Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κείμενα
Είσοδος
Ελεύθερη ανάγνωση: η Αγία Γραφή είναι ανοιχτή σε όλους, χωρίς λογαριασμό. Με λογαριασμό έχετε πρόσβαση σε όλη τη βιβλιοθήκη. Σύνδεση
Καινὴ Διαθήκη · Ἐπιστολή

Πρὸς Κορινθίους Α΄

Κεφάλαιον Ζ΄
Λειτουργία ανάγνωσης

Γάμος και αποχή από το γάμο1-24

1Περὶ δὲ ὧν ἐγράψατέ μοι, καλὸν ἀνθρώπῳ γυναικὸς μὴ ἅπτεσθαι·

Ὡς πρὸς ἐκεῖνα δέ πού μοῦ ἐγράψατε, σᾶς λέγω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ μὴ ἐγγίσῃ καθόλου ὁ ἄνθρωπος γυναῖκα.

2διὰ δὲ τὰς πορνείας ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐχέτω, καὶ ἑκάστη τὸν ἴδιον ἄνδρα ἐχέτω.

Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀδύνατος καὶ ὑπάρχει φόβος νὰ παρασυρθῇ εἰς πορνείας, ἂς ἔχῃ ὁ καθένας τὴν γυναῖκα του καὶ καθεμία ἂς ἔχῃ τὸν ἄνδρα της.

3τῇ γυναικὶ ὁ ἀνὴρ τὴν ὀφειλομένην εὔνοιαν ἀποδιδότω, ὁμοίως δὲ καὶ ἡ γυνὴ τῷ ἀνδρί.

Εἰς τὴν σύζυγόν του ὁ ἄνδρας ἂς ἀποδίδῃ, καθ᾿ ὃ ἄλλωστε καθῆκον ἔχει, τὴν στοργήν, τὴν συμπάθειαν καὶ τὴν προστασίαν, ποὺ τῆς ὀφείλεται. Ὁμοίως καὶ ἡ γυναῖκα ἂς ἀποδίδῃ τὰ αὐτὰ εἰς τὸν ἄνδρα της.

4ἡ γυνὴ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ᾿ ὁ ἀνήρ· ὁμοίως δὲ καὶ ὁ ἀνὴρ τοῦ ἰδίου σώματος οὐκ ἐξουσιάζει, ἀλλ᾿ ἡ γυνή.

Ἡ γυναῖκα δὲν ἐξουσιάζει τὸ σῶμα της, ἀλλά, σύμφωνα μὲ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ καὶ ἕντος τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ, τὸ ἐξουσιάζει ὁ ἀνήρ· ὁμοίως καὶ ὁ ἄνδρας δὲν ἐξουσιάζει τὸ σῶμα του, ἀλλὰ τὸ ἐξουσιάζει ἡ σύζυγός του.

5μὴ ἀποστερεῖτε ἀλλήλους, εἰ μή τι ἂν ἐκ συμφώνου πρὸς καιρὸν, ἵνα σχολάζητε τῇ νηστείᾳ καὶ τῇ προσευχῇ καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέρχησθε, ἵνα μὴ πειράζῃ ὑμᾶς ὁ σατανᾶς διὰ τὴν ἀκρασίαν ὑμῶν.

Μὴ ἀποστερεῖτε δὲ ὁ ἔνας τὸν ἄλλον, ἐκτὸς ἐὰν αὐτὸ τὸ κάνετε κατόπιν κοινῆς συμφωνίας καὶ ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, διὰ νὰ ἐπιδίδεσθε ἀπερίσπαστοι μὲ μεγαλυτέραν προθυμίαν καὶ ἀφωσίωσιν εἰς τὴν νηστείαν καὶ τὴν προσευχήν. Καὶ πάλιν νὰ ἐπανέρχεσθε εἰς τὰς συζυγικὰς σας σχέσεις, διὰ νὰ μὴ δίδετε ἀφορμὴν καὶ εὐκαιρίαν, λόγῳ τῆς ἀκρατείας σας, νὰ σᾶς πειράζει ὁ σατανᾶς.

6τοῦτο δὲ λέγω κατὰ συγγνώμην, οὐ κατ᾿ ἐπιταγήν.

Αὐτό ποὺ σᾶς εἶπα, νὰ μὴ ἀποστερῆτε δηλαδὴ ὁ ἔνας τὸν ἄλλον, τὸ λέγω ὡς ὑποχώρησιν καὶ συγκατάβασιν διὰ τὴν πνευματικὴν σας ἀδυναμίαν. Δὲν σᾶς τὸ ἐπιβάλλω ὡς ἐντολήν.

7θέλω γὰρ πάντας ἀνθρώπους εἶναι ὡς καὶ ἐμαυτόν· ἀλλ᾿ ἕκαστος ἴδιον χάρισμα ἔχει ἐκ Θεοῦ, ὃς μὲν οὕτως, ὃς δὲ οὕτως.

Διότι ἐγὼ θέλω νὰ εἶναι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὅπως εἷμαι καὶ ἐγώ, δηλαδὴ ἄγαμος καὶ ἀφωσιωμένος εἰς τὸν Θεόν, ἀλλ᾿ ὁ καθένας ἔχει ἀπὸ τὸν Θεὸν ἰδικόν του ἰδιαίτερον χάρισμα, ἄλλος μὲν ἔχει τὸ χάρισμα νὰ ζῇ κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον, δηλαδὴ ἄγαμος· ἄλλος δὲ νὰ ζῇ κατὰ διαφορετικὸν τρόπον, δηλαδὴ ἔγγαμος.

8Λέγω δὲ τοῖς ἀγάμοις καὶ ταῖς χήραις, καλὸν αὐτοῖς ἐστιν ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ.

Λέγω δὲ εἰς τοὺς ἀγάμους καὶ εἰς τὰς χήρας, ὅτι εἶναι καλὸν καὶ συμφέρον δι᾿ αὐτούς, ἐὰν μείνουν ὅπως ἐγώ, δηλαδὴ ἄγαμοι.

9εἰ δὲ οὐκ ἐγκρατεύονται, γαμησάτωσαν· κρεῖσσον γάρ ἐστι γαμῆσαι ἢ πυροῦσθαι.

Ἐὰν ὅμως δὲν αἰσθάνωνται τὴν δύναμιν νὰ ἐγκρατευθον, αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ἔχουν τὸ χάρισμα τῆς ἀγαμίας, καὶ ἂς προχωρήσουν εἰς γάμον. Διότι εἶναι προτιμότερον νὰ ἔλθῃ κανεὶς εἰς γάμον, παρὰ νὰ πυρπολῃται ἀπὸ τὴν φλόγα τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας.

10τοῖς δὲ γεγαμηκόσι παραγγέλλω, οὐκ ἐγώ, ἀλλ᾿ ὁ Κύριος, γυναῖκα ἀπὸ ἀνδρὸς μὴ χωρισθῆναι·

Εἰς ἐκείνους δὲ οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἔλθει εἰς γάμον, δίδω τὴν ἐντολήν, ὄχι ἐγώ, ἀλλὰ ὁ Κύριος, ἡ γυναῖκα νὰ μὴ χωρισθῇ ἀπὸ τὸν ἄνδρα της.

11ἐὰν δὲ καὶ χωρισθῇ, μενέτω ἄγαμος ἢ τῷ ἀνδρὶ καταλλαγήτω· καὶ ἄνδρα γυναῖκα μὴ ἀφιέναι.

Ἐὰν ὅμως συμβ᾿ καὶ χωρισθῇ, ἂς μένῃ ἄγαμος ἡ ἂς συμφιλιωθῇ μὲ τὸν ἄνδρα της. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἄνδρας νὰ μὴ ἀφίνῃ τὴν γυναῖκα του.

12τοῖς δὲ λοιποῖς ἐγὼ λέγω οὐχ ὁ Κύριος· εἴ τις ἀδελφὸς γυναῖκα ἔχει ἄπιστον, καὶ αὐτὴ συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ᾿ αὐτοῦ, μὴ ἀφιέτω αὐτήν·

Εἰς δὲ τοὺς ἄλλους ἐγγάμους, ἐγὼ ὡς ἀπόστολος τοῦ Κυρίου, καὶ ὄχι κατ᾿ εὐθεῖαν ὁ Κύριος, λέγω· ἐὰν κανένας ἀδελφὸς Χριστιανὸς ἔχῃ γυναῖκα ἄπιστον, ποὺ τὴν ἔλαβε ὡς σύζυγον, πρὶν καὶ αὐτὸς πιστεύσῃ, καὶ αὐτῇ συγκατατίθεται προθύμως νὰ κατοικῇ μαζῆ του, ἂς μὴ τὴν ἀπομπέμπῃ.

13καὶ γυνὴ εἴ τις ἔχει ἄνδρα ἄπιστον, καὶ αὐτὸς συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ᾿ αὐτῆς, μὴ ἀφιέτω αὐτόν.

Καὶ γυναῖκα Χριστιανή, ποὺ ἔχει ἄνδρα ἄπιστον, καὶ αὐτὸς δέχεται προθύμως νὰ κατοικῇ μαζῆ της, ἂς μὴν τὸν ἀφήσῃ.

14ἡγίασται γὰρ ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος ἐν τῇ γυναικί, καὶ ἡγίασται ἡ γυνὴ ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρί· ἐπεὶ ἄρα τὰ τέκνα ὑμῶν ἀκάθαρτά ἐστι, νῦν δὲ ἅγιά ἐστιν.

Διότι ὁ ἄνδρας ὁ ἄπιστος ἔχει κατὰ κάποιον τρόπον καὶ εἰς κάποιον βαθμὸν ἁγιασθῇ διὰ τῆς ἐνώσεώς του πρὸς τὴν πιστὴν γυναῖκα· καὶ ἡ ἄπιστος γυναῖκα ἔχει κάπως ἁγιασθῇ καὶ αὐτῇ διὰ τῆς ἐνώσεώς της πρὸς τὸν πιστὸν ἄνδρα της. Ἐπειδή, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ κάποια μετάδοσις ἁγιασμοῦ τὰ τέκνα θὰ ἦσαν κατὰ φυσικὴν συνέπειαν ἀκάθαρτα· ἐνῶ τώρα εἶναι καὶ αὐτὰ ἅγια.

15εἰ δὲ ὁ ἄπιστος χωρίζεται, χωριζέσθω. οὐ δεδούλωται ὁ ἀδελφὸς ἢ ἡ ἀδελφὴ ἐν τοῖς τοιούτοις. ἐν δὲ εἰρήνῃ κέκληκεν ἡμᾶς ὁ Θεός.

Ἐὰν δὲ ὁ ἄπιστος σύζυγος ἐπιθυμῇ καὶ θέλῃ χωρισμόν, ἂς χωρίζεται ἡ Χριστιανὴ γυναῖκα. Εἰς τοιαύτας περιπτώσεις δὲν εἶναι ὑποδουλωμένος καὶ δεσμευμένος ὁ πιστὸς ἡ πιστή. Ο Θεὸς μᾶς ἔχει καλέσει νὰ ζῶμεν μὲ εἰρήνην ἐσωτερικὴν καὶ μὲ εἰρήνην πρὸς τοὺς γύρῳ μας καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ταλαιπωρῆται ὁ πιστὸς σύζυγος ἀπὸ τὰς ἔριδας καὶ τὰς μάχας τῆς ἀπίστου συζύγου.

16τί γὰρ οἶδας, γύναι, εἰ τὸν ἄνδρα σώσεις; ἢ τί οἶδας, ἄνερ, εἰ τὴν γυναῖκα σώσεις;

Ὡς πρὸς δὲ τὴν συνοίκησιν, σᾶς λέγω καὶ τοῦτο· ποῦ τὸ ξέρεις σύ, ἡ Χριστιανὴ γυναῖκα, ἐὰν στέργουσα νὰ συγκατοικῇς μὲ τὸν ἄπιστον ἄνδρα σου, ἐφ᾿ ὅσον καὶ αὐτὸς τὸ θέλει, μήπως τυχὸν καὶ τὸν σώσῃς; ῍Η ποὺ τὸ ξέρεις σύ, ὁ Χριστιανὸς σύζυγος, μήπως καὶ σώσῃς τὴν ἄπιστον γυναῖκα;

17εἰ μὴ ἑκάστῳ ὡς ἐμέρισεν ὁ Θεός, ἕκαστον ὡς κέκληκεν ὁ Κύριος, οὕτως περιπατείτω. καὶ οὕτως ἐν ταῖς ἐκκλησίαις πάσαις διατάσσομαι.

Ἐκτὸς ὅμως αὐτῶν ποὺ εἶπα παραπάνω, ὁ καθένας ἂς προσπαθῇ νὰ ζῇ καὶ νὰ πορεύεται σύμφωνα μὲ τὰς συνθήκας τῆς ζωῆς, τὰς ὁποίας ὁ Θεὸς ἐν τῇ προνοίᾳ του τοῦ ἔχει κανονίσει, νὰ συνεχίσῃ ὁμαλὰ τὸν βίον του, ὅπως τὸν εὑρῆκεν ἡ κλῆσις, ποὺ τοῦ ἀπηύθηνεν ὁ Κύριος. Ἐγὼ κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπον κανονίζω καὶ ὁρίζω εἰς ὅλας τὰς τὰς Ἐκκλησίας.

18περιτετμημένος τις ἐκλήθη; μὴ ἐπισπάσθω. ἐν ἀκροβυστίᾳ τις ἐκλήθη; μὴ περιτεμνέσθω.

Ἐκλήθη κανεὶς εἰς τὴν Χριστιανικὴν πίστιν καὶ ἐδέχθη τὸ βάπτισμα, ἐνῶ ἧτο περιτετμημένος; ῍Ας μὴ τραβᾷ τὸ δέρμα, διὰ νὰ κρύψῃ τὴν περιτομὴν του. Ἐκλήθη κανεὶς εἰς τὴν πίστιν καὶ ἔγινε Χριστιανός, ἐνῶ ἧτο ἀπερίτμητος; ῍Ας μὴ περιτέμνεται.

19ἡ περιτομὴ οὐδέν ἐστι, καὶ ἡ ἀκροβυστία οὐδέν ἐστιν, ἀλλὰ τήρησις ἐντολῶν Θεοῦ.

Τίποτε δὲν εἶναι ἡ περιτομή, καὶ τίποτε δὲν εἶναι ἡ ἀκροβυστία. Ἀλλ᾿ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει τὴν ἀξίαν εἶναι ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.

20ἕκαστος ἐν τῇ κλήσει ᾗ ἐκλήθη, ἐν ταύτῃ μενέτω.

Καθένας ἂς μένῃ εἰς τὴν κατάστασίν ποὺ εὑρέθη, ὅταν ἐκλήθη ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς τὴν πίστιν.

21δοῦλος ἐκλήθης; μή σοι μελέτω· ἀλλ᾿ εἰ καὶ δύνασαι ἐλεύθερος γενέσθαι, μᾶλλον χρῆσαι.

Ἐκλήθης εἰς τὴν πίστιν καθ᾿ ὃν χρόνον ἧσο δοῦλος; Μὴ σὲ μέλῃ διὰ τὴν δουλείαν σου αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἠμπορῇς νὰ γίνης ἐλεύθερος, χρησιμοποίησε μᾶλλον καὶ προτίμα τὴν κατάστασιν τῆς δουλείας.

22ὁ γὰρ ἐν Κυρίῳ κληθεὶς δοῦλος ἀπελεύθερος Κυρίου ἐστίν· ὁμοίως καὶ ὁ ἐλεύθερος κληθεὶς δοῦλός ἐστι Χριστοῦ.

Διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἧτο δοῦλος, ὅταν ἐκλήθη ἀπὸ τὸν Κύριον εἰς τὴν πίστιν, ἔχει τώρα ἀπελευθερωθῆ ὑπὸ τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐχάρισε τὴν λύτρωσιν ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς δουλείας καὶ τοῦ θανάτου. Ὁμοίως καὶ ἐκεῖνος ποὺ ἐκλήθη εἰς τὴν πίστιν, καθ᾿ ὃν χρόνον ἧτο ἐλεύθερος, εἶναι τώρα δοῦλος τοῦ Χριστοῦ.

23τιμῆς ἠγοράσθητε· μὴ γίνεσθε δοῦλοι ἀνθρώπων.

Ὅλοι ἔχετε ἐξαγορασθῆ ἀπὸ τὸν Χριστὸν μὲ ἀνεκτίμητον τίμημα. Μὴ γίνεσθε, λοιπόν, δοῦλοι τῶν ἀνθρώπων, (μὴ συμμορφώνεσθε καὶ μὴ ὑποδουλώνεσθε εἰς τὰς ἁμαρτωλὰς ἀπαιτήσεις καὶ συνηθείας τῶν ἀνθρώπων).

24ἕκαστος ἐν ᾧ ἐκλήθη, ἀδελφοί, ἐν τούτῳ μενέτω παρὰ Θεῷ.

Ὁ καθένας, ἀδελφοί, εἰς ὅποιαν κατάστασιν εὑρέθη, ὅταν ἐκλήθη, εἰς αὐτὴν καὶ ἂς μένῃ, (φροντίζων μόνον καὶ ἀγωνιζόμενος νὰ εἶναι πάντοτε κοντὰ εἰς τὸν Θεόν).

Άγαμοι και χήρες25-40

25Περὶ δὲ τῶν παρθένων ἐπιταγὴν Κυρίου οὐκ ἔχω, γνώμην δὲ δίδωμι ὡς ἠλεημένος ὑπὸ Κυρίου πιστὸς εἶναι.

Ὡς πρὸς δὲ τὰς παρθένους, δὲν ἔχω ἐντολὴν ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου νὰ σᾶς διαβιβάσω, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ σὰν ἄνθρωπος, ποὺ ἔχω ἐλεηθῇ ἀπὸ τὸν Κύριον, ὥστε νὰ εἷμαι ἀξιόπιστος διδάσκαλος σας, σᾶς δίδω γνώμην.

26νομίζω οὖν τοῦτο καλὸν ὑπάρχειν διὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἀνάγκην, ὅτι καλὸν ἀνθρώπῳ τὸ οὕτως εἶναι.

Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἐξ αἰτίας τῆς δυσκόλου ἐποχής, ποὺ διερχόμεθα εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, τοῦτο εἶναι καλόν· ὅτι δηλαδὴ εἶναι καλὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον νὰ μένῃ ἔτσι, δηλαδὴ ἄγαμος.

27δέδεσαι γυναικί; μὴ ζήτει λύσιν· λέλυσαι ἀπὸ γυναικός; μὴ ζήτει γυναῖκα·

Εἷσαι ὅμως δεμένος διὰ τῶν δεσμῶν τοῦ γάμου μὲ γυναῖκα; Μὴ ζητῇς νὰ λυθῇς ἀπὸ τὸν δεσμὸν αὐτὸν τῆς γυναικός. Εἷσαι ἐλεύθερος ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ γάμου μὲ γυναῖκα; Μὴ ζητῇς σύζυγον.

28ἐὰν δὲ καὶ γήμῃς, οὐχ ἥμαρτες· καὶ ἐὰν γήμῃ ἡ παρθένος, οὐχ ἥμαρτε· θλῖψιν δὲ τῇ σαρκὶ ἕξουσιν οἱ τοιοῦτοι· ἐγὼ δὲ ὑμῶν φείδομαι.

Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔλθῃς εἰς γάμον, δὲν διαπράττεις καμμίαν ἁμαρτίαν. Καὶ ἡ παρθένος ἐὰν ὑπανδρευθῇ, δὲν θὰ ἔχῃ ἁμαρτήσει. Θὰ ἔχουν ὅμως αὐτοὶ θλῖψιν κατὰ τὸ σῶμα, (ἐξ αἰτίας τῶν μεριμνῶν καὶ τῶν φροντίδων καὶ τῶν ἀγώνων, εἰς τοὺς ὁποίους περιπλέκονται οἱ ἔγγαμοι). Ἐγὼ ὅμως σᾶς λυποῦμαι καὶ θέλω νὰ προλάβω αὐτὰς τὰς ταλαιπωρίας σας.

29τοῦτο δέ φημι, ἀδελφοί, ὁ καιρὸς συνεσταλμένος τὸ λοιπόν ἐστιν, ἵνα καὶ οἱ ἔχοντες γυναῖκας ὡς μὴ ἔχοντες ὦσι,

Καὶ τοῦτο σᾶς λέγω ἀκόμη, ἀδελφοί μου, ὁ καιρὸς εἶναι ὀλίγος καὶ περιωρισμένος, ὥστε καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν γυναῖκας νὰ εἶναι σὰν νὰ μὴν ἔχουν, καὶ ἂς φροντίζουν νὰ μὴ ὑποδουλώνωνται ἐξ ὁλοκλήρου εἰς βιωτικὰς μερίμνας.

30καὶ οἱ κλαίοντες ὡς μὴ κλαίοντες, καὶ οἱ χαίροντες ὡς μὴ χαίροντες, καὶ οἱ ἀγοράζοντες ὡς μὴ κατέχοντες,

Καὶ ἐκεῖνοι ποὺ κλαίουν διὰ τὰς θλίψεις των, νὰ εἶναι σὰν νὰ μὴ κλαίουν, διότι γρήγορα εἰς τὴν σύντομον ροὴν τοῦ χρόνου θὰ περάσουν καὶ αὐταί. Καὶ ἐκεῖνοι ποὺ χαίρουν, νὰ ζοῦν σὰν νὰ μὴ χαίρουν διὰ τὸν ἴδιον λόγον. Καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀγοράζουν, σὰν νὰ μὴ κατέχουν, διότι πολὺ γρήγορα θὰ τὰ ἀφήσουν.

31καὶ οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μὴ καταχρώμενοι· παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου.

Καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦν καὶ μεταχειρίζονται τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου τούτου, ἂς μὴ κάμουν κατάχρησιν, ἡ ὁποία βλάπτει καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν· διότι φεύγει ἀσυγκράτητα ἡ ἐξωτερικὴ μορφὴ τοῦ κόσμου τούτου.

32θέλω δὲ ὑμᾶς ἀμερίμνους εἶναι. ὁ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ·

Θέλω δὲ νὰ εἷσθε ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ τὰς πολλὰς καὶ δυσκόλους φροντίδας τοῦ βίου τούτου. Ὁ ἄγαμος φροντίζει καὶ ἐνδιαφέρεται δι᾿ ὅσα παραγγέλλει καὶ θέλει ὁ Κύριος. Φροντίζει πῶς νὰ ἀρέσῃ εἰς τὸν Κύριον (αὐτῇ δὲ ἡ φροντίδα εἶναι εἰρηνικὴ καὶ χαρούμενη).

33ὁ δὲ γαμήσας μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῇ γυναικί.

Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ᾖλθεν εἰς γάμον, φροντίζει διὰ τὰ κοσμικὰ πράγματα, πὼς θὰ ἀρέσῃ εἰς τὴν γυναῖκα του.

34μεμέρισται καὶ ἡ γυνὴ καὶ ἡ παρθένος. ἡ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, ἵνα ᾖ ἁγία καὶ σώματι καὶ πνεύματι· ἡ δὲ γαμήσασα μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῷ ἀνδρί.

Ὑπάρχει διαφορὰ καὶ διάκρισις μεταξὺ τῆς ἐγγάμου καὶ ἐκείνης ποὺ ἠθέλησε καὶ ἔμεινε παρθένος. Ἡ μείνασα παρθένος φροντίζει μὲ ὅλην της τὴν ψυχὴν καὶ ἐπιδιώκει ἐκεῖνα ποὺ ἀρέσουν εἰς τὸν Κύριον, διὰ νὰ εἶναι ἁγία καὶ καθαρὰ κατὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχήν. Ἡ ἔγγαμος φροντίζει πολὺ διὰ κοσμικὰ πράγματα, πῶς θὰ ἀρέσῃ εἰς τὸν ἄνδρα της.

35τοῦτο δὲ πρὸς τὸ ὑμῶν αὐτῶν συμφέρον λέγω, οὐχ ἵνα βρόχον ὑμῖν ἐπιβάλω, ἀλλὰ πρὸς τὸ εὔσχημον καὶ εὐπάρεδρον τῷ Κυρίῳ ἀπερισπάστως.

Λέγω δὲ αὐτὸ περὶ τῆς παρθενικῆς ζωῆς ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον πρὸς τὸ συμφέρον σας, ὄχι διὰ νὰ σᾶς βάλω θηλειὰ εἰς τὸν λαιμὸν καὶ νὰ σᾶς τραβήξω, χωρὶς νὰ τὸ θέλετε, εἰς τὸν ἄγαμον βίον, ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς δείξω καὶ νὰ σᾶς ὁδηγήσω εἰς μίαν σεμνὴν ζωὴν καὶ διακεκριμένην θέσιν πλησίον τοῦ Κυρίου, χωρὶς βιωτικοὺς περισπασμοὺς καὶ φροντίδας.

36Εἰ δέ τις ἀσχημονεῖν ἐπὶ τὴν παρθένον αὐτοῦ νομίζει, ἐὰν ᾖ ὑπέρακμος, καὶ οὕτως ὀφείλει γίνεσθαι, ὃ θέλει ποιείτω· οὐχ ἁμαρτάνει· γαμείτωσαν.

῍Αν ὅμως κανένας πατέρας νομίζῃ, σύμφωνα μὲ τὰς κρατοῦσας ἀντιλήψεις, ὅτι εἶναι ἐντροπὴν καὶ ἄσχημον πρᾶγμα δι᾿ αὐτόν, ποὺ ἄφησε τὴν κόρην του νὰ περάση πλέον τὴν ὥριμον ἡλικίαν διὰ τὸν γάμον καὶ τὰ πράγματα φανερώνουν, ὅτι ἔτσι πρέπει νὰ γίνη, δηλαδὴ ὅτι πρέπει νὰ τὴν ὑπανδρεύσῃ, ἂς κάμῃ αὐτό ποὺ θέλει, ἂς κάμῃ τὸ καθῆκον του. Τοιουτοτρόπως ἐνεργῶν δὲν ἁμαρτάνει. ῍Ας γίνῃ ὁ γάμος.

37ὃς δὲ ἕστηκεν ἑδραῖος ἐν τῇ καρδίᾳ, μὴ ἔχων ἀνάγκην, ἐξουσίαν δὲ ἔχει περὶ τοῦ ἰδίου θελήματος, καὶ τοῦτο κέκρικεν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, τοῦ τηρεῖν τὴν ἑαυτοῦ παρθένον, καλῶς ποιεῖ.

Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἔχει σταθῇ ἀκλόνητος μὲ ἀμετακίνητον τὴν ἀπόφασιν μέσα εἰς τὴν καρδιά του καὶ δὲν αἰσθάνεται καμμίαν ἀνάγκην νὰ ἀλλάξῃ γνώμην καὶ ἔχει ἐξουσίαν νὰ πορευθῇ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά του καὶ ἔχει ὁριστικῶς ἀποφασίσει μέσα του νὰ κρατήσῃ τὴν παρθένον του ἄγαμον, καλὰ κάνει.

38ὥστε καὶ ὁ ἐκγαμίζων καλῶς ποιεῖ, ὁ δὲ μὴ ἐκγαμίζων κρεῖσσον ποιεῖ.

Ὥστε, λοιπόν, καὶ ἐκεῖνος ποὺ ὑπανδρεύει τὴν παρθένον του, καλὰ κάνει. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν ἰδικὴν της θέλησιν, δὲν τὴν ὑπανδρεύει κάνει καλύτερα.

39Γυνὴ δέδεται νόμῳ ἐφ᾿ ὅσον ζῇ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς· ἐὰν δὲ κοιμηθῇ ὁ ἀνήρ αὐτῆς, ἐλευθέρα ἐστὶν ᾧ θέλει γαμηθῆναι, μόνον ἐν Κυρίῳ.

Κάθε ἄγγαμος γυναῖκα, σύμφωνα μὲ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, ἔχει δεθῆ μὲ τὸν ἄνδρα της διὰ τοῦ γάμου, ὅσον καιρὸν βέβαια ζῇ ὁ ἄνδρας της. Ἐὰν ὅμως ἀποθάνῃ ὁ σύζυγός της, εἶναι ἐλευθέρα νὰ ὑπανδρευθῇ ὅποιον θέλει, ἀλλὰ μόνον σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου.

40μακαριωτέρα δέ ἐστιν ἐὰν οὕτω μείνῃ, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην· δοκῶ δὲ κἀγὼ Πνεῦμα Θεοῦ ἔχειν.

Κατὰ τὴν γνώμην μου ὅμως εἶναι εὐτυχεστέρα καὶ περισσότερον κερδισμένη, ἐὰν μείνῃ χήρα. Νομίζω δὲ ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ Πνεῦμα Θεοῦ, ὥστε νὰ μὴ κάνω λάθος εἰς τὰς γνώμας μου.