Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κείμενα
Είσοδος
Ελεύθερη ανάγνωση: η Αγία Γραφή είναι ανοιχτή σε όλους, χωρίς λογαριασμό. Με λογαριασμό έχετε πρόσβαση σε όλη τη βιβλιοθήκη. Σύνδεση
Καινὴ Διαθήκη · Ἐπιστολή

Πρὸς Ῥωμαίους

Κεφάλαιον Ζ΄
Λειτουργία ανάγνωσης

Ο νόμος δεν ισχύει πιά1-25

1Ἢ ἀγνοεῖτε, ἀδελφοί· γινώσκουσι γὰρ νόμον λαλῶ· ὅτι ὁ νόμος κυριεύει τοῦ ἀνθρώπου ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ζῇ;

Ὁμιλῶ πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὸν Νόμον. Ἢ μήπως ἀγνοεῖτε, ἀδελφοί, ὄτο ὁ Νόμος ἔχει κῦρος καὶ ἐξουσίαν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἐφ᾿ ὅσον αὐτὸς ζῇ;

2ἡ γὰρ ὕπανδρος γυνὴ τῷ ζῶντι ἀνδρὶ δέδεται νόμῳ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνήρ, κατήργηται ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ ἀνδρός.

Διότι ἡ ὑπανδρευμένη γυναῖκα, παραδείγματος χάριν, ἔχει διὰ τοῦ νόμου τοῦ γάμου δεθῆ πρὸς τὸν ἄνδρα της, ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ἐκεῖνος ζῇ. Ἐὰν ὅμως ἀποθάνῃ ὁ σύζυγός της, ἔχει αὐτῇ ἀποδεσμευθῆ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος τὴν ἔδενε προηγουμένως μὲ τὸν ἄνδρα της.

3ἄρα οὖν ζῶντος τοῦ ἀνδρὸς μοιχαλὶς χρηματίσει ἐὰν γένηται ἀνδρὶ ἑτέρῳ· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ ὁ ἀνήρ, ἐλευθέρα ἐστὶν ἀπὸ τοῦ νόμου, τοῦ μὴ εἶναι αὐτὴν μοιχαλίδα γενομένην ἀνδρὶ ἑτέρῳ·

Ἄρα, ὅταν ζῇ ὁ σύζυγος της, ἐὰν αὐτῇ συνάψῃ σχέσεις μὲ ἄλλον ἄνδρα, θὰ γίνῃ μοιχαλίς. Ἐὰν ὅμως πεθάνῃ ὁ σύζυγος της εἶναι ἐλευθέρα ἀπὸ τὸν νόμον, νὰ γίνῃ σύζυγος ἄλλου ἀνδρός, χωρὶς νὰ θεωρῆται αὐτῇ πλέον μοιχαλίς.

4ὥστε, ἀδελφοί μου, καὶ ὑμεῖς ἐθανατώθητε τῷ νόμῳ διὰ τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸ γενέσθαι ὑμᾶς ἑτέρῳ, τῷ ἐκ νεκρῶν ἐγερθέντι, ἵνα καρποφορήσωμεν τῷ Θεῷ.

Ὥστε, ἀδελφοί μου, κατὰ τὸ παράδειγμά ποὺ σᾶς ἔφερα, ἔχετε θανατωθῆ καὶ ἀποθάνει ὡς πρὸς τὸν Νόμον διὰ τοῦ σταυρωθέντος σώματος τοῦ Κυρίου, ὥστε νὰ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀνήκετε εἰς ἄλλον, δηλαδὴ εἰς τὸν ἀναστηθέντα Χριστόν, διὰ νὰ φέρωμεν ἔτσι καρποὺς πνευματικοὺς πρὸς τιμὴν καὶ δόξαν τοῦ Θεοῦ.

5ὅτε γὰρ ἦμεν ἐν τῇ σαρκί, τὰ παθήματα τῶν ἁμαρτιῶν τὰ διὰ τοῦ νόμου ἐνηργεῖτο ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν εἰς τὸ καρποφορῆσαι τῷ θανάτῳ·

Διότι, ὅταν ἐζούσαμεν τὸν σαρκικὸν βίον τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, τὰ πάθη τῶν ἁμαρτιῶν, τὰ ὁποῖα κατεδίκαζε ἀλλὰ δὲν ἐξήλειφεν ὁ παλαιὸς Νόμος, ἐνεργοῦσαν ἕντος μας καὶ ἐπράττοντο διὰ τῶν μελῶν μας, διὰ νὰ παράγουν ἔτσι καρπούς ποὺ ἔφερναν τὸν αἰώνιον θάνατον.

6νυνὶ δὲ κατηργήθημεν ἀπὸ τοῦ νόμου, ἀποθανόντες ἐν ᾧ κατειχόμεθα, ὥστε δουλεύειν ἡμᾶς ἐν καινότητι πνεύματος καὶ οὐ παλαιότητι γράμματος.

Τώρα ὅμως ἔχομεν ἀποδεσμευθῆ ἐντελῶς ἀπὸ τὸν Νόμον, διότι ἀπεθάναμεν ὡς πρὸς αὐτόν, ὑπὸ τὴν κατοχὴν τοῦ ὁποίου προηγουμένως εὑρισκόμεθα, ὥστε τώρα νὰ ὑπακούωμεν εἰς τὸν Θεόν, διὰ νὰ ζήσωμεν τὴν νέαν κατάστασιν, ποὺ μὰς ἐχάρισε τὸ Πνεῦμα, καὶ νὰ μὴ δουλεύωμεν εἰς τὴν παλαιὰν κατάστασιν, ὅπου ἐκυριαρχοῦσαν οἱ τύποι καὶ τὸ γράμμα τοῦ Νόμου.

7Τί οὖν ἐροῦμεν; ὁ νόμος ἁμαρτία; μὴ γένοιτο· ἀλλὰ τὴν ἁμαρτίαν οὐκ ἔγνων εἰ μὴ διὰ νόμου· τήν τε γὰρ ἐπιθυμίαν οὐκ ᾔδειν εἰ μὴ ὁ νόμος ἔλεγεν, οὐκ ἐπιθυμήσεις·

Ἀλλὰ τότε, τί λοιπὸν θὰ εἴπωμεν; Ὅτι ὁ Νόμος, ποὺ μᾶς ἐδημιουργοῦσε αὐτὴν τὴν κατάστασιν τῆς δουλείας, ἧτο κάτι τὸ ἁμαρτωλὸν καὶ κακόν; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λέγωμεν ὅτι τὴν ἁμαρτίαν δὲν τὴν ἐγνωρίσαμεν εἰ μὴ μόνον διὰ τοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν ἀπηγόρευε. Διότι καὶ τὴν ἁμαρτωλὴν ἐπιθυμίαν δὲν θὰ τὴν ἐγνώριζα ὡς ἁμαρτωλήν, ἐὰν ὁ Νόμος ρητὼς δὲν ἔλεγεν <οὐκ ἐπιθυμήσεις ὅσα τῷ πλησίον σού ἐστι>.

8ἀφορμὴν δὲ λαβοῦσα ἡ ἁμαρτία διὰ τῆς ἐντολῆς κατειργάσατο ἐν ἐμοὶ πᾶσαν ἐπιθυμίαν· χωρὶς γὰρ νόμου ἁμαρτία νεκρά.

Ἔλαβεν ὅμως ἀφορμὴν ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀπαγορεύσεις τοῦ Νόμου ἡ ἁμαρτία, ποὺ ὑπῆρχε μέσα μου καὶ ὡς κατάστασις καὶ ὡς ροπὴ πρὸς τὸ κακὸν καὶ ἐκαλλιέργησε καὶ ἐφλόγισε μέσα μου κάθε ἁμαρτωλὴν ἐπιθυμίαν. Διότι χωρὶς τὸν Νόμον ἡ ἁμαρτία εἶναι νεκρά, σὰν νὰ μὴν ὑπάρχῃ.

9Ἐγὼ δὲ ἔζων χωρὶς νόμου ποτέ· ἐλθούσης δὲ τῆς ἐντολῆς ἡ ἁμαρτία ἀνέζησεν,

Ἐγὼ δὲ ἐζοῦσα κάποτε χωρὶς τὸν Νόμον, χωρὶς νὰ ἔχω γνῶσιν τῶν ἐντολῶν του. Ὅταν δὲ ἐγνώρισα τὴν ἐντολήν, τότε ἀναζωγονήθηκε μέσα μου καί μου ἔγινε γνωστὴ ἡ ἁμαρτία.

10ἐγὼ δὲ ἀπέθανον, καὶ εὑρέθη μοι ἡ ἐντολὴ ἡ εἰς ζωὴν, αὕτη εἰς θάνατον·

Συνέπεια αὐτοῦ εἶναι, ὅτι ἐγὼ ἀπέθανα πνευματικῶς ἐξ αἰτίας τῶν παραβάσεων. Καὶ ἔτσι ἡ ἐντολὴ τοῦ Νόμου, ποὺ εἶχε δοθῇ διὰ νὰ μὲ χειραγωγήσῃ εἰς τὴν λύτρωσιν καὶ ζωήν, αὐτῇ εὑρέθη ὅτι μὲ ὡδήγησεν εἰς τὸν θάνατον.

11ἡ γὰρ ἁμαρτία ἀφορμὴν λαβοῦσα διὰ τῆς ἐντολῆς ἐξηπάτησέ με καὶ δι᾿ αὐτῆς ἀπέκτεινεν.

Διότι ἡ ἁμαρτία ἐπῇρε ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν ἐντολήν, μὲ ἠπάτησε καὶ μὲ παρέσυρε δελεαστικῶς εἰς τὴν παράβασιν καὶ δι᾿ αὐτῆς μὲ ἐθανάτωσε πνευματικῶς.

12ὥστε ὁ μὲν νόμος ἅγιος, καὶ ἡ ἐντολὴ ἁγία καὶ δικαία καὶ ἀγαθή.

Ὥστε ὁ μὲν Νόμος, ποὺ ἐδόθη διὰ τοῦ Μωϋσέως, εἶναι ἅγιος καὶ κάθε ἐντολὴ του εἶναι ἁγία καὶ δικαία καὶ ἀγαθὴ δι᾿ ἐμὲ τὸν ἄνθρωπον.

13τὸ οὖν ἀγαθὸν ἐμοὶ γέγονε θάνατος; μὴ γένοιτο· ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ἵνα φανῇ ἁμαρτία, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ μοι κατεργαζομένη θάνατον, ἵνα γένηται καθ᾿ ὑπερβολὴν ἁμαρτωλὸς ἡ ἁμαρτία διὰ τῆς ἐντολῆς.

Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσῃ κανείς: Αὐτό, λοιπόν, τὸ ἀγαθόν, ὁ ἅγιος δηλάδη καὶ δίκαιος Νόμος, ἔγινε δι᾿ ἐμὲ αἰτία θανάτου; Μὴ γένοιτο! Ἀλλ᾿ ἡ ἁμαρτία, διὰ νὰ φανῇ πόσον ὀλεθρία καὶ φοβερὰ εἶναι, ἐπέτυχε διὰ τοῦ Νόμου, ποὺ εἶναι ἀγαθὸς καὶ δίκαιος, νὰ κατεργασθῇ καὶ πραγματοποιήσῃ ἕντος μου τὸν θάνατον· διὰ νὰ γίνῃ ἔτσι καὶ ἀποδειχθῇ ὁλοκάθαρα διὰ μέσου τῆς ἐντολῆς, πόσον ὑπερβολικὰ καταστρεπτικὴ καὶ ὕπουλος εἶναι ἡ ἁμαρτία διὰ τὸν ἄνθρωπον.

14Οἴδαμεν γὰρ ὅτι ὁ νόμος πνευματικός ἐστιν· ἐγὼ δὲ σαρκικός εἰμι, πεπραμένος ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν.

Διότι γνωρίζομεν ὅτι ὁ νόμος εἶναι πνευματικός, δῶρον δηλαδὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διὰ νὰ ἐξυπηρετῇ τὴν ἰδικὴν μας πνευματικὴν ζωήν. Ἐγὼ ὅμως εἷμαι δοῦλος τῆς σαρκός, σὰν πουλημένος σκλάβος ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῆς ἁμαρτίας.

15ὃ γὰρ κατεργάζομαι οὐ γινώσκω· οὐ γὰρ ὃ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ᾿ ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ.

Κυριευμένος καὶ σκοτισμένος ἀπὸ τὸ πάθος δὲν γνωρίζω καλὰ αὐτὸ τὸ κακόν ποὺ πράττω. Διότι δὲν πράττω αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐσωτερικὼς θέλω, ἀλλὰ κάμνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μισῶ.

16εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω τοῦτο ποιῶ, σύμφημι τῷ νόμῳ ὅτι καλός.

Ἐὰν δέ, παρασυρόμενος ἀπὸ τὴν ἐσωτερικήν μου ἁμαρτωλότητα καὶ τοὺς ἐξωτερικοὺς πειρασμούς, πράττω αὐτό ποὺ δὲν θέλω, τότε μὲ τὴν θέλησίν μου καὶ ἀντίθετα πρὸς τὰ ἔργα μου συμφωνῶ μὲ τὸν Νόμον καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἶναι καλός.

17νυνὶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτὸ, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία.

Τώρα δὲ δὲν πράττω ἐγὼ τὸ κακόν, ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία κατοικεῖ μέσα μου καὶ μὲ ἐξουσιάζει.

18οἶδα γὰρ ὅτι οὐκ οἰκεῖ ἐν ἐμοί, τοῦτ᾿ ἔστιν ἐν τῇ σαρκί μου, ἀγαθόν· τὸ γὰρ θέλειν παράκειταί μοι, τὸ δὲ κατεργάζεσθαι τὸ καλὸν οὐχ εὑρίσκω·

Διότι γνωρίζω καλὰ ὅτι δὲν κατοικεῖ μέσα μου, δηλαδὴ εἰς τὴν διεφθαρμένην ἀνθρωπίνην φύσιν, τὸ ἀγαθόν· αὐτὸ δὲ φαίνεται καθαρὰ καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὸ νὰ θέλω μὲν τὸ καλὸν εἶναι τοῦτο κοντά μου, τὸ νὰ πραγματοποιῶ ὅμως τὸ καλὸν δὲν τὸ εὑρίσκω κοντά μου καὶ εὔκολον.

19οὐ γὰρ ὃ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ᾿ ὃ οὐ θέλω κακὸν τοῦτο πράσσω.

Διότι δὲν πράττω τὸ ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον ἐσωτερικῶς μὲ ὅλην μου τὴν θέλησιν ἐπιθυμῶ, ἀλλὰ τὸ κακόν, ποὺ δὲν θέλω, αὐτὸ πράττω.

20εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω ἐγὼ τοῦτο ποιῶ, οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτὸ, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία.

Ἐὰν δὲ ἐγὼ πράττω τὸ κακόν, ποὺ εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν τὸ θέλω, αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν τὸ πραγματοποιῶ πλέον ἐγώ, ἀλλ᾿ ἡ ἁμαρτία, ποὺ κατοικεῖ μέσα μου καὶ ἡ ὁποία μὲ ἔχει κάμει δοῦλον της.

21εὑρίσκω ἄρα τὸν νόμον τῷ θέλοντι ἐμοὶ ποιεῖν τὸ καλόν, ὅτι ἐμοὶ τὸ κακὸν παράκειται·

Ἄρα εὑρίσκω τὸν Νόμον τοῦ Θεοῦ βοηθὸν καὶ σύμφωνον μὲ τὴν θέλησίν μου, ἡ ὁποία καὶ θέλει νὰ πράττω τὸ καλόν. Δὲν ἠμπορὼ ὅμως νὰ τηρήσω αὐτόν, διότι ὑπάρχει κοντά μου καὶ ἕντος μου τὸ κακόν, ἡ δύναμις τῆς ἁμαρτίας.

22συνήδομαι γὰρ τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον,

Διότι εὐχαριστοῦμαι καὶ εὐφραίνομαι εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ μὲ ὅλην μου τὴν ψυχήν, τὴν καρδίαν καὶ τὸν νοῦν.

23βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου.

Βλέπω ὅμως νὰ κυριαρχῇ εἰς τὰ μέλῃ μου ἄλλος νόμος, ἡ δύναμις τῆς ἁμαρτίας, ποὺ ἀντιστρατεύεται καὶ μάχεται ὅσα ὁ νοῦς μου καὶ ἡ συνείδησις μοῦ ὑποδεικνύουν ὡς ὀρθά, καὶ μὲ ὑποδουλώνει εἰς τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας, ὁ ὁποῖος κυριαρχεῖ εἰς τὴν ἁμαρτωλὴν ἀνθρωπίνην μου φύσιν.

24Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος! τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;

Δυστυχισμένος καὶ ταλαιπωρημένος ἐγὼ ἄνθρωπος! Ποιὸς θὰ μὲ ἐλευθερώσῃ καὶ θὰ μὲ γλυτώσῃ ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦτο, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον κυριαρχεῖ ἡ ἁμαρτία καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος;

25εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν. ἄρα οὖν αὐτὸς ἐγὼ τῷ μὲν νοῒ δουλεύω νόμῳ Θεοῦ, τῇ δὲ σαρκὶ νόμῳ ἁμαρτίας.

Εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος μὲ ἠλευθέρωσε καὶ μὲ ἔσωσε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου ἡμῶν. Τὸ συμπέρασμα, λοιπόν, εἶναι ὅτι ἐγὼ δουλεύω εἰς δύο κυρίους· μὲ τὸν νοῦν καὶ τὴν συνείδησιν δουλεύω εἰς τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ μέλῃ ὅμως τῆς σαρκός μου δουλεύω εἰς τὸν νόμον τῆς ἁμαρτίας.