Πρὸς Τιμόθεον Α΄
Οδηγίες για την προσευχή και την λατρεία1Παρακαλῶ οὖν πρῶτον πάντων ποιεῖσθαι δεήσεις, προσευχάς, ἐντεύξεις, εὐχαριστίας, ὑπὲρ πάντων ἀνθρώπων, 1Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν, καὶ σᾶς προτρέπω πρῶτον ἀπὸ ὅλα νὰ κάμνετε δεήσεις, προσευχάς, παρακλήσεις, εὐχαριστίας δι᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, 2ὑπὲρ βασιλέων καὶ πάντων τῶν ἐν ὑπεροχῇ ὄντων, ἵνα ἤρεμον καὶ ἡσύχιον βίον διάγωμεν ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι. 2διὰ τοὺς βασιλεῖς καὶ δι᾿ ὅλους ἐκείνους ποὺ κατέχουν ἀξιώματα καὶ θέσεις μέσα εἰς τὴν κοινωνίαν, ὥστε νὰ τοὺς φωτίζῃ ὁ Θεὸς νὰ κυβερνοῦν μὲ σύνεσιν, διὰ νὰ διερχώμεθα τὸν βίον μας εἰρηνικὸν καὶ ἥσυχον μὲ κάθε εὐσέβειαν καὶ σεμνότητα. 3τοῦτο γὰρ καλὸν καὶ ἀπόδεκτον ἐνώπιον τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ, 3Διότι τὸ νὰ προσευχώμεθα διὰ τὴν πρόοδον καὶ τὴν σωτηρίαν τῶν ἄλλων, αὐτὸ εἶναι καλόν, εὐάρεστον καὶ εὐπρόσδεκτον ἐνώπιον τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ, 4ὃς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν. 4ὁ ὁποῖος θέλει νὰ σωθοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, νὰ προχωρήσουν καὶ νὰ λάβουν πλήρη καὶ καθαρὰν γνῶσιν τῆς ἀληθείας (διὰ νὰ βαδίσουν ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τὰς πλάνας εἰς τὸν δρόμον τῆς σωτηρίας). 5εἷς γὰρ Θεός, εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς Ἰησοῦς, 5Διότι ἔνας εἶναι ὁ Θεός, Θεὸς ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ἀνθρώπων, ἔνας εἶναι καὶ ὁ μεσίτης ματαξὺ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔγινεν ἄνθρωπος 6ὁ δοὺς ἑαυτὸν ἀντίλυτρον ὑπὲρ πάντων, τὸ μαρτύριον καιροῖς ἰδίοις, 6καὶ ἔδωκε τὸν ἑαυτὸν του λύτρον διὰ τὴν ἐξαγορὰν καὶ ἀπολύτρωσιν ὅλων ἀπὸ τὴν δουλείαν καὶ τὸν θάνατον τῆς ἁμαρτίας, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐπεμαρτυρήθη καὶ ἐπεβεβαιώθη ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιον εἰς τοὺς καθωρισμένους ἀπὸ τὸν Θεὸν καιρούς. 7εἰς ὃ ἐτέθην ἐγὼ κῆρυξ καὶ ἀπόστολος, - ἀλήθειαν λέγω ἐν Χριστῷ, οὐ ψεύδομαι, - διδάσκαλος ἐθνῶν ἐν πίστει καὶ ἀληθείᾳ. 7Δι᾿ αὐτὴν δὲ τὴν μαρτυρίαν καὶ διακήρυξιν ἔχω κληθῇ καὶ τεθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν κῆρυξ καὶ ἀπόστολος-σᾶς λέγω τὴν ἀλήθειαν ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, δὲν ψεύδομαι-διδάσκαλος τῶν ἐθνικῶν, διὰ νὰ τοὺς φανερώσω τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀλήθειαν. 8Βούλομαι οὖν προσεύχεσθαι τοὺς ἄνδρας ἐν παντὶ τόπῳ, ἐπαίροντας ὁσίους χεῖρας χωρὶς ὀργῆς καὶ διαλογισμοῦ. 8Θέλω, λοιπόν, νὰ προσεύχωνται οἱ ἄνδρες εἰς κάθε τόπον, νὰ ὑψώνουν πρὸς τὸν οὐρανὸν χέρια ἀμόλυντα ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ μὲ πλουσίους τοὺς καρποὺς τῆς ἀρετῆς, νὰ προσεύχωνται χωρὶς ὀργὴν καὶ χωρὶς καμμίαν ἀμφιβολίαν καὶ ὀλιγοπιστίαν. 9Ὡσαύτως καὶ γυναῖκας ἐν καταστολῇ κοσμίῳ, μετὰ αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κοσμεῖν ἑαυτάς, μὴ ἐν πλέγμασιν ἢ χρυσῷ ἢ μαργαρίταις ἢ ἱματισμῷ πολυτελεῖ, 9Ἐπίσης αἱ γυναῖκες πρέπει νὰ προσεύχωνται μὲ ἐνδυμασίαν σεμνήν, νὰ στολίζουν δὲ τὸν ἑαυτὸν των μὲ συστολὴν καὶ σεμνότητα καὶ σωφροσύνην καὶ ὄχι μὲ ἐξεζητημένα πλεξίματα τῶν μαλλιῶν ἢ μὲ χρυσᾶ κοσμήματα ἢ μὲ μαργαριτάρια ἢ μὲ πολυτελῆ ἐνδύματα, 10ἀλλ᾿ ὃ πρέπει γυναιξὶν ἐπαγγελλομέναις θεοσέβειαν, δι᾿ ἔργων ἀγαθῶν. 10ἀλλὰ μὲ ὅ,τι ταιριάζει εἰς γυναίκας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὡς ἔργον των τὴν εὐσέβειαν· δηλαδὴ τοὺς ταιριάζει νὰ στολίζωνται μὲ ἔργα ἀγαθά. 11Γυνὴ ἐν ἡσυχίᾳ μανθανέτω ἐν πάσῃ ὑποταγῇ· 11Ἡ γυναῖκα ἂς προσπαθῇ νὰ μαθαίνῃ τὴν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου μὲ ἡσυχίαν, χωρὶς νὰ ἐκτρέπεται εἰς πολυλογίας καὶ θορύβους, ἀλλὰ μὲ κάθε σεμνότητα καὶ ὑπακοήν. 12γυναικὶ δὲ διδάσκειν οὐκ ἐπιτρέπω, οὐδὲ αὐθεντεῖν ἀνδρός, ἀλλ᾿ εἶναι ἐν ἡσυχίᾳ. 12Δὲν ἐπιτρέπω δὲ εἰς τὴν γυναῖκα νὰ διδάσκῃ εἰς τὰς λατρευτικὰς συγκεντρώσεις τῶν πιστῶν, οὔτε νὰ κυριαρχῇ καὶ νὰ ἐξουσιάζῇ ἐπὶ τοῦ ἀνδρός, ἀλλὰ νὰ παραμένῃ ἥσυχος χωρὶς ἀντιρρήσεις καὶ θορύβους. 13Ἀδὰμ γὰρ πρῶτος ἐπλάσθη, εἶτα Εὔα· 13Ταιριάζει νὰ ὑποτάσσεται ἡ γυναῖκα, διότι ὁ Ἀδὰμ ἐπλάσθη πρῶτος καὶ ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸν ἐπλάσθη ἡ Εὔα. 14καὶ Ἀδὰμ οὐκ ἠπατήθη, ἡ δὲ γυνὴ ἀπατηθεῖσα ἐν παραβάσει γέγονε· 14Καὶ ὁ μὲν Ἀδὰμ δὲν ἠπατήθη ἀπὸ τὸν διάβολον, ἡ δὲ γυναῖκα ἐξηπατήθη ἀπὸ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πονηροῦ καὶ ἔπεσεν εἰς τὴν παράβασιν. 15σωθήσεται δὲ διὰ τῆς τεκνογονίας, ἐὰν μείνωσιν ἐν πίστει καὶ ἀγάπῃ καὶ ἁγιασμῷ μετὰ σωφροσύνης. 15Θα σωθῇ δὲ κάθε γυναῖκα διὰ τῆς τεκνογονίας, μὲ τὴν ἀπόκτησιν δηλαδὴ καὶ καλὴν ἀνατροφὴν τῶν τέκνων της, ἐὰν βέβαια μείνουν μέχρι τέλους εἰς τὴν πίστιν πρὸς τοὺς ἄνδρας των, εἰς τὴν ἀγάπην πρὸς αὐτοὺς καὶ εἰς τὸν ἁγιασμὸν μὲ τὴν σωφροσύνην καὶ τὴν ἁγνότητά των.