Πρὸς Κορινθίους Β΄
Οράματα και αποκαλύψεις1-10
1Καυχᾶσθαι δὴ οὐ συμφέρει μοι· ἐλεύσομαι γὰρ εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις Κυρίου.
Νὰ καυχηθῶ διὰ τόσα καὶ τόσα ἄλλα, ποὺ ὑπέστην καὶ ἔπραξα διὰ τὸ Εὐαγγέλιον, δὲν μὲ συμφέρει ἀπὸ πνευματικῆς ἀπόψεως. Θὰ προχωρήσω ὅμως εἰς ὁράματα καὶ ἀποκαλύψεις, ποὺ ἔλαβα ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου.
2Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ.
Γνωρίζω ἕνα ἄνθρωπον, ποὺ ἐζοῦσε ἐν Χριστῷ, καὶ ὁ ὁποῖος πρὸ δεκατεσσάρων ἐτῶν-εἴτε εὑρίσκετο εἰς τὸ σῶμα του κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην δὲν γνωρίζω· εἴτε ἧτο ἐκτὸς τοῦ σώματος, δὲν γνωρίζω, ὁ Θεὸς τὸ γνωρίζει-εἶχεν ἁρπαγῆ καὶ ἀναληφθ ἕως τὸν τρίτον οὐρανόν.
3καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν·
Καὶ γνωρίζω, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος-εἴτε μὲ τὸ σῶμα του ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα του, δὲν γνωρίζω, ὁ Θεὸς γνωρίζει-
4ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι.
ὅτι ἠρπάγη ἕως εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσε λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνθρωπίνη γλῶσσα δὲν ἠμπορεῖ νὰ διατυπώσῃ καὶ τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ἄνθρωπον νὰ τοὺς εἴπῃ καὶ τοὺς ἀποκαλύψῃ.
5ὑπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι, ὑπὲρ δὲ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰ μὴ ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου.
Διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν θὰ καυχηθῶ, ποὺ τὸν ἐτίμησε τόσον πολὺ ὁ Θεός. Διὰ τὸν εὐατόν μου ὅμως δὲν θὰ καυχηθῶ, παρὰ μόνον διὰ τὰς ἀσθενείας μου, ὅπως αὐταὶ ἀφάνησαν εἰς τὰς περιόδους τῶν διωγμῶν καὶ τῶν κινδύνων.
6ἐὰν γὰρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· ἀλήθειαν γὰρ ἐρῶ· φείδομαι δὲ μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ ὃ βλέπει με ἢ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ.
Ἐὰν ὅμως θελήσω νὰ καυχηθῶ διὰ τοὺς ἀγῶνας μου καὶ διὰ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ τοῦ Εὐαγγελίου ἔκαμα, δὲν θὰ εἷμαι ἄφρων, διότι θὰ πῶ τὴν ἀλήθειαν. Διστάζω ὅμως καὶ ἀποφεύγω νὰ τὸ πράξω, μήπως τυχὸν κανεὶς σχηματίσῃ δι᾿ ἐμὲ ἰδέαν ἀνωτέραν, ἀπὸ ὅ,τι βλέπεις εἰς ἐμὲ ἡ ἀπ᾿ ὅ,τι ἀκούει ἀπὸ ἐμέ.
7Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι.
Καὶ ἕνεκα τοῦ πολλοῦ πλήθους τῶν ἀποκαλύψεων, διὰ νὰ μὴ ὑπερηφανεύωμαι, ἐπέτρεψεν ὁ Θεὸς καί μοῦ ἐδόθη σκληρὸ ἀγκάθι εἰς τὸ σῶμα, ἄγγελος δηλαδὴ τοῦ σατανᾶ, διὰ νὰ μὲ γρονθοκοπῇ καὶ νὰ μὲ ταλαιπωρῇ, ἀνίατος ἀσθένεια διὰ νὰ μὴ τὸ παρὼ ἐπάνω μου.
8ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα, ἵνα ἀποστῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ·
Διὰ τὴν θλῖψιν καὶ δοκιμασίαν αὐτὴν τρεῖς φορὲς παρεκάλεσα τὸν Κύριον νά μοῦ τὴν ἀπομακρύνῃ.
9καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ ὁ Κύριός μοῦ εἶπε· <σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρις μου· διότι ἡ δύναμίς μου φαίνεται ὁλοένα καὶ τελειοτέρα μέσα εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν μὲ τὰ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἔργα ποὺ κατορθώνει>. Μὲ πολὺ μεγάλην ἐσωτερικὴν γλυκύτητα καὶ εὐχαρίστησιν θὰ καυχῶμαι περισσότερον διὰ τὰς ἀσθενείας μου, ὥστε νὰ μένω ἔτσι εἰς τὴν ταπεινοφροσύνην, διὰ νὰ κατοικήσῃ εἰς ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ.
10διὸ εὐδοκῶ ἐν ἀσθενείαις, ἐν ὕβρεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν διωγμοῖς, ἐν στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ· ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι.
Διὰ τοῦτο δοκιμάζω ἐσωτερικὴν χαρὰν καὶ εὐφροσύνην εἰς τὰς ἀσθενείας, εἰς τὰς ὕβρεις, εἰς τὰς ἀνάγκας, εἰς τοὺς διωγμούς, εἰς τὰς στενοχωρίας, τὰς ὁποίας ὑφίσταμαι καὶ ὑπομένω διὰ τὸν Χριστόν. Διότι ὅταν εὑρίσκωμαι ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν τῶν ἀσθενειῶν, τότε μὲ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ γίνομαι καὶ εἷμαι δυνατός.
Η αγάπη και η φροντίδα του Παύλου για τους Κορινθίους11-21
11Γέγονα ἄφρων καυχώμενος! ὑμεῖς με ἠναγκάσατε. ἐγὼ γὰρ ὤφειλον ὑφ᾿ ὑμῶν συνίστασθαι· οὐδὲν γὰρ ὑστέρησα τῶν ὑπερλίαν ἀποστόλων, εἰ καὶ οὐδέν εἰμι.
Ἔγινα ἀνόητος, ποὺ ἔχω καυχηθὴ ἔτσι! Ἀλλὰ σεῖς μὲ ἀναγκάσατε. Διότι ἐγὼ ἔπρεπε ἀπὸ σᾶς νὰ συσταίνωμαι, καὶ ὄχι ἐγὼ νὰ συσταίνω τὸν εὐατὸν μου εἰς σᾶς. Ἐπειδή, ὅπως καὶ σεῖς ξέρετε, δὲν ἔχω ὑστερήσει εἰς τίποτε καὶ δὲν ἔχω φανῇ κατώτερος καὶ ἀπὸ τοὺς πλέον ἐπισήμους μεταξὺ τῶν Ἀποστόλων, ἂν καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μου δὲν εἷμαι τίποτε.
12τὰ μὲν σημεῖα τοῦ ἀποστόλου κατειργάσθην ἐν ὑμῖν ἐν πάσῃ ὑπομονῇ, ἐν σημείοις καὶ τέρασι καὶ δυνάμεσι.
Ὅλα τὰ γνωρίσματα, ποὺ ἀποδεικνύουν καὶ πιστοποιοῦν τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἀποστόλου, ἔχουν πραγματοποιηθῇ μεταξὺ σας ἀπὸ ἐμὲ μὲ κάθε ὑπομονὴν καὶ μὲ θαύματα, μὲ καταπληκτικὰ ἔργα καὶ ὑπερφυσικὰς δυνάμεις.
13Τί γάρ ἐστιν ὃ ἡττήθητε ὑπὲρ τὰς λοιπὰς ἐκκλησίας, εἰ μὴ ὅτι αὐτὸς ἐγὼ οὐ κατενάρκησα ὑμῶν; χαρίσασθέ μοι τὴν ἀδικίαν ταύτην.
Διότι τί εἶναι ἐκεῖνο εἰς τὸν ὁποῖον ἔχετε νικηθῇ καὶ ἔχετε ὑστερήσει ἀπέναντι τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν, παρὰ μόνον τὸ ὅτι ἐγὼ δὲν σᾶς ἐπεβάρυνα μὲ τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεώς μου; Ἐὰν ἔπταισα εἰς τοῦτο, συγχωρήσετέ μου αὐτὴν τὴν ἀδικίαν.
14Ἰδοὺ τρίτον ἑτοίμως ἔχω ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς, καὶ οὐ καταναρκήσω ὑμῶν· οὐ γὰρ ζητῶ τὰ ὑμῶν, ἀλλὰ ὑμᾶς. οὐ γὰρ ὀφείλει τὰ τέκνα τοῖς γονεῦσι θησαυρίζειν, ἀλλ᾿ οἱ γονεῖς τοῖς τέκνοις.
Ἰδού, τρίτην φορὰν τώραν ἑτοιμάζομαι νὰ ἔλθω πρὸς σᾶς καὶ δὲν θὰ σᾶς ἐπιβαρύνω. Διότι ἐγὼ δὲν ζητῶ τὰ ἀγαθὰ τὰ ἰδικὰ σας, ἀλλὰ ζητῶ σᾶς τοὺς ἰδίους διὰ τὸν Χριστόν. Ἄλλωστε δὲν ὀφείλουν τὰ τέκνα νὰ θησαυρίζουν διὰ τοὺς γονεῖς, ἀλλ᾿ οἱ γονεῖς νὰ θησαυρίζουν διὰ τὰ τέκνα.
15ἐγὼ δὲ ἥδιστα δαπανήσω καὶ ἐκδαπανηθήσομαι ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν, εἰ καὶ περισσοτέρως ὑμᾶς ἀγαπῶν ἧττον ἀγαπῶμαι.
Ἐγὼ δέ, σὰν πατέρας σας ποὺ εἷμαι, μὲ ὅλη μου τὴν εὐχαρίστησιν θὰ δαπανήσω γιὰ σᾶς χρήματα, ἀλλὰ καὶ θὰ δαπανηθῶ ὁλόκληρος διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ψυχῶν σας. ῍Αν καί-ἂς πῶ αὐτὸ τὸ παράπονον-ἐνῶ ἐγὼ σᾶς ἀγαπῶ περισσότερον, σεῖς ὀλιγώτερον μὲ ἀγαπᾶτε.
16ἔστω δέ, ἐγὼ οὐ κατεβάρησα ὑμᾶς, ἀλλ᾿ ὑπάρχων πανοῦργος δόλῳ ὑμᾶς ἔλαβον.
Ἔστω, ἐγὼ δὲν σᾶς ἐπεβάρυνα, ἀλλά, ὅπως λέγουν οἱ συκοφάνται μου, ἐπειδὴ εἷμαι πανοῦργος, σᾶς ἐπιασα μὲ δολιότητα καὶ σᾶς ἔφερα μὲ τὸ μέρος μου.
17μή τινα ὧν ἀπέσταλκα πρὸς ὑμᾶς, δι᾿ αὐτοῦ ἐπλεονέκτησα ὑμᾶς;
Εἰς Ποῖον ὅμως σημεῖον ἔδειξα αὐτὴν τὴν πανουργίαν καὶ δολιότητά μου; Μήπως μὲ κανένα ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ σᾶς ἔχω στείλει, σᾶς ἐπῆρα πλεονεκτικῶς καὶ μὲ ἀπάτην χρήματα;
18παρεκάλεσα Τίτον καὶ συναπέστειλα τὸν ἀδελφόν· μήτι ἐπλεονέκτησεν ὑμᾶς Τίτος; οὐ τῷ αὐτῷ πνεύματι περιεπατήσαμεν; οὐ τοῖς αὐτοῖς ἴχνεσι;
Παρεκάλεσα τὸν Τίτον νὰ σᾶς ἐπισκεφθῇ καὶ μαζῆ μὲ αὐτὸν ἔστειλα καὶ τὸν ἀδελφόν. Μήπως ὁ Τίτος σᾶς ἐξεγέλασε καὶ σᾶς ἐπῇρε χρήματα; Δὲν ἐπολιτεύθημεν ὅλοι ἀπέναντι σας μὲ τὸ αὐτὸ φρόνημα καὶ μὲ τὸν αὐτὸν τρόπον; Δὲν ἐβαδίσαμεν ὅλοι εἰς τὰ ἴδια ἴχνη;
19Πάλιν δοκεῖτε ὅτι ὑμῖν ἀπολογούμεθα; κατενώπιον τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ λαλοῦμεν· τὰ δὲ πάντα, ἀγαπητοί, ὑπὲρ τῆς ὑμῶν οἰκοδομῆς.
Μήπως πάλιν νομίζετε, ὅτι ἀπολογούμεθα ἐνώπιόν σας; Ὄχι, ἀλλ᾿ ὁμολοῦμεν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Ὅσα δὲ λέγομεν καὶ πράττομεν, ἀγαπητοί, τὰ κάμνουν χάριν τῆς ἰδικῆς σας πνευματικῆς προόδου.
20φοβοῦμαι γὰρ μήπως ἐλθὼν οὐχ οἵους θέλω εὕρω ὑμᾶς, κἀγὼ εὑρεθῶ ὑμῖν οἷον οὐ θέλετε, μήπως ἔρεις, ζῆλος, θυμοί, ἐριθεῖαι, καταλαλιαί, ψιθυρισμοί, φυσιώσεις, ἀκαταστασίαι,
Διότι φοβοῦμαι, μήπως ὅταν ἔλθω δὲν σᾶς εὔρῳ, ὅποιους θέλω νὰ σᾶς εὔρῳ, καὶ ἐγὼ εὑρεθῶ ἀπέναντι σας ἔτσι ποὺ καὶ σεῖς δὲν θέλετε. Φοβοῦμαι μήπως εὔρῳ μεταξὺ σας ἔριδας, φθόνους, θυμούς, φιλονεικίας καὶ φατριασμούς, κατακρίσεις ἐναντίον ἀλλήλων, ψυθυρισμοὺς εἰς βάρος τῶν ἄλλων, ἀλαζονείας καὶ ἀποκαταστασίας.
21μὴ πάλιν ἐλθόντα με ταπεινώσῃ ὁ Θεός μου πρὸς ὑμᾶς καὶ πενθήσω πολλοὺς τῶν προημαρτηκότων καὶ μὴ μετανοησάντων ἐπὶ τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ πορνείᾳ καὶ ἀσελγείᾳ ᾗ ἔπραξαν.
Φοβοῦμαι μήπως, ὅταν πάλιν ἔλθω πρὸς σᾶς, μὲ ταπεινώσῃ ὁ Θεός, ὅπως καὶ προηγουμένως, καὶ πενθήσω διὰ πολλοὺς ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ πιθανὸν νὰ ἔχουν ἁμαρτήσει πρὸς τῆς νέας μου αὐτῆς ἐπισκέψεως καὶ δὲν ἔχουν μετανοήσει διὰ τὴν ἀκαθαρσίαν καὶ τὴν πορνείαν καὶ τὴν ἀσέλγειαν, ποὺ διέπραξαν.