Πρὸς Τιμόθεον Α΄
Οι λειτουργοί της εκκλησίας1Πιστὸς ὁ λόγος· εἴ τις ἐπισκοπῆς ὀρέγεται, καλοῦ ἔργου ἐπιθυμεῖ. 1Ἀξιόπιστος καὶ ἀληθινὸς εἶναι ὁ λόγος, ποὺ θὰ σᾶς πῶ· ἐὰν κανεὶς ἐπιθυμῇ πολὺ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐπισκόπου, καλὸν ἔργον ἐπιθυμεῖ (ἐφ ὅσον πράγματι ποθεὶ τὸ ἔργον τοῦ ὑψίστου τούτου λειτουργήματος καὶ ὄχι τὴν τιμὴν τοῦ ἀξιώματος). 2Δεῖ οὖν τὸν ἐπίσκοπον ἀνεπίληπτον εἶναι, μιᾶς γυναικὸς ἄνδρα, νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν, 2Ἀλλ᾿ ἂς ἔχῃ ὑπ᾿ ὄψιν του, ὅτι τὸ καλὸν ἔργον ταιριάζει εἰς ἐκλεκτοὺς ἀνθρώπους. Πρέπει, λοιπόν, ὁ ἐπίσκοπος νὰ εἶναι ἄμεμπτος καὶ ἀκατηγόρητος· νὰ εἶναι, σύζυγος μιᾶς μόνης γυναικὸς καὶ νὰ μὴν ἔχῃ συνάψει δεύτερον γάμον· νὰ εἶναι ἐγκρατὴς καὶ προσεκτικός, σώφρων, σεμνός, φιλόξενος, ἱκανὸς νὰ διδάσκῃ τοὺς ἄλλους τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ· 3μὴ πάροινον, μὴ πλήκτην, μὴ αἰσχροκερδῆ, ἀλλ᾿ ἐπιεικῆ, ἄμαχον, ἀφιλάργυρον, 3νὰ μὴ εἶναι μέθυσος καὶ ὀργίλος, νὰ μὴ ἐκτρέπεται εἰς χειροδικίας, νὰ μὴ εἶναι αἰσχροκερδής, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἐπιεικής, ἀφιλόνεικος καὶ φιλειρηνικός, ἀφιλάργυρος. 4τοῦ ἰδίου οἴκου καλῶς προϊστάμενον, τέκνα ἔχοντα ἐν ὑποταγῇ μετὰ πάσης σεμνότητος· 4Νὰ προΐσταται δὲ καὶ νὰ κυβερνᾷ μὲ σύνεσιν τὸ σπίτι του, νὰ ἔχῃ τέκνα καλῶς παιδαγωγημένα, ὥστε νὰ ὑποτάσσωνται μὲ κάθε σεμνότητα. 5- εἰ δέ τις τοῦ ἰδίου οἴκου προστῆναι οὐκ οἶδε, πῶς ἐκκλησίας Θεοῦ ἐπιμελήσεται; - 5Ἐὰν δὲ κανεὶς δὲν γνωρίζῃ νὰ κυβερνᾷ καλὰ τὸ σπίτι του, πῶς θὰ ἐνδιαφερθῇ καὶ θὰ φροντίσῃ ὀρθῶς διὰ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ; 6μὴ νεόφυτον, ἵνα μὴ τυφωθεὶς εἰς κρίμα ἐμπέσῃ τοῦ διαβόλου. 6Πρέπει ἀκόμη νὰ μὴν εἶναι νεοφώτιστος καὶ νεοπροσήλυτος εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ μὴν ὑπερηφανευθῇ ἀπὸ τὸ ἀξίωμα καὶ πέσῃ ἔτσι εἰς τὴν ἰδίαν καταδίκην, ποὺ ἔπεσε διὰ τὴν ἀλαζονείαν του ὁ διάβολος. 7δεῖ δὲ αὐτὸν καὶ μαρτυρίαν καλὴν ἔχειν ἀπὸ τῶν ἔξωθεν, ἵνα μὴ εἰς ὀνειδισμὸν ἐμπέσῃ καὶ παγίδα τοῦ διαβόλου. 7Πρέπει δέ, ἐκτὸς αὐτῶν ποὺ εἴπαμεν ἀνωτέρω, νὰ ἔχῃ καὶ καλὴν μαρτυρίαν περὶ τῆς ἀμέμπτου ζωῆς του ἀπὸ τοὺς ἔξω τῆς Ἐκκλησίας ἀνθρώπους, διὰ νὰ μὴ περιπέσῃ εἰς τὸν περίγελων καὶ τὸν χλευασμὸν τῶν ἀνθρώπων καὶ συλληφθῇ ἔτσι εἰς τὴν παγίδα τοῦ διαβόλου. 8Διακόνους ὡσαύτως σεμνούς, μὴ διλόγους, μὴ οἴνῳ πολλῷ προσέχοντας, μὴ αἰσχροκερδεῖς, 8Ἐπίσης οἱ διάκονοι πρέπει νὰ εἶναι σεμνοί, ὄχι διπλοπρόσωποι ποὺ διὰ λόγους καλακείας ἢ συμφέροντος ἄλλα νὰ λέγουν εἰς τὸν ἕνα καὶ ἄλλα εἰς τὸν ἄλλον. Νὰ μὴ δίνουν τὴν καρδιά τους εἰς τὸ πολὺ κρασί, νὰ μὴ εἶναι αἰσχροκερδεῖς· 9ἔχοντας τὸ μυστήριον τῆς πίστεως ἐν καθαρᾷ συνειδήσει. 9νὰ γνωρίζουν καὶ νὰ κρατοῦν καλὰ τὰς μυστηριώδεις ἀληθείας τῆς πίστεως μὲ καθαρὰν καὶ ἀμόλυντον τὴν συνείδησιν, μὲ βίον δηλαδὴ ἄμεμπτον. 10καὶ οὗτοι δὲ δοκιμαζέσθωσαν πρῶτον, εἶτα διακονείτωσαν ἀνέγκλητοι ὄντες. 10Καὶ αὐτοὶ θὰ ἐξετάζωνται προηγουμένως καὶ θὰ ἐξελέγχωνται μὲ προσοχὴν καὶ ἔπειτα θὰ ἀναλαμβάνουν τὸ ἔργον τῆς διακονίας, ἐφ᾿ ὅσον πράγματι ἀποδειχθοῦν, ὅτι εἶναι ἄμεμπτοι καὶ ἀκέραιοι. 11γυναῖκας ὡσαύτως σεμνάς, μὴ διαβόλους, νηφαλίους, πιστὰς ἐν πᾶσι. 11Αἱ δὲ διακόνισσαι ἐπίσης πρέπει νὰ εἶναι σεμναί, ἀπηλλαγμέναι ἀπὸ τὸ πάθος τῆς κακολογίας, καὶ συκοφαντίας, ἐγκρατεῖς καὶ προσεκτικαί, πισταὶ εἰς ὅλα τὰ καθήκοντα των. 12διάκονοι ἔστωσαν μιᾶς γυναικὸς ἄνδρες, τέκνων καλῶς προϊστάμενοι καὶ τῶν ἰδίων οἴκων. 12Οἱ διάκονοι ἂς εἶναι σύζυγοι μιᾷ γυναικὸς καὶ νὰ μὴν ἔχουν ἔλθει εἰς δεύτερον γάμον· νὰ προΐστανται καὶ νὰ παιδαγωγοῦν καλῶς τὰ παιδιά των καὶ ὅλην των τὴν οἰκογένειαν. 13οἱ γὰρ καλῶς διακονήσαντες βαθμὸν ἑαυτοῖς καλὸν περιποιοῦνται καὶ πολλὴν παῤῥησίαν ἐν πίστει τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. 13Διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μὲ σύνεσιν καὶ φόβον Θεοῦ διηκόνησαν καλῶς καὶ διακονοῦν, ἀποκτοῦν καλὸν βαθμόν, προάγονται δηλαδὴ εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ ἀρχιερέως· ἐπὶ πλέον δὲ ἀποκτοῦν τόλμην καὶ θάρρος νὰ ὁμολογοῦν καὶ νὰ κηρύττουν τὴν πίστιν εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν. Το μεγάλο μυστήριο14Ταῦτά σοι γράφω ἐλπίζων ἐλθεῖν πρός σε τάχιον· 14Σοῦ τὰ γράφω αὐτὰ ἔχων τὴν ἐλπίδα, ὅτι σύντομα θὰ ἔλθω εἰς σέ, διὰ νά σοῦ πῶ καὶ προφορικῶς περισσότερα. 15ἐὰν δὲ βραδύνω, ἵνα εἰδῇς πῶς δεῖ ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἀναστρέφεσθαι, ἥτις ἐστὶν ἐκκλησία Θεοῦ ζῶντος, στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας. 15Ἐὰν ὅμως ἀργοπορήσω, σοῦ τὰ γράφω διὰ νὰ γνωρίζῃς πῶς πρέπει νὰ ζῇς καὶ νὰ φέρεσαι εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος οἶκος εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. (Εἶναι αὐτῇ θεοσύστατος, ζῶν ὀργανισμὸς ἐπὶ ἀσαλεύτου βάσεως ἐδραιωμένος, φορεὺς τῆς αἰωνίου θείας ἀληθείας. Θεμέλιος λίθος καὶ κεφαλὴ της εἶναι ὁ Χριστός, πλήρωμα δὲ αὐτῆς οἱ πιστοί, κλῆρος καὶ λαός). Καὶ ἡ Ἐκκλησία αὐτῇ εἶναι στῦλος καὶ στερεὸν θεμέλιον τῆς ἀληθείας. 16καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ. 16Καὶ πράγματι εἶναι μεγάλο τὸ μυστήριον τῆς εὐσεβείας, ὅπως μᾶς τὸ ἐδίδαξεν ὁ Κύριος. Ὁ Θεὸς ἐφανερώθη μὲ σάρκα ἀνθρωπίνην ἐν μέσῳ τῶν ἀνθρώπων, ἐμαρτυρήθη μὲ τὰ καταπληκτικὰ σημεῖα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὡς ὁ ἀπόλυτα ἀναμάρτητος καὶ δίκαιος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἔγινεν ὁρατὸς ὡς ἄνθρωπος ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ἐκηρύχθη μεταξὺ τῶν ἐθνικῶν, ἐπιστεύθη εἰς τὸν κόσμον ὡς σωτὴρ τοῦ κόσμου, ἀνελήφθη εἰς τοὺς οὐρανοὺς μὲ δόξαν.