Ἰακώβου
Η πιστότητα στο Θεό1Πόθεν πόλεμοι καὶ πόθεν μάχαι ἐν ὑμῖν; οὐκ ἐντεῦθεν, ἐκ τῶν ἡδονῶν ὑμῶν τῶν στρατευομένων ἐν τοῖς μέλεσιν ὑμῶν; 1Ἀπό ποῦ προέρχονται καὶ γεννῶνται μεταξὺ σας ἐχθρικαὶ καταστάσεις, ἔριδες καὶ συγκρούσεις; Δὲν προέρχονται ἀπὸ αὐτὴν τὴν αἰτίαν, δηλαδὴ ἀπὸ τὰς ἐμπαθεῖς ἐπιθυμίας ἁμαρτωλῶν ἡδονῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιθυμίαι ἔχουν ἐπιστρατευθῆ καὶ διεξάγουν πόλεμον μέσα εἰς τὰ μέλῃ σας, διὰ νὰ σᾶς ὑποδουλώσουν εἰς τὴν φαυλότητα; 2ἐπιθυμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε· φονεύετε καὶ ζηλοῦτε, καὶ οὐ δύνασθε ἐπιτυχεῖν· μάχεσθε καὶ πολεμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε, διὰ τὸ μὴ αἰτεῖσθαι ὑμᾶς· 2Ἐπιθυμεῖτε καὶ δὲν ἔχετε αὐτό ποὺ ἐπιθυμεῖτε. Καὶ ἐπάνω εἰς τὴν ἐπιθυμίαν σας νὰ τὸ ἀποκτήσετε, ἠμπορεῖ νὰ φθάσετε ἀκόμη καὶ μέχρι τοῦ φόνου. Φθονεῖτε καὶ ἐπιθυμεῖτε μὲ ἐμπάθειαν καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐπιτύχετε αὐτό, ποὺ ἐπιθυμεῖτε. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι καταλήγετε εἰς συγκρούσεις καὶ εἰς ἐχθρικὰς καταστάσεις. Καὶ δὲν ἔχετε αὐτά ποὺ θέλετε, διότι δὲν ζητεῖτε ἀπὸ τὸν Θεὸν μὲ πίστιν, ὅ,τι εἶναι καλὸν καὶ ὠφέλιμον διὰ σᾶς. 3αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε, ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε. 3Μερικὲς ὅμως φορὲς ζητεῖτε ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ὅμως δὲν λαβάνετε, διότι ζητεῖτε πρὸς κακὸν καὶ ἐπιβλαβῆ σκοπόν, διὰ νὰ διαθέσετε δηλαδὴ καὶ ἐξοδεύσετε αὐτό ποὺ ζητεῖτε εἰς ἀπόλαυσιν ἁμαρτωλῶν ἡδονῶν. 4μοιχοὶ καὶ μοιχαλίδες! οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν; ὃς ἂν οὖν βουληθῇ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καθίσταται. 4Προδόται καὶ προδότριαι, ποὺ καταπατεῖτε καὶ μολύνετε τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν Χριστόν! Δὲν γνωρίζετε ὅτι ἡ ἀγάπη καὶ ἡ προσκόλλησις εἰς τὸν ἁμαρτωλὸν κόσμον εἶναι ἔχθρα πρὸς τὸν Θεόν; Ὅποιος θελήσῃ νὰ εἶναι φίλος τοῦ κόσμου, τῶν ἁμαρτωλῶν διασκεδάσεων καὶ ἡδονῶν τοῦ κόσμου, γίνεται ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ. 5ἢ δοκεῖτε ὅτι κενῶς ἡ γραφὴ λέγει, πρὸς φθόνον ἐπιποθεῖ τὸ Πνεῦμα ὃ κατῴκησεν ἐν ἡμῖν; 5῍Η νομίζετε ὅτι μάταια καὶ χωρὶς κανένα νόημα λέγει ἡ Γραφή, ὅτι μὲ ἀπέραντον ἀγάπην, ποὺ φθάνει σὰν μέχρι ζηλοτυπίας καὶ φθόνου, μᾶς ποθεὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ποὺ ἔχει κατοικήσει μέσα μας; (Προδοσία ἐκ μέρους μας αὐτῆς τῆς ἁγίας ἀγάπης του ἐξεγείρει τὸν ἀποτροπιασμὸν του καὶ τὴν ὀργὴν του ἐναντίον μας). 6μείζονα δὲ δίδωσι χάριν· διὸ λέγει· ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν. 6Ἐξ ἀντιθέτου, ὅταν μείνωμεν πιστοὶ εἰς τὴν ἀγάπην του καὶ ἀποκηρύξωμεν τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, μᾶς δίδει ἀκόμη μεγαλυτέραν χάριν, δι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ Γραφὴ λέγει, ὅτι <ὁ Θεὸς ἀντιτάσσεται εἰς τοὺς ὑπερηφάνους, ποὺ τὸν ἐγκαταλείπουν, διὰ νὰ ἀπολαύσουν ἀλαζονικὼς τὸν κόσμον· ἐνῶ ἀντιθέτως, δίδει χάριν εἰς τοὺς ταπεινοὺς καὶ τοὺς ὑποταγμένους εἰς αὐτόν>. 7Ὑποτάγητε οὖν τῷ Θεῷ. ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται ἀφ᾿ ὑμῶν· 7Ὑποταχθῆτε, λοιπόν, μὲ ταπείνωσιν εἰς τὸν Θεόν. Ἀντισταθῆτε εἰς τὸν διάβολον, ποὺ σᾶς δελεάζει καὶ σᾶς φλογίζει μὲ τὰς ἁμαρτωλὰς ἡδονὰς τοῦ κόσμου, καὶ θὰ φύγῃ μακρυὰ ἀπὸ σᾶς νικημένος καὶ ἐξευτελισμένος. 8ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν. καθαρίσατε χεῖρας ἁμαρτωλοί καὶ ἁγνίσατε καρδίας δίψυχοι. 8Πλησιάστε κοντὰ εἰς τὸν Θεὸν καὶ ὁ Θεὸς θὰ πλησιάσῃ κοντὰ εἰς σᾶς. Ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι, καθαρίσατε τὰ χέρια σας ἀπὸ κάθε ἁμαρτωλὴν πρᾶξιν καὶ ἐνόχην, ἐξαγνίσατε τὸ ἐσωτερικὸν σας σεῖς οἱ δίγνωμοι, ποὺ κυμαίνεσθε μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἁμαρτωλοῦ κόσμου. 9ταλαιπωρήσατε καὶ πενθήσατε καὶ κλαύσατε· ὁ γέλως ὑμῶν εἰς πένθος μεταστραφήτω καὶ ἡ χαρὰ εἰς κατήφειαν. 9Συναισθανθῆτε τὴν ἁμαρτωλότητά σας καὶ τὴν ἐνόχην σας, μετανοήσατε, πενθήσατε καὶ κλαύσατε, διὰ τὰς ἀθλιότητάς σας. Τὰ ἁμαρτωλὰ σας γέλοια μέσα εἰς τὰ ξεφαντώματα τῆς ἁμαρτίας ἂς ἀλλάξουν καὶ ἂς γίνουν λύπη καὶ συντριβὴ μετανοίας, καὶ ἡ ψεύτικη χαρὰ τοῦ κόσμου ἂς μετατραπῇ εἰς συναίσθησιν καὶ κατήφειαν. 10ταπεινώθητε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ ὑψώσει ὑμᾶς. 10Ταπεινωθῆτε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ θὰ σᾶς ὑψώσῃ εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν ὡς προσωπικότητα ἀρετῆς, θὰ σᾶς δοξάσῃ δὲ εἰς τὴν μέλλουσαν. Η κατάκριση11Μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί, ὁ καταλαλῶν ἀδελφοῦ καὶ κρίνων τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καταλαλεῖ νόμου καὶ κρίνει νόμον· εἰ δὲ νόμον κρίνεις, οὐκ εἶ ποιητὴς νόμου, ἀλλὰ κριτής. 11Ἀδελφοί, μὴ κατηγορεῖτε καὶ μὴ κατακρίνετε ὁ ἔνας τὸν ἄλλον. Διότι ἐκεῖνος ποὺ κατηγορεῖ καὶ κατακρίνει καὶ καταδικάζει τὸν ἀδελφὸν του, κατηγορεῖ καὶ καταδικάζει τὸν θεῖον Νόμον, τὸν Νόμον τῆς ἀγάπης καὶ τῆς καλωσύνης. Ἐὰν δὲ μὲ τὴν συμπεριφοράν σου αὐτὴν καταδικάζῃς τὸν νόμον τῆς ἀγάπης, ποὺ ἀπαγορεύει τὴν κατάκρισιν, τότε δὲν εἷσαι πλέον τηρητὴς τοῦ νόμου, ἀλλὰ θρασὺς κριτὴς καὶ ἐπικριτὴς τοῦ νόμου. 12εἷς ἐστιν ὁ νομοθέτης καὶ κριτής, ὁ δυνάμενος σῶσαι καὶ ἀπολέσαι· σὺ δὲ τίς εἶ ὃς κρίνεις τὸν ἕτερον; 12Ἔνας ὅμως εἶναι ὁ νομοθέτης, ποὺ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετῇ τὸ ὀρθὸν καὶ νὰ κρίνῃ κάθε παραβάτην, ὁ δίκαιος Θεός, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν δύναμιν καὶ νὰ σώσῃ καὶ νὰ καταδικάσῃ εἰς ἀπώλειαν. Σὺ δέ, ἀσήμαντε ἄνθρωπε, ποῖος εἷσαι, ποὺ τολμᾷς νὰ κρίνῃς καὶ νὰ κατακρίνῃς τὸν ἄλλον; Αποφυγή της αλαζονείας13Ἄγε νῦν οἱ λέγοντες· σήμερον καὶ αὔριον πορευσόμεθα εἰς τήνδε τὴν πόλιν καὶ ποιήσομεν ἐκεῖ ἐνιαυτὸν ἕνα καὶ ἐμπορευσόμεθα καὶ κερδήσομεν· 13Ἐλᾶτε τώρα σεῖς, ποὺ χωρὶς νὰ λογαριάζετε τὸν Θεὸν λέτε· <σήμερα ἢ αὔριον θὰ πᾶμε εἰς αὐτὴν τὴν πόλιν καὶ θὰ μείνωμεν ἐκεῖ ἕνα ἔτος καὶ θὰ ἐπιδοθῶμεν εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ θὰ κερδήσωμεν χρήματα>. 14οἵτινες οὐκ ἐπίστασθε τὸ τῆς αὔριον· ποία γὰρ ἡ ζωὴ ὑμῶν; ἀτμὶς γὰρ ἔσται ἡ πρὸς ὀλίγον φαινομένη, ἔπειτα δὲ καὶ ἀφανιζομένη· 14Τὰ λέγετε αὐτὰ σεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζετε τί θὰ συμβ᾿ ὄχι μετὰ ἕνα ἔτος, ἀλλ᾿ οὔτε κατὰ τὴν αὐριανὴν ἡμέραν. Διότι τί εἶναι ἡ ζωὴ σας, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ θεωρῆτε ἀτελείωτον; Εἶναι ἔνας λεπτὸς ἀχνός, ποὺ φαίνεται γιὰ λίγες στιγμὲς καὶ ἀμέσως ἔπειτα διαλύεται καὶ ἀφανίζεται. 15ἀντὶ τοῦ λέγειν ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ ζήσομεν καὶ ποιήσομεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. 15Σχεδιάζετε καὶ λέγετε, ὅτι ἐπὶ ἕνα ἔτος θὰ πᾶτε καὶ θὰ κάμετε καὶ θὰ κερδήσετε, ἀντὶ νὰ λέτε, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ καὶ ζήσωμεν, τότε καὶ θὰ κάμωμεν τοῦτο καὶ ἐκεῖνο. 16νῦν δὲ καυχᾶσθε ἐν ταῖς ἀλαζονείαις ὑμῶν· πᾶσα καύχησις τοιαύτη πονηρά ἐστιν. 16Τώρα δέ, παραμερίζοντες τὸν Θεόν, καυχᾶσθε εἰς τὰ ἀλαζονικὰ σας σχέδια καὶ εἰς τὰς ματαιοδόξους ἐπιχειρήσεις σας. Κάθε τέτοια καύχησις εἶναι κακὴ καὶ ἁμαρτωλή. 17εἰδότι οὖν καλὸν ποιεῖν καὶ μὴ ποιοῦντι, ἁμαρτία αὐτῷ ἐστιν. 17Ἠκούσατε αὐτά ποὺ σᾶς εἶπα καὶ ἐμάθατε ποιὸ εἶναι τὸ καλόν. Ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει ποῖον εἶναι τὸ καλόν, ἔχει δὲ καὶ τὴν δύναμιν νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ, καὶ δὲν τὸ κάμνει, διαπράττει ἁμαρτίαν.