Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κείμενα
Είσοδος
Ελεύθερη ανάγνωση: η Αγία Γραφή είναι ανοιχτή σε όλους, χωρίς λογαριασμό. Με λογαριασμό έχετε πρόσβαση σε όλη τη βιβλιοθήκη. Σύνδεση
Καινὴ Διαθήκη · Ἐπιστολή

Πρὸς Κορινθίους Α΄

Κεφάλαιον Θ΄
Λειτουργία ανάγνωσης

Η ελευθερία του Παύλου: παραίτηση από δικαιώματα1-27

1Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; οὐχὶ Ἰησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; οὐ τὸ ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ;

Ἐγὼ δὲν εἷμαι Ἀπόστολος ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι; Δὲν εἷμαι ἐλεύθερος ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι Χριστιανοί; Δὲν ἔχω ἰδεῖ καὶ ἐγὼ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Κύριόν μας; Σεῖς οἱ Κορίνθιοι δὲν εἷσθε τὸ ἔργον μου, τὸ ὁποῖον μὲ τὴν χάριν τοῦ Κυρίου καὶ εἰς δόξαν τοῦ Κυρίου ἔχω πραγματοποιήσει;

Ανάγνωσμα · Κυρ. ΙΑ, 2-12

2εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμι· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ.

Ἐάν, ἔστω, δι᾿ ἄλλους ἀνθρώπους δὲν εἷμαι Ἀπόστολος, ἀλλὰ διὰ σᾶς ὀπωσδήποτε εἷμαι. Μαρτυρία καὶ ἀπόδειξις καὶ ἐπίσημος σφραγὶς τοῦ ἀποστολικοῦ μου ἀξιώματος καὶ ἔργου εἷσθε σεῖς μὲ τὴν χάριν τοῦ Κυρίου.

3ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί.

Ἡ ἀπολογία μου εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μοῦ κάνουν ἀνάκρισιν καὶ ἐρευνοῦν μὲ καχυποψίαν νὰ μάθουν, ἂν εἷμαι Ἀπόστολος, εἶναι αὐτῇ ἀκριβῶς, τὸ ἔργον ποὺ ἔχω κάμει εἰς σᾶς.

4Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πεῖν;

Καί, λοιπόν, μήπως ἐγὼ καὶ οἱ συνεργάται μου δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ φάγωμεν καὶ νὰ πίωμεν αὐτὰ ποὺ μᾶς προσφέρουν οἱ μαθηταὶ μας διὰ τὴν διατροφὴν μας;

5μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ Κηφᾶς;

Μήπως δὲν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς δικαίωμα νὰ ἔχωμεν μαζῆ μας ἀνὰ τὰς διαφόρους περιοδείας μας Χριστιανὴν ἀδελφήν, διὰ νὰ μᾶς ὑπηρετῇ, (ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ λεγόμενοι ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ ὁ Κηφᾶς;

6ἢ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι;

῍Η μόνος ἐγὼ καὶ ὁ Βαρνάβας δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐργαζώμεθα βιοποριστικὸν ἔργον, (ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι) καὶ νὰ ζῶμεν ἀπὸ τὰ βοηθήματα, ποὺ μὲ ἀγάπην θὰ μᾶς προσφέρουν οἱ μαθηταὶ μας;

7τίς στρατεύεται ἰδίοις ὀψωνίοις ποτέ; τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; ἢ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς ποίμνης οὐκ ἐσθίει;

Σας ἐρωτῶ· ποιὸς ποτὲ στρατιώτης παίρνει μέρος εἰς μίαν ἐκστρατείαν, εἰς ἕνα πόλεμον καὶ πληρώνει ὁ ἴδιος τὴν τροφὴν καὶ τὸν ὁπλισμὸν του; Ποιὸς φυτεύει ἀμπέλι καὶ ἀπὸ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δὲν τρώγει; ῍Η ποιὸς βόσκει ποίμνιον καὶ δὲν τρώγει ἀπὸ τὸ γάλα τοῦ ποιμνίου; ( Ἡμεῖς οἱ Ἀπόστολοι εἵμεθα καὶ στρατιῶται τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐργάται τοῦ ἀμπελῶνος του καὶ ποιμένες τῶν λογικῶν του προβάτων. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπόν· εἶναι λογικὸν καὶ νοητὸν νὰ μὴ τρεφώμεθα ἀπὸ τὸ ἔργον καὶ νοητὸν νὰ μὴ τρεφώμεθα ἀπὸ τὸ ἔργον μας;)

8Μὴ κατὰ ἄνθρωπον ταῦτα λαλῶ; ἢ οὐχὶ καὶ ὁ νόμος ταῦτα λέγει;

Ἀλλὰ μήπως αὐτὰ ποὺ σᾶς λέγω εἶναι παρμένα ἀπὸ τὰς συνηθείας τῶν ἀνθρώπων μόνο; ῍Η μήπως δὲν λέγει τὰ ἴδια καὶ ὁ μωσαϊκὸς Νόμος;

9ἐν γὰρ τῷ Μωϋσέως νόμῳ γέγραπται· οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα. μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ;

Διότι καὶ εἰς τὸν Νόμον τοῦ Μωϋσέως ἔχει γραφή· <δὲν θὰ βάλῃς φίμωτρον καὶ δὲν θὰ δέσῃς τὸ στόμα τοῦ βωδιού ποὺ ἁλωνίζει>· θὰ τοῦ τὸ ἀφήσης ἐλεύθερον νὰ τρώγῃ καὶ κάτι ἀπὸ τὰ στάχυα ποὺ ἁλωνίζει. Μήπως ὁ Θεὸς σὰν Νομοθέτης ἐνδιαφέρεται διὰ τὰ βόδια;

10ἢ δι᾿ ἡμᾶς πάντως λέγει; δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγράφη, ὅτι ἐπ᾿ ἐλπίδι ὀφείλει ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, καὶ ὁ ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ᾿ ἐλπίδι.

῍Η δὲν εἶναι λογικώτερον νὰ πιστεύσωμεν, μήπως δι᾿ ἡμᾶς πάντως δίδῃ αὐτὴν τὴν ἐντολήν; Ναὶ δι᾿ ἡμᾶς τὸ λέγει. Διότι δι᾿ ἡμᾶς τοὺς πνευματικοὺς ἐργάτας ἔχει γραφῆ εἰς τὸν Νόμον ὅτι ὁ γεωργὸς μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἀπολαύσῃ καὶ ὁ ἴδιος ἀπὸ τὴν ἐσοδείαν, ὀφείλει νὰ ὀργώνῃ καὶ νὰ καλλιεργῇ. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ γεμᾶτος ἐλπίδα ἁλωνίζει ὀφείλει νὰ μετέχῃ εἰς τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἀπολαύσῃ τοὺς καρποὺς τῶν κόπων του.

11Εἰ ἡμεῖς ὑμῖν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα εἰ ἡμεῖς ὑμῶν τὰ σαρκικὰ θερίσομεν;

Λοιπὸν καὶ ἡμεῖς οἱ πνευματικοὶ ἐργάται, ἐὰν ἐσπείραμεν εἰς σᾶς τὸν σπόρον τῆς θείας ἀληθείας καὶ σᾶς μετεδώσαμεν τὰς πνευματικὰς δωρεὰς τοῦ Θεοῦ, εἶναι μεγάλο καὶ παράδοξον πρᾶγμα, ἐὰν καὶ ἡμεῖς θερίσωμεν καὶ πάρωμεν πρὸς συντήρησιν μας μερικὰ ἀπὸ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ σας;

12εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν, οὐ μᾶλλον ἡμεῖς; ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν, ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ.

Ἐὰν ἄλλοι ἔχουν ἀπέναντί σας αὐτὸ τὸ δικαίωμα, νὰ τρέφωνται δηλαδὴ ἀπὸ σᾶς, δὲν πρέπει πολὺ περισσότερον νὰ τὸ ἔχωμεν ἡμεῖς; (Ποῖος ἀπὸ σᾶς καὶ ποῖος λογικὸς ἄνθρωπος θὰ πῇ ὄχι;). Καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς δὲν ἐκάμαμεν χρῆσιν αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων μας, ἀλλ᾿ ὑποφέρομεν ἀντιθέτως τὰ πάντα καὶ πεῖναν καὶ δίψαν καὶ γυμνότητα, διὰ νὰ μὴ δώσωμεν οὐδὲ τὴν παραμικροτέραν δυσκολίαν, οὒτε τὸ παραμικρότερον ἐμπόδιον εἰς τὴν ἀπρόσκοπον διάδοσιν τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.

13οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ τὰ ἱερὰ ἐργαζόμενοι ἐκ τοῦ ἱεροῦ ἐσθίουσιν, οἱ τῷ θυσιαστηρίῳ προσεδρεύοντες τῷ θυσιαστηρίῳ συμμερίζονται;

Δὲν γνωρίζετε, ὅτι αὐτοί ποὺ ὑπηρετοῦν εἰς τὸ ἱερὸν καὶ ὑποβοηθοῦν εἰς τὴν λατρείαν, ὅπως εἶναι οἱ Λευΐται, τρώγουν καὶ τρέφονται ἀπὸ ἐκεῖνα, ποῦ προσφέρονται ὡς θυσία εἰς τὸν ναόν; Οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς τῶν Ἑβραίων, οἱ ὁποῖοι μὲ ζῆλον ἐργάζονται κοντὰ εἰς τὸ θυσιαστήριον καὶ προσφέρουν τὰς θυσίας, δὲν μοιράζονται μαζῆ μὲ τὸ θυσιαστήριον τὰς θυσίας;

14οὕτω καὶ ὁ Κύριος διέταξε τοῖς τὸ εὐαγγέλιον καταγγέλλουσιν ἐκ τοῦ εὐαγγελίου ζῆν.

Ἔτσι καὶ τώρα ὁ Κύριος ἔδωσεν ἐντολὴν δι᾿ ἐκείνους, ποὺ κηρύττουν τὸ Εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας νὰ ζοῦν ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιον, δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς πιστούς, ποὺ δέχονται τὸ εὐαγγελικὸν κήρυγμα.

15ἐγὼ δὲ οὐδενὶ ἐχρησάμην τούτων. Οὐκ ἔγραψα δὲ ταῦτα ἵνα οὕτω γένηται ἐν ἐμοί· καλὸν γάρ μοι μᾶλλον ἀποθανεῖν ἤ τὸ καύχημά μου ἵνα τις κενώσῃ.

Ἐγὼ ὅμως δὲν ἔκαμα χρῆσιν κανενὸς ἀπὸ τὰ δικαιώματα αὐτά. Δὲν σᾶς τὰ ἔγραψα δὲ αὐτά, διὰ νὰ γίνεται ἔτσι ἀπ᾿ ἐδῶ καὶ πέρα καὶ εἰς ἐμέ, νά μου προσφέρωνται δηλαδὴ ἀπὸ σᾶς ὅσα χρειάζονται διὰ τὴν συντήρησίν μου. Διότι ἐγὼ προτιμῶ νὰ πεθάνω μᾶλλον ἀπὸ τὴν στέρησιν καὶ τὴν ταλαιπωρίαν ἐπάνω εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ Εὐαγγελίου, παρὰ νὰ κάμῃ κανεὶς κενὸν καὶ ἄνευ περιεχομένου τὸ καύχημά μου, τὸ ὅτι δηλαδὴ κηρύττω τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνω κανένα.

16ἐὰν γὰρ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστι μοι καύχημα· ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται· οὐαὶ δέ μοί ἐστιν ἐὰν μὴ εὐαγγελίζωμαι·

Μολονότι καὶ τὸ κηρύττω τὸ Εὐαγγέλιον δέν μοῦ δίδει κανένα δικαίωμα νὰ καυχῶμαι, διότι τὸ ἀποστολικὸν ἔργον εἶναι δι᾿ ἐμὲ ἀνάγκη καὶ ὑποχρέωσις, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος μὲ ἐτίμησε. Ἀλλοίμονόν μου δὲ ἐὰν δὲν ἐκπληρώσω αὐτὴν τὴν ἀποστολὴν καὶ παύσω νὰ κηρύττω τὸ Εὐαγγέλιον.

17εἰ γὰρ ἑκὼν τοῦτο πράσσω, μισθὸν ἔχω· εἰ δὲ ἄκων, οἰκονομίαν πεπίστευμαι.

Διότι ἐὰν κάμνω αὐτὸ τὸ ἔργον ἀπὸ ἰδικήν μου καλὴν διάθεσιν καὶ πρωτοβουλίαν, χωρὶς νά μο ἔχῃ δοθῇ ἀπὸ κανένα τέτοια ἐντολήν, τότε θὰ εἴχα τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶ μισθόν. Ἐὰν ὅμως τὸ κάμνω ὄχι ἀπὸ ἰδικήν μου πρωτοβουλίαν, ἀλλ᾿ ὡς ἐντολήν, τότε εἷμαι ἔνας οἰκονόμος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Κύριος ἔχει ἐμπιστευθῆ τὴν διαχείρησιν αὐτῆς τῆς πνευματικῆς ἐξουσίας.

18Τίς οὖν μοί ἐστιν ὁ μισθός; ἵνα εὐαγγελιζόμενος ἀδάπανον θήσω τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸ μὴ καταχρήσασθαι τῇ ἐξουσίᾳ μου ἐν τῷ εὐαγγελίῳ.

Ποῖος λοιπὸν εἶναι ὁ μισθός μου καὶ ἡ καύχησίς μου εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν; Εἶναι αὐτός· νὰ κηρύττω τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καὶ ὡς ἀνεκτίμητον ἀξίαν νὰ τὸ προσφέρω εἰς τοὺς ἀκροατάς μου, χωρὶς νὰ τοὺς ἐπιβαρύνω μὲ δαπάνας διὰ τὴν συντήρισίν μου· καὶ ἔτσι νὰ μὴ κάμνω καμμίαν ἀπολύτως χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, πού μοῦ δίδει αὐτὸ τοῦτο τὸ Εὐαγγέλιον.

Ανάγνωσμα · Παραμονή Φώτων Θ. Λειτουργία, 19-27

19Ἐλεύθερος γὰρ ὢν ἐκ πάντων πᾶσιν ἐμαυτὸν ἐδούλωσα, ἵνα τοὺς πλείονας κερδήσω·

Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ ἄλλας θυσίας ἔχω κάμει. Διότι ἂν καὶ ἤμουν ἐλεύθερος ἀπὸ ὅλους, χωρὶς κανένα κύριον ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου, ἐν τούτοις ἔκαμα τὸν ἑαυτόν μου δοῦλον εἰς ὅλους, διὰ νὰ κερδήσω εἰς τὸν Χριστὸν τοὺς περισσοτέρους.

20καὶ ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος, ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω· τοῖς ὑπὸ νόμον ὡς ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον κερδήσω·

Καὶ ἔγινα μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων σὰν Ἰουδαῖος, διὰ νὰ κερδήσω Ἰουδαίους· εἰς ἐκείνους ποὺ εὑρίσκοντο ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ μωσαϊκοὺ Νόμου ἔγινα σὰν νὰ ἤμουν καὶ ἐγὼ ὑπὸ Νόμον, διὰ νὰ κερδήσω τοὺς ὑπὸ Νόμον.

21τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μὴ ὢν ἄνομος Θεῷ ἀλλ᾿ ἔννομος Χριστῷ, ἵνα κερδήσω ἀνόμους·

Εἰς τοὺς ἐθνικούς ποὺ δὲν εἴχαν τὸν μωσαϊκὸν Νόμον, ἔγινα σὰν ἄνομος χωρὶς φυσικὰ ποτὲ νὰ παραβῶ νόμον Θεοῦ, ἀλλὰ ζῶν σύμφωνα μὲ τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ κερδήσω τοὺς ἀνόμους.

22ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής, ἵνα τοὺς ἀσθενεῖς κερδήσω· τοῖς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἵνα πάντως τινὰς σώσω.

Εἰς τοὺς ἀσθενεῖς κατὰ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀρετὴν Χριστιανοὺς ἔγινα κι᾿ ἐγὼ σὰν ἀσθενής, διὰ νὰ κερδήσω εἰς Χριστὸν τοὺς ἀσθενεῖς. Εἰς ὅλους ἔγινα τὰ πάντα, χωρὶς βέβαια νὰ παραβῶ ποτὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ σώσω μὲ κάθε τίμημα καὶ θυσίαν ἔστω καὶ μερικούς.

23Τοῦτο δὲ ποιῶ διὰ τὸ εὐαγγέλιον, ἵνα συγκοινωνὸς αὐτοῦ γένωμαι.

Αὐτὸ δὲ τὸ πράττω διὰ τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ γίνω καὶ ἐγὼ μαζῆ μὲ τοὺς ἄλλους πιστοὺς συμμέτοχος εἰς τὴν χάριν καὶ τὰς δωρεάς, ποὺ παρέχει.

24οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἐν σταδίῳ τρέχοντες πάντες μὲν τρέχουσιν, εἷς δὲ λαμβάνει τὸ βραβεῖον; οὕτω τρέχετε, ἵνα καταλάβητε.

Δὲν γνωρίζετε τί συμβαίνει μὲ αὐτοὺς ποὺ τρέχουν εἰς τὸ στάδιον; Ὅτι δηλαδὴ ὅλοι τρέχουν, ἔνας ὅμως παίρνει τὸ βραβεῖον; Ἔτσι καὶ σεῖς, νὰ τρέχετε μὲ ἐνθουσιασμὸν καὶ ἐπιμονὴν τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς, διὰ νὰ κερδήσετε ὅλοι, καὶ ὄχι ἔνας μόνον, τὸ βραβεῖον.

25πᾶς δὲ ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται, ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἵνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν, ἡμεῖς δὲ ἄφθαρτον,

Ἔχετε δὲ βέβαια ὑπ᾿ ὄψιν σας, ὅτι κάθε ἀθλητὴς ἐγκρατεύεται ἀπὸ ὅλα, φαγητά, ποτά, κ.λ.π. ἐκεῖνοι μὲν διὰ νὰ πάρουν ἔναν φθαρτὸν στέφανον, ἡμεῖς δὲ διὰ νὰ πάρωμεν ἀπὸ τὸν Θεὸν τὸν ἄφθαρτον στέφανον.

26ἐγὼ τοίνυν οὕτω τρέχω, ὡς οὐκ ἀδήλως, οὕτω πυκτεύω, ὡς οὐκ ἀέρα δέρων,

Ἐγώ, λοιπόν, ἔτσι τρέχω καὶ ἀγωνίζομαι, ὄχι εἰς τὴν τύχην καὶ χωρὶς σκοπόν, ἀλλὰ μὲ συγκεκριμένον σκοπόν. Ἔτσι πυγμαχῶ πρὸς κάτι ὡρισμένον καὶ ὄχι σὰν νὰ γρονθοκοπῶ ἀέρα.

27ἀλλ᾿ ὑπωπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ, μήπως ἄλλοις κηρύξας αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι.

Ἀλλὰ ταλαιπωρῶ τὸ σῶμα μου καὶ τὸ ὑποβάλλω εἰς σκληρὰν πειθαρχίαν καὶ δουλείαν μήπως τυχὸν ἐνῷ θὰ ἔχω κηρύξει καὶ καλέσει ἄλλους εἰς σωτηρίαν, ἐγὼ ἀποδοκιμασθῶ ἀπὸ τὸν Θεόν.