Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κείμενα
Είσοδος
Ελεύθερη ανάγνωση: η Αγία Γραφή είναι ανοιχτή σε όλους, χωρίς λογαριασμό. Με λογαριασμό έχετε πρόσβαση σε όλη τη βιβλιοθήκη. Σύνδεση
Καινὴ Διαθήκη · Ἐπιστολή

Πρὸς Κορινθίους Β΄

Κεφάλαιον Δ΄
Λειτουργία ανάγνωσης

Η βοήθεια του Θεού στο έργο του Ευαγγελίου1-18

1Διὰ τοῦτο, ἔχοντες τὴν διακονίαν ταύτην καθὼς ἠλεήθημεν, οὐκ ἐκκακοῦμεν,

Δι᾿ αὐτὸ καὶ ἡμεῖς ἔχοντες τὴν ὑψηλὴν καὶ μεγάλην αὐτὴν διακονίαν τοῦ κηρύγματος, χάρις εἰς τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου, δὲν ἀποκάμνομεν, οὔτε δυσφοροῦμεν ἐνώπιον τῶν δυσκολιῶν καὶ κινδύνων.

2ἀλλ᾿ ἀπειπάμεθα τὰ κρυπτὰ τῆς αἰσχύνης, μὴ περιπατοῦντες ἐν πανουργίᾳ μηδὲ δολοῦντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τῇ φανερώσει τῆς ἀληθείας συνιστῶντες ἑαυτοὺς πρὸς πᾶσαν συνείδησιν ἀνθρώπων ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλ᾿ ἔχομεν ἀπαρνηθῆ ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ οἱ ἄνθρωποι, διὰ λόγους ἐντροπῆς, τὰ κρύπτουν, καὶ δὲν προχωροῦμεν τὸν δρόμον μας μὲ πανουργίαν οὒτε νοθεύομεν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ μὲ ἰδικὰς μας ἢ ξένας ἐπινοήσεις, ἀλλὰ μὲ τὴν καθαρὰν καὶ ἀνόθευτον φανέρωσιν τῆς ἀληθείας συσταίνομεν εἰς κάθε εὐσυνείδητον καὶ ὀρθοφρονοῦντα ἄνθρωπον τὸν ἑαυτὸν μας, ὡς γνήσιον ἐργάτην τοῦ Εὐαγγελίου, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

3εἰ δὲ καὶ ἔστι κεκαλυμμένον τὸ εὐαγγέλιον ἡμῶν, ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις ἐστὶ κεκαλυμμένον,

Ἐὰν δὲ καὶ εἶναι σκεπασμένον καὶ ἀκατάληπτον τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου μας, εἶναι σκεπασμένον δι᾿ ἐκείνους ποὺ θεληματικὰ βαδίζουν τὸν δρόμον τῆς ἀπωλείας.

4ἐν οἷς ὁ θεὸς τοῦ αἰῶνος τούτου ἐτύφλωσε τὰ νοήματα τῶν ἀπίστων εἰς τὸ μὴ αὐγάσαι αὐτοῖς τὸν φωτισμὸν τοῦ εὐαγγελίου τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, ὅς ἐστιν εἰκὼν τοῦ Θεοῦ.

Ἐν μέσῳ αὐτῶν ὁ Θεὸς τοῦ ἁμαρτωλοῦ τούτου αἰῶνος, δηλαδὴ ὁ σατανᾶς, ἔχει σκοτίσει καὶ τυφλώσει τὰς διανοίας καὶ τὰς σκέψεις τῶν ἀπίστων, ὥστε νὰ μὴ λάμψῃ εἰς αὐτοὺς τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου τῆς δόξῃς τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰκὼν τοῦ Θεοῦ.

5οὐ γὰρ ἑαυτοὺς κηρύσσομεν, ἀλλὰ Χριστὸν Ἰησοῦν Κύριον, ἑαυτοὺς δὲ δούλους ὑμῶν διὰ Ἰησοῦν.

Διότι ἡμεῖς δὲν κηρύσσομεν καὶ δὲν διαφημίζομεν τὸν ἑαυτὸν μας, ἀλλὰ κηρύττομεν τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν, τὸν Κύριον, ποὺ εἶναι ὁ μόνος ἔνδοξος· τοὺς ἑαυτοὺς μας δὲ τοὺς παρουσιάζομεν ὡς δούλους καὶ ὑπηρέτας ἰδικοὺς σας διὰ τὴν δόξαν τοῦ Ἰησοῦ.

Ανάγνωσμα · Κυρ. ΙΕ, 6-15

Ανάγνωσμα · Ευθυμίου Μεγάλου, 6-15

6ὅτι ὁ Θεὸς ὁ εἰπὼν ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Καὶ τοῦτο, διότι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δημιουργίας διέταξε νὰ λάμψῃ φῶς ἀντὶ τοῦ σκότους ποὺ ὑπῆρχε τότε, αὐτὸς ἔλαμψεν εἰς τὰς καρδίας μας καὶ τὰς ἐφώτισεν, ὄχι μόνον διὰ νὰ γνωρίσωμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ διὰ νὰ μεταδώσωμεν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους φωτεινὴν καὶ καθαρὰν τὴν γνῶσιν τῆς δόξῃς τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία δόξα ἐφανερώθη διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

7Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν,

Ἔχομεν δὲ αὐτὸν τὸν ἀνεκτίμητον θησαυρὸν τῆς ἐνδόξου γνώσεως μέσα εἰς τὰ σώματα μας, τὰ ἀδύνατα καὶ εὔθραστα σὰν ὄστρακα, διὰ νὰ φαίνεται ἔτσι καθαρὰ ὅτι ὁ ὑπεράφθονος πλοῦτος τῆς δυνάμεως εἶναι καὶ προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ὄχι ἀπὸ ἡμᾶς.

8ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ᾿ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐξαπορούμενοι,

Ἔτσι δὲ ἐξηγεῖται ἡ ὑπερνίκησις τῶν ἀναριθμήτων ἐμποδίων καὶ κινδύνων ποὺ συναντῶμεν εἰς τὸ ἔργον μας. Διότι ὄντως ἡμεῖς οἱ Ἀπόστολοι παντοῦ καὶ πάντοτε θλιβόμεθα, χωρὶς ὅμως νὰ φθάνωμεν εἰς ἀδιέξοδον καὶ καταθλιπτικὴν στενοχωρίαν. Περιπίπτομεν εἰς ἀπορίαν καὶ ἀμηχανίαν, χωρὶς ποτὲ νὰ ἀποθαρρυνώμεθα καὶ νὰ μὴ εὑρίσκωμεν λύσιν καὶ ἀπάντησιν εἰς τὰς ἀπορίας μας.

9διωκόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ᾿ οὐκ ἀπολλύμενοι,

Διωκόμεθα ἀπὸ ἀπίστους καὶ ψευδαδέλφους, ἀλλὰ δὲν ἐγκαταλειπόμεθα ἀπὸ τὸν Θεόν. Φαίνεται μερικὲς φορές, ὅτι καταβαλλόμεθα καὶ ριπτόμεθα ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς μας κάτω ὡς ἡττημένοι, ἀλλὰ δὲν χανόμεθα.

10πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ.

Ὅπου καὶ ἂν περιοδεύωμεν, φέρομεν εἰς τὸ σῶμα μᾶς πάντοτε τὰς ὀδύνας καὶ τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, κινδυνεύοντες ὅπως ἐκεῖνος καὶ νὰ ἀποθάνωμεν εἰς κάθε στιγμήν. Τοῦτο ὅμως, διὰ νὰ φανερωθῇ εἰς τὴν ζωὴν καὶ ὕπαρξιν μας, ποὺ πάντοτε διαφεύγει τὸν θάνατον, ἡ ζωὴ καὶ ἡ δύναμις τοῦ Ἰησοῦ.

11ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν.

Διότι πάντοτε ἡμεῖς, ποὺ ζῶμεν διὰ τὸ ἔργον τοῦ Κυρίου, παραδιδόμεθα εἰς θάνατον διὰ τὴν δόξαν τοῦ Ἰησοῦ, ὥστε ἡ ζωὴ καὶ ἡ δύναμις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ φανῇ εἰς τὸ θνητὸν μας σῶμα, τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος κατὰ θαυμαστοὺς τρόπους σῴζει.

12ὥστε ὁ μὲν θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν.

Ὥστε οἱ μὲν καθημερινοὶ θανάσιμοι κίνδυνοι ὑπάρχουν εἰς ἡμᾶς, ἡ δὲ πνευματικὴ ζωή, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἰδικὸν μας θάνατον, ἐνεργεῖται καὶ αὐξάνεται εἰς σᾶς.

13ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως κατὰ τὸ γεγραμμένον, ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν,

Ἐπειδὴ ὅμως ἔχομεν τὸ αὐτὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ποὺ μᾶς χαρίζει καὶ μᾶς στερεώνει εἰς τὴν πίστιν, σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι γραμμένον εἰς τὴν Παλαιὰν Διαθήκην <ἐπίστευσα καὶ δι᾿ αὐτὸ ἐλάλησα>. καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν κατὰ τρόπον ὀρθὸν καὶ σταθερὸν εἰς τὸν Κύριον, δι᾿ αὐτὸ καὶ μὲ θάρρος κηρύττομεν τὴν διδασκαλίαν τῆς πίστεώς μας.

14εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς διὰ Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν.

Ἀπὸ αὐτὴν δὲ τὴν πίστιν ἀντλοῦμεν τὴν βεβαίαν γνῶσιν, ὅτι ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ, ὁ ὁποῖος ἀνέστησε τὸ Κύριον Ἰησοῦν, θὰ ἀναστήσῃ καὶ ἡμᾶς διὰ μέσου τοῦ Ἰησοῦ καὶ θὰ μᾶς θέση κοντὰ του, μαζῆ μὲ σᾶς, ἐνδόξους εἰς τὴν βασιλείαν του.

15τὰ γὰρ πάντα δι᾿ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

Διότι ὅλα γίνονται διὰ σᾶς, ὥστε ἡ εὐεργεσία καὶ ἡ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ποὺ γίνεται εἰς ἡμᾶς, νὰ γίνη καὶ ἰδικὴ σας εὐεργεσία καὶ νὰ πλεονάσῃ εἰς ὅλους. Ἔτσι δὲ σεῖς καὶ ἡμεῖς, ποὺ εἵμεθα οἱ εὐεργετούμενοι, νὰ εὐχαριστοῦμεν τὸν Θεόν, ὥστε καὶ ἡ εὐχαριστία νὰ πλεονάζὴ καὶ νὰ περισσεύῃ πρὸς δόξαν τοῦ Θεοῦ.

16Διὸ οὐκ ἐκκακοῦμεν, ἀλλ᾿ εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ᾿ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καὶ ἡμέρᾳ.

Ἐπειδὴ δὲ ἀκριβῶς καὶ αἱ θλίψεις ἀποβλέπουν εἰς τὸ ἀγαθόν, δὲν ἀποκάμνομεν καὶ δὲν ἀποθαρρυνόμεθα. Ἀλλ᾿ ἄν καὶ ὁ ἔξω ἄνθρωπος, τὸ σῶμα μας, ταλαιπωρῆται καὶ θλίβεται καὶ φθείρεται, ὁ ἔσω ὅμως ἄνθρωπος, ἡ ψυχή, ξανακαινουργώνεται καὶ ξανανιώνει ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέραν.

17τὸ γὰρ παραυτίκα ἐλαφρὸν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ᾿ ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν,

Διότι ἡ βραχείας διαρκείας, διὰ τοῦτο δὲ καὶ ἐλαφρά, θλῖψις μας, ἀπεργάζεται καὶ φέρει ὡς κέρδος εἰς ἡμᾶς αἰώνιον βάρος δόξῃς, ὑπερβολικὰ μεγάλο καὶ ἀφάνταστον.

18μὴ σκοπούντων ἡμῶν τὰ βλεπόμενα, ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα· τὰ γὰρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια.

Ὅσον δὲ μεγάλαι καὶ ὀδυνηραὶ καὶ ἂν εἶναι αἱ θλίψεις μας, θὰ τὰς αἰσθανώμεθα ὡς ἐλαφρὰς καὶ θὰ τὰς ὑπομένωμεν μὲ χαράν, ἐὰν δὲν θὰ προσηλώνωμεν τὸ βλέμμα μας εἰς ἐκεῖνα ποὺ βλέπονται μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος, εἰς τὰ ὑλικὰ καὶ αἰσθητά, ἀλλ᾿ εἰς ἐκεῖνά ποὺ δὲν βλέπονται. Διότι τὰ βλεπόμενα εἶναι παροδικὰ καὶ προσωρινά, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα εἶναι αἰώνια καὶ ἀναλλοίωτα.