Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κείμενα
Είσοδος
Ελεύθερη ανάγνωση: η Αγία Γραφή είναι ανοιχτή σε όλους, χωρίς λογαριασμό. Με λογαριασμό έχετε πρόσβαση σε όλη τη βιβλιοθήκη. Σύνδεση
Καινὴ Διαθήκη · Ἐπιστολή

Πρὸς Κορινθίους Α΄

Κεφάλαιον ΣΤ΄
Λειτουργία ανάγνωσης

Προσφυγή σε ειδωλολατρικά δικαστήρια1-11

1Τολμᾷ τις ὑμῶν, πρᾶγμα ἔχων πρὸς τὸν ἕτερον, κρίνεσθαι ἐπὶ τῶν ἀδίκων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἁγίων;

Εἶπα, ὅτι οἱ πιστοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνουν τοὺς ἀδελφούς. Καὶ ἐρωτῶ, λοιπόν· πὼς τολμᾷ κάποιος ἀπὸ σᾶς, ὅταν ἔχῃ διαφορὰν καὶ ἀντιδικίαν μὲ ἄλλον ἀδελφόν, νὰ ὑποβάλλῃ τὴν διαφορὰν αὐτὴν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν ἀδίκων δικαστῶν, τῶν εἰδωλολατρῶν δηλαδή, ποὺ ἔχουν χαλαρὰν ἀντίληψιν περὶ δικαίου καὶ δὲν προσφεύγει εἰς τὴν κρίσιν καὶ διαιτησίαν τῶν ἐμπείρων καὶ ἐναρέτων ἀδελφῶν;

2οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἅγιοι τὸν κόσμον κρινοῦσι; καὶ εἰ ἐν ὑμῖν κρίνεται ὁ κόσμος, ἀνάξιοί ἐστε κριτηρίων ἐλαχίστων;

Δὲν γνωρίζετε, ὅτι οἱ Χριστιανοὶ θὰ κρίνουν τοὺς ἀνθρώπους, ποῦ εὑρίσκονται μακρὰν ἀπὸ τὸν Χριστόν; Καὶ ἐφ᾿ ὅσον ἐν τῷ προσώπῳ σας καὶ μὲ κριτήριον τὴν ἰδικὴν σας ζωὴν κρίνεται καὶ δικάζεται ὁ μακρὰν τοῦ Θεοῦ κόσμος, σεῖς εἷσθε λοιπὸν ἀνάξιοι καὶ ἀνίκανοι νὰ κάμετε κριτήρια καὶ νὰ ἐκφέρετε ἀπόφασιν δι᾿ ὑποθέσεις ἐλαχίστης σημασίας;

3οὐκ οἴδατε ὅτι ἀγγέλους κρινοῦμεν; μήτι γε βιωτικά;

Δὲν γνωρίζετε, ὅτι ἡμεῖς οἱ πιστοὶ θὰ δικάσωμεν καὶ αὐτοὺς ἄκομα τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους, τὸν διάβολον καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα; Καὶ δὲν εἵμεθα, λοιπόν, ἱκανοὶ νὰ διακρίνωμεν καὶ νὰ ἀποδώσωμεν τὸ δίκαιον εἰς ὑποθέσεις βιωτικάς;

4βιωτικὰ μὲν οὖν κριτήρια ἐὰν ἔχητε, τοὺς ἐξουθενημένους ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τούτους καθίζετε.

Ἐάν, λοιπόν, ἔχετε τέτοιες βιωτικὲς διαφορὲς μεταξὺ σας, βάζετε ὡς δικαστὰς ἔστω καὶ ἐκείνους, ποὺ θεωροῦνται ὡς οἱ πλέον ἐλάχιστοι καὶ εὐτελεῖς μεταξὺ σας, παρὰ τοὺς σοφώτερους ἔστω ἐκ τῶν ἐθνικών.

5πρὸς ἐντροπὴν ὑμῖν λέγω. οὕτως οὐκ ἔνι ἐν ὑμῖν σοφὸς οὐδὲ εἷς ὃς δυνήσεται διακρῖναι ἀνὰ μέσον τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ,

Πρὸς ἐντροπὴν σας τὰ λέγω αὐτά. Τόσον, λοιπόν, δὲν εὑρίσκεται μεταξὺ σας οὔτε ἔνας συνετὸς καὶ λογικὸς ἄνθρωπος, ποὺ θὰ ἠμπορέσῃ νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ διὰ διαφοράν, ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἑνὸς ἀδελφοῦ καὶ τοῦ ἄλλου;

6ἀλλὰ ἀδελφὸς μετὰ ἀδελφοῦ κρίνεται, καὶ τοῦτο ἐπὶ ἀπίστων;

Ἀλλὰ φθάνετε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἀδελφὸς νὰ ἔρχεται εἰς ἀντιδικίαν μὲ ἄλλον ἀδελφὸν εἰς δικαστήρια καὶ μάλιστα εἰς δικαστήρια, ποῦ δικάζουν ἄπιστοι;

7ἤδη μὲν οὖν ὅλως ἥττημα ὑμῖν ἐστιν ὅτι κρίματα ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν. διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀδικεῖσθε; διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀποστερεῖσθε;

Καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχετε τέτοιες δικαστικὲς διαφορὲς μεταξὺ σας ἀποτελεῖ γιὰ σᾶς μεγάλην ἤτταν καὶ φθοράν. Διατὶ δὲν προτιμᾶτε μᾶλλον νὰ ἀδικῆσθε ἀπὸ τὸν ἀδελφόν; Διατὶ δὲν προτιμᾶτε νὰ στερηθῆτε μᾶλλον ἀπὸ τὸ δίκαιόν σας, ἀπὸ τὸ συμφέρον σας, παρὰ νὰ καταφύγετε εἰς δίκας;

8ἀλλὰ ὑμεῖς ἀδικεῖτε καὶ ἀποστερεῖτε, καὶ ταῦτα ἀδελφούς;

Ἀλλὰ τὸ φοβερὸν εἶναι ὅτι σεῖς, καίτοι Χριστιανοί, ἀδικεῖτε τοὺς ἄλλους· τοὺς στερεῖτε αὐτά ποὺ τοὺς ἀνήκουν, διὰ νὰ τὰ κρατήσετε ἐσεῖς. Καὶ αὐτὰ τὰ πράττετε εἰς βάρος ἀδελφῶν;

9ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ἄδικοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι; μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλολάτραι οὔτε μοιχοὶ οὔτε μαλακοὶ οὔτε ἀρσενοκοῖται

῍Η δὲν γνωρίζετε, ὅτι ὅσοι διαπράττουν ἀδικίας, δὲν θὰ κληρονομήσουν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ; Μὴ πλανᾶσθε, οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλολάτραι οὔτε μοιχοὶ οὔτε θηλυπρεπεῖς οὔτε ἀρσενοκοῖται

10οὔτε πλεονέκται οὔτε κλέπται οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι.

οὔτε πλεονέκται οὔτε κλέπται οὔτε μέθυσοι οὔτε ὕβρισται οὔτε ἅρπαγες θὰ κληρονομήσουν βασιλείαν Θεοῦ.

11καὶ ταῦτά τινες ἦτε· ἀλλὰ ἀπελούσασθε, ἀλλὰ ἡγιάσθητε, ἀλλὰ ἐδικαιώθητε ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ ἐν τῷ Πνεύματι τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.

Καὶ κάτι τέτοιοι ὑπήρξατε καὶ σεῖς εἰς τὸ παρελθόν. Ἀλλ᾿ ἐλουσθήκατε μὲ τὸ ἅγιον βάπτισμα καὶ ἐκαθαρισθήκατε ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἁμαρτήματα. Ἀλλ᾿ ἐπήρατε τὸν ἁγιασμόν ποὺ χαρίζει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ἐγίνατε δίκαιοι ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μας.

Ο Θεός δοξάζεται με το πνεύμα και το σώμα μας12-20

Ανάγνωσμα · Κυρ. Ασώτου, 12-20

12Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος.

Ὅλα μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ τὰ κάμω, ὅπως π.χ. νὰ τρώγω καὶ νὰ πίνω χωρὶς διακρίσεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι συμφέρον νὰ πράττω ὅλα. Ὅλα μου ἐπιτρέπονται, ἀλλ᾿ ἐγὼ δὲν θὰ ἐξουσιασθῶ καὶ δὲν θὰ ὑποδουλωθῶ εἰς τίποτε.

13τὰ βρώματα τῇ κοιλίᾳ, καὶ ἡ κοιλία τοῖς βρώμασιν· ὁ δὲ Θεὸς καὶ ταύτην καὶ ταῦτα καταργήσει. τὸ δὲ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ, καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι·

Τὰ φαγητὰ εἶναι διὰ τὴν κοιλίαν καὶ ἡ κοιλία διὰ τὰ φαγητά. Ὁ δὲ Θεὸς θὰ καταργήση καὶ αὐτὰ καὶ ἐκείνην εἰς τὴν μέλλουσαν ἀνάστασιν τῶν σωμάτων. Δὲν εἶναι ἡ τροφή, ποὺ μᾶς κάνει ἁμαρτωλοὺς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἰσχύει προκειμένου περὶ τῆς ἠθικῆς καθαρότητος, διότι τὸ σῶμα δὲν ἔχει γίνει διὰ τὴν πορνείαν καὶ τὰς σαρκικὰς ἐπιθυμίας, ἀλλὰ διὰ τὸν Κύριον, ποὺ εἶναι κεφαλὴ τοῦ πνευματικοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας· καὶ ὁ Κύριος εἶναι διὰ τὸ σῶμα, διὰ νὰ κατοικῇ εἰς αὐτὸ καὶ τὸ ἁγιάζῃ.

14ὁ δὲ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἤγειρε καὶ ἡμᾶς ἐξεγερεῖ διὰ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ.

Ἀφοῦ δὲ ὁ Θεὸς καὶ τὸν Κύριον ἀνέστησεν ἐκ νεκρῶν, καὶ ἡμᾶς ὅλους, ποὺ ἀποθνῄσκομεν καὶ τὸ σῶμα μας διαλύεται, θὰ μᾶς ἀναστήσῃ ἐκ νεκρῶν μὲ τὴν παντοδυναμίαν του.

15οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν; ἄρας οὖν τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ ποιήσω πόρνης μέλη; μὴ γένοιτο.

Δὲν γνωρίζετε ὅτι τὰ σώματά σας εἶναι μέλῃ τοῦ Χριστοῦ, (ὁ ὁποῖος εἶναι κεφαλὴ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας); Νὰ ἀποτραβήξω, λοιπόν, καὶ νὰ πάρω τὰ μέλῃ τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὰ κάνω μέλῃ πόρνης; Μὴ γένοιτο.

16ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν·

῍Η δὲν γνωρίζετε, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προσκολλᾶται καὶ ἐνώνεται μὲ τὴν πόρνην εἶναι ἕνα σῶμα μὲ αὐτήν; Διότι αὐτὸ λέγει ἡ Γραφή· <θὰ γίνουν, λέγει, οἱ δύο, ἄνδρας καὶ γυναῖκα, μιᾷ σάρκα, ἐν σῶμα>.

17ὁ δὲ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι.

Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ προσκολλᾶται καὶ ἐνώνεται μὲ τὸν Κύριον, γίνεται κατὰ μυστηριώδη τρόπον ἕνα πνεῦμα μὲ αὐτόν, γεμίζει ὁλόκληρος καὶ ἁγιάζεται ἀπὸ αὐτόν.

18φεύγετε τὴν πορνείαν. πᾶν ἁμάρτημα ὃ ἐὰν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτὸς τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει.

Ἀποφεύγετε πάντοτε μὲ ὅλην σας τὴν δύναμιν τὸν μολυσμὸν τῆς πορνείας. Κάθε ἄλλο ἁμάρτημα, ποὺ ἤθελε πράξει ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ἁμάρτημα ποὺ διαπράττεται ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα καὶ δὲν τὸ βλάπτει ἀμέσως καὶ κατ᾿ εὐθεῖαν τόσον πολύ. Ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ πορνεύει, ἁμαρτάνει ἐναντίον αὐτοῦ τούτου τοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον καὶ μολύνει καὶ βλάπτει κατὰ τρόπον ἄμεσον καὶ ταχύν.

19ἢ οὐκ οἴδατε ὅτι τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου Πνεύματός ἐστιν, οὗ ἔχετε ἀπὸ Θεοῦ, καὶ οὐκ ἐστὲ ἑαυτῶν;

῍Η δὲν γνωρίζετε ὅτι τὸ σῶμα σας εἶναι ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ κατοικεῖ μέσα σας, καὶ τὸ ἔχετε λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἄρα δὲν ἀνήκετε εἰς τὸν ἑαυτὸν σας;

20ἠγοράσθητε γὰρ τιμῆς· δοξάσατε δὴ τὸν Θεὸν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καὶ ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ.

Διότι ἔχετε ἐξαγορασθῆ μὲ πολύτιμον τίμημα, δηλαδὴ μὲ τὸ ἀνεκτίμητον αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀποφεύγετε, λοιπόν, κάθε σαρκικὴν ἐκτροπήν, ποὺ μολύνει τὸ σῶμα, καὶ δοξάσατε τὸν Θεὸν μὲ ὅλην σας τὴν προσωπικότητα, μὲ τὸ σῶμα σας καὶ μὲ τὸ πνεῦμα σας, τὰ ὁποῖα εἶναι τοῦ Θεοῦ.