Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κείμενα
Είσοδος
Ελεύθερη ανάγνωση: η Αγία Γραφή είναι ανοιχτή σε όλους, χωρίς λογαριασμό. Με λογαριασμό έχετε πρόσβαση σε όλη τη βιβλιοθήκη. Σύνδεση
Καινὴ Διαθήκη · Ἐπιστολή

Πρὸς Κορινθίους Β΄

Κεφάλαιον Ι΄
Λειτουργία ανάγνωσης

Η εξουσία και η αποστολή του Παύλου1-18

1Αὐτὸς δὲ ἐγὼ Παῦλος παρακαλῶ ὑμᾶς διὰ τῆς πραότητος καὶ ἐπιεικείας τοῦ Χριστοῦ, ὃς κατὰ πρόσωπον μὲν ταπεινὸς ἐν ὑμῖν, ἀπὼν δὲ θαρρῶ εἰς ὑμᾶς·

Ἐγὼ δὲ ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος προσωπικῶς σᾶς παρακαλῶ διὰ τῆς πρᾳότητος καὶ τῆς ἐπιεικείας καὶ τῆς γλυκύτητος τοῦ Χριστοῦ, ἐγὼ ὁ ὁποῖος, ὅταν εἷμαι προσωπικῶς κοντὰ σας, εἷμαι μηδαμινὸς καὶ ἀσθενὴς εἰς τὰ μάτια σας, ὅταν δὲ ἀπουσιάζω παίρνω θάρρος ἀπέναντί σας καὶ φαίνομαι τόσον τολμηρός.

2δέομαι δὲ τὸ μὴ παρὼν θαρρῆσαι τῇ πεποιθήσει ᾗ λογίζομαι τολμῆσαι ἐπί τινας τοὺς λογιζομένους ἡμᾶς ὡς κατὰ σάρκα περιπατοῦντας.

Σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ μὲ φέρετε εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅταν θὰ εἷμαι παρὼν μεταξὺ σας, νὰ χρησιμοποιήσω αὐτὸ τὸ θάρρος, πού μοῦ τὸ δίδει ἡ πίστις καὶ ἡ πεποίθησίς μου εἰς τὴν ἀποστολήν μου, νὰ κάμω χρῆσιν τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν λογαριάζω νὰ μεταχειρισθῶ μὲ τόλμην ἐναντίον μερικῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς θεωροῦν σὰν ζῶντας καὶ συμπεριφερομένους, ὅπως οἱ σαρκικοὶ ἄνθρωποι μὲ ἰδιοτέλειαν καὶ ἐμπάθειαν.

3Ἐν σαρκὶ γὰρ περιπατοῦντες οὐ κατὰ σάρκα στρατευόμεθα·

Διότι ἡμεῖς ἂν καὶ ζῶμεν ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, καθὸ σάρκα καὶ ὀστὰ ἔχοντες, δὲν ἀγωνιζόμεθα ὅμως τὸν καλὸν ἀγῶνα μὲ σαρκικὰ μέσα.

4τὰ γὰρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικὰ, ἀλλὰ δυνατὰ τῷ Θεῷ πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων·

Διότι τὰ ὅπλα τοῦ ἀγῶνας μας δὲν εἶναι εὐτελῆ καὶ ἀδύνατα ἀνθρώπινα ὅπλα, ἀλλὰ δυνατὰ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ διὰ τὸ κρήμνισμα τῶν ὀχυρωμάτων τοῦ ἐχθροῦ.

5λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ,

Καὶ αὐτὰ τὰ ὀχυρά, ποὺ κρημνίζομεν, εἶναι τὰ σοφίσματα καὶ κάθε ἔπαρσις, καὶ ὑψηλοφροσύνη, ποὺ ὑψώνεται ἀλαζονικά, διὰ νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς ἀνθρώπους νὰ γνωρίσουν τὸν Θεόν. Ἐπὶ πλέον δὲ μὲ τὰ πνευματικὰ μας ὅπλα ἑλκύομεν κάθε καλοπροαίρετον καρδίαν καὶ σὰν αἰχμάλωτον τὴν παραδίδομεν εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ.

6καὶ ἐν ἑτοίμῳ ἔχοντες ἐκδικῆσαι πᾶσαν παρακοήν, ὅταν πληρωθῇ ὑμῶν ἡ ὑπακοή.

Καὶ εἵμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην καὶ νὰ τιμωρήσωμεν κάθε παρακοήν, ἐφ᾿ ὅσον καὶ ὅταν ἡ ἰδικὴ σας ὑπακοὴ γίνῃ πλήρης καὶ τελεία.

7Τὰ κατὰ πρόσωπον βλέπετε. εἴ τις πέποιθεν ἑαυτῷ Χριστοῦ εἶναι, τοῦτο λογιζέσθω πάλιν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ, ὅτι καθὼς αὐτὸς Χριστοῦ οὕτω καὶ ἡμεῖς Χριστοῦ.

Σεῖς ὅμως βλέπετε ἀκόμη τὴν ἐπιφάνειαν τῶν πραγμάτων καὶ ὄχι τὸ βάθος. Ἐὰν κανεὶς κολακεύεται νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἀνήκει εἰς τὸν Χριστόν, ἂς συλλογισθῇ πάλιν ἀπὸ τὸν ἑαυτὸν του καὶ τοῦτο, ὅτι, ὅπως αὐτὸς εἶναι τοῦ Χριστοῦ, ἔτσι καὶ ἡμεῖς εἵμεθα τοῦ Χριστοῦ.

8ἐάν τε γὰρ καὶ περισσότερόν τι καυχήσομαι περὶ τῆς ἐξουσίας ἡμῶν, ἧς ἔδωκεν ὁ Κύριος ἡμῖν εἰς οἰκοδομὴν καὶ οὐκ εἰς καθαίρεσιν ὑμῶν, οὐκ αἰσχυνθήσομαι,

Διότι καὶ ἂν ἀκόμη καυχηθῶ κάπως περισσότερον διὰ τὴν ἐξουσίαν, ποὺ ἔχομεν ἡμεῖς οἱ Ἀπόστολοι καὶ τὴν ὁποίαν μᾶς ἔχει δώσει αὐτὸς ὁ Κύριος, διὰ νὰ σᾶς οἰκοδομοῦμεν εἰς τὴν πνευματικὴν ζωὴν καὶ ὄχι νὰ σᾶς κατακρημνίζωμεν, δὲν θὰ ἐντροπιασθῶ, διότι τὴν ἀλήθειαν θὰ εἴπω.

9ἵνα μὴ δόξω ὡς ἂν ἐκφοβεῖν ὑμᾶς διὰ τῶν ἐπιστολῶν.

Δὲν τὸ πράττω ὅμως, διὰ νὰ μὴ φανῶ σὰν νὰ θέλω μὲ τὰς ἐπιστολάς μου νὰ σᾶς ἐκφοβίσω.

10ὅτι αἱ μὲν ἐπιστολαὶ, φησί, βαρεῖαι καὶ ἰσχυραί, ἡ δὲ παρουσία τοῦ σώματος ἀσθενὴς καὶ ὁ λόγος ἐξουθενημένος.

Διότι λέγουν καὶ τοῦτο οἱ κατήγοροί μας, ὅτι αἱ μὲν ἐπιστολαὶ του εἶναι καταθλιπτικαὶ μὲ τὸ βάρος των καὶ αὐστηραὶ μὲ τὴν δύναμιν τῶν ἐλέγχων· ἡ σωματικὴ του ὅμως ἐμφάνισις εἶναι ἀσθενὴς καὶ ὁ λόγος του σὰν ἕνα τίποτε.

11τοῦτο λογιζέσθω ὁ τοιοῦτος, ὅτι οἷοί ἐσμεν τῷ λόγῳ δι᾿ ἐπιστολῶν ἀπόντες, τοιοῦτοι καὶ παρόντες τῷ ἔργῳ.

Αὐτὸς ὅμως ποὺ μᾶς κατηγορεῖ, ἂς σκεφθῇ τοῦτο· ὅτι ὁποῖοι εἵμεθα μὲ ὅσα γράφομεν εἰς τὰς ἐπιστολὰς μας, ὅταν ἀπουσιάζωμεν, τέτοιοι εἵμεθα καὶ μὲ τὰ ἔργα μας, ὅταν εἵμεθα παρόντες.

12Οὐ γὰρ τολμῶμεν ἐγκρῖναι ἢ συγκρῖναι ἑαυτούς τισιν τῶν ἑαυτοὺς συνιστανόντων· ἀλλὰ αὐτοὶ ἐν ἑαυτοῖς ἑαυτοὺς μετροῦντες καὶ συγκρίνοντες ἑαυτοὺς ἑαυτοῖς οὐ συνιοῦσιν.

Πράγματι δὲν ἔχομεν τὴν τόλμην νὰ συναριθμήσωμεν τοὺς εὐατοὺς μας ἢ καὶ νὰ τοὺς συγκρίνωμεν μὲ μερικούς, ποὺ συσταίνουν τοὺς ἑαυτοὺς των ὡς μεγάλους καὶ ἰσχυρούς. Αὐτοὶ ὅμως εἶναι ἄνθρωποι ποὺ αὐτοθαυμάζονται μετροῦντες τὸν ἑαυτὸν των μὲ τοὺς ἑαυτοὺς των καὶ συγκρίνοντες τὸν ἑαυτὸν των πρὸς ἑαυτοὺς καὶ δὲν καταλαβαίνουν οὔτε τί εἶναι οὔτε τί λέγουν.

13ἡμεῖς δὲ οὐχὶ εἰς τὰ ἄμετρα καυχησόμεθα, ἀλλὰ κατὰ τὸ μέτρον τοῦ κανόνος οὗ ἐμέρισεν ἡμῖν ὁ Θεὸς μέτρου, ἐφικέσθαι ἄχρι καὶ ὑμῶν.

Ἡμεῖς δὲ δὲν θὰ καυχηθῶμεν κατὰ τρόπον ὑπερβολικὸν καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ θὰ καυχηθῶμεν σύμφωνα μὲ τὸ μέτρον τῆς δικαιοδοσίας, ποὺ ἐξεχώρισεν εἰς ἡμᾶς ὁ Θεὸς σὰν περιοχὴν τῆς ἀποστολικῆς μας δράσεως καί ποὺ μᾶς ἔχει ἀξιώσει νὰ φθάσωμεν μέχρις εἰς σᾶς.

14οὐ γὰρ ὡς μὴ ἐφικνούμενοι εἰς ὑμᾶς ὑπερεκτείνομεν ἑαυτούς· ἄχρι γὰρ καὶ ὑμῶν ἐφθάσαμεν ἐν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ,

Διότι δὲν ἐξυψώνομεν μὲ κενὰς καυχησιολογίας τὸν εὐατὸν μας, σὰν νὰ μὴ εἴχαμεν φθάσει μέχρι καὶ εἰς τὴν χώραν σας κηρύττοντες τὸ Εὐαγγέλιον, διότι τότε θὰ ἐψεδόμεθα. Ἐνῶ ἡμεῖς λέγομεν τὴν ἀλήθειαν, διότι ἐφθάσαμεν πράγματι μέχρις ὑμῶν διὰ τὸ ἔργον τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ.

15οὐκ εἰς τὰ ἄμετρα καυχώμενοι ἐν ἀλλοτρίοις κόποις, ἐλπίδα δὲ ἔχοντες, αὐξανομένης τῆς πίστεως ὑμῶν, ἐν ὑμῖν μεγαλυνθῆναι κατὰ τὸν κανόνα ἡμῶν εἰς περισσείαν,

Ὄχι, δὲν καυχώμεθα ἔξω ἀπὸ τὸ μέτρον δι᾿ ἐργασίας καὶ κόπους, ποὺ ἄλλοι ἔχουν κάμει. Ἀλλ᾿ ἔχομεν ἐλπίδα, καθ᾿ ὅσον αὐξάνει ἡ χριστιανικὴ σας πίστις καὶ ζωή, ὅτι θὰ δοξασθῶμεν μὲ τὴν ἰδικὴν σας πρόοδον καὶ ἡμεῖς, ἕντος τῶν ὁρίων πάντοτε τῆς δικαιοδοσίας καὶ τῆς δράσεως, ποὺ μᾶς ἔχει δοθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἔτσι δὲ θὰ ἐκτείνωμεν τὴν ἀποστολικὴν δρᾶσιν καὶ ἀκόμη περισσότερον,

16εἰς τὰ ὑπερέκεινα ὑμῶν εὐαγγελίσασθαι, οὐκ ἐν ἀλλοτρίῳ κανόνι εἰς τὰ ἕτοιμα καυχήσασθαι.

ὥστε νὰ κηρύξωμεν τὸ Εὐαγγέλιον καὶ εἰς περιοχάς, ποὺ εἶναι πέραν ἀπὸ τὰ ἰδικὰ σας σύνορα, εἰς ἀνθρώπους πρὸς τοὺς ὁποίους κανεὶς μέχρι σήμερα δὲν ἔχει διδάξει τὸν Χριστόν, ὥστε καὶ πάλιν νὰ μὴ καυχώμεθα εἰς ξένην δικαιοδοσίαν δι᾿ ἔργα, ποὺ ἔχουν πραγματοποιήσει καὶ ἑτοιμάσει ἄλλοι.

17Ὁ δὲ καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω·

῍Ας ἐφαρμόζεται καὶ εἰς ἡμᾶς ὁ λόγος τῆς Γραφῆς· <ἐκεῖνος ποῦ καυχᾶται, ἂς καυχᾶται ὄχι ἀλαζωνικῶς, ἀλλὰ μὲ ταπείνωσιν ἀποδίδων εἰς τὸν Κύριον τὴν δόξαν διὰ τὰ καλὰ ἔργα, ποὺ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τοῦ ἔχει δώσει δύναμιν καὶ χάριν νὰ τὰ κάμῃ>.

18οὐ γὰρ ὁ ἑαυτὸν συνιστῶν, ἐκεῖνός ἐστι δόκιμος, ἀλλ᾿ ὃν ὁ Κύριος συνίστησιν.

Διότι ἐνάρετος καὶ εὐάρεστος εἰς τὸν Θεὸν δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος αὐτοσυσταίνεται καὶ αὐτοεγκωμιάζεται, ἀλλ᾿ ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον συσταίνει καὶ ἐγκωμιάζει ὁ Θεός.