ αὐτὰς καὶ τὴν πίστιν μας. 15ἤδη γάρ τινες ἐξετράπησαν ὀπίσω τοῦ σατανᾶ. 15Διότι, καὶ τώρα πού σοῦ γράφω αὐτά, μερικαὶ παρεξετράπησαν εἰς ἁμαρτωλὴν ζωὴν ὀπίσω ἀπὸ τὸν σατανᾶ. 16εἴ τις πιστὸς ἢ πιστὴ ἔχει χήρας, ἐπαρκείτω αὐταῖς, καὶ μὴ βαρείσθω ἡ ἐκκλησία, ἵνα ταῖς ὄντως χήραις ἐπαρκέσῃ. 16Ἐὰν κανεὶς πιστὸς ἡ καμμιὰ πιστὴ ἔχῃ εἰς τὸ σπίτι του πτωχὰς καὶ ἐναρέτους χήρας, νὰ παρέχῃ εἰς αὐτὰς ὅ,τι χρειάζεται διὰ τὴν συντήρησίν των καὶ ἂς μὴ ἐπιβαρύνεται ἡ Ἐκκλησία, διὰ νὰ βοηθῇ ἅλλας πραγματικὰς καὶ ἀπροστατεύτους χήρας. 17Οἱ καλῶς προεστῶτες πρεσβύτεροι διπλῆς τιμῆς ἀξιούσθωσαν, μάλιστα οἱ κοπιῶντες ἐν λόγῳ καὶ διδασκαλίᾳ· 17Οἱ πρεσβύτεροι, οἱ ὁποῖοι προΐστανται κατὰ τρόπον καλὸν καὶ φροντίζουν καὶ κοπιάζουν διὰ τὸ ποίμνιόν των, ἂς κρίνωνται ἄξιοι μεγαλυτέρας ἀμοιβῆς, μάλιστα δὲ ἐκεῖνοι ποὺ κοπιάζουν εἰς τὸ κήρυγμα καὶ τὴν διδασκαλίαν. 18λέγει γὰρ ἡ γραφή· βοῦν ἀλοῶντα οὐ φιμώσεις. καί· ἄξιος ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ. 18Διότι καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ λέγει· <δὲν θὰ δέσης καὶ δὲν θὰ κλείσῃς τὸ στόμα τοῦ βωδιοῦ, ποὺ ἁλωνίζει>· καὶ <ὁ ἐργάτης εἶναι ἄξιος τοῦ μισθοῦ του>. 19κατὰ πρεσβυτέρου κατηγορίαν μὴ παραδέχου, ἐκτὸς εἰ μὴ ἐπὶ δύο ἢ τριῶν μαρτύρων. 19Μὴ δέχεσαι καὶ νὴν υἱοθετῇς κατηγορίαν ἐναντίον πρεσβυτέρου, παρὰ μόνον ὅταν ἐπιβεβαιώνεται μὲ τὴν μαρτυρίαν δύο ἢ τριῶν μαρτύρων. 20τοὺς ἁμαρτάνοντας ἐνώπιον πάντων ἔλεγχε, ἵνα καὶ οἱ λοιποὶ φόβον ἔχωσι. 20Αὐτούς ποὺ συνεχῶς ἁμαρτάνουν, χωρὶς νὰ ἔχουν προθυμίαν διορθώσεως, νὰ τοὺς ἐλέγχῃς ἐνώπιον ὅλων, διὰ νὰ ἔχουν καὶ οἱ ἄλλοι φόβον. 21διαμαρτύρομαι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἐκλεκτῶν ἀγγέλων, ἵνα ταῦτα φυλάξῃς, χωρὶς προκρίματος μηδὲν ποιῶν κατὰ πρόσκλισιν. 21Σὲ ἐξορκίζω ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἐκλεκτῶν ἀγγέλων νὰ φυλάξῃς αὐτά, πού σοῦ γράφω χωρὶς καμμίαν προκατάληψιν καὶ χωρὶς νὰ κάμνῃς τίποτε κινούμενος ἀπὸ εὐμενῇ προδιάθεσιν τῆς καρδίας σου πρὸς τοὺς πταίστας. 22χεῖρας ταχέως μηδενὶ ἐπιτίθει, μηδὲ κοινώνει ἁμαρτίαις ἀλλοτρίαις· σεαυτὸν ἁγνὸν τήρει. 22Νὰ μὴ ἀπλώνῃς ταχέως καὶ χωρὶς προηγουμένην ἐξέτασιν τὰ χέρια σου, διὰ νὰ χειροτονήσῃς κάποιον οὔτε νὰ συμμετέχῃς καὶ νὰ ἀναλαμβάνῃς εὐθύνην εἰς ξένας ἁμαρτίας, εἰς ἁμαρτίας δηλαδὴ τὰς ὁποίας πιθανὸν νὰ διαπράξῃ ὁ χειροτονηθεὶς ἀναξίως· φύλαττε τὸν εὐατόν σου ἁγνὸν ἀπὸ ὅλα. 23Μηκέτι ὑδροπότει, ἀλλ᾿ οἴνῳ ὀλίγῳ χρῶ διὰ τὸν στόμαχόν σου καὶ τὰς πυκνάς σου ἀσθενείας. 23Νὰ μὴ πίνῃς πλέον νερὸ κατὰ τὸ φαγητόν σου, ἀλλὰ νὰ χρησιμοποιῇς καὶ ὀλίγον οἶνον διὰ τὸ στομάχι σου καὶ διὰ τὰς συχνὰς ἀσθενείας σου. 24Τινῶν ἀνθρώπων αἱ ἁμαρτίαι πρόδηλοί εἰσι, προάγουσαι εἰς κρίσιν, τισὶ δὲ καὶ ἐπακολουθοῦσιν· 24Μερικῶν ἀνθρώπων αἱ ἁμαρτίαι εἶναι ὁλοφάνεροι, ὥστε νὰ ὑποβοηθοῦν εἰς τὴν ὀρθὴν κρίσιν περὶ αὐτῶν. Εἰς μερικοὺς ὅμως ἀποκαλύπτονται κατόπιν. (Πρόσεχε, λοιπόν, νὰ μὴ χειροτονῇς κάτι τέτοιους ἀνθρώπους). 25ὡσαύτως καὶ τὰ καλὰ ἔργα πρόδηλά ἐστι, καὶ τὰ ἄλλως ἔχοντα κρυβῆναι οὐ δύνανται. 25Καὶ τὰ καλὰ ἐπίσης ἔργα εἶναι ὁλοφάνερα καὶ τὰ κακὰ ἔργα, ποὺ προσπαθοῦν οἱ πονηροὶ νὰ τὰ ἀποκρύψουν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνουν κρυμένα. Θὰ τὰ φανερώσῃ ὁ Θεός.