Πρὸς Γαλάτας
Η χριστιανική ελευθερία1Τῇ ἐλευθερίᾳ οὖν, ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καὶ μὴ πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε. 1Σταθῆτε, λοιπόν, καὶ μένετε στερεοὶ καὶ ἀκλόνητοι εἰς τὴν ἐλευθερίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Χριστὸς μᾶς ἠλευθέρωσε καὶ μὴ βάζετε πάλιν τὸν ἑαυτὸν σας κάτω ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς δουλείας τῶν τυπικὼν διατάξεων τοῦ Νόμου. 2Ἴδε ἐγὼ Παῦλος λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν περιτέμνησθε, Χριστὸς ὑμᾶς οὐδὲν ὠφελήσει. 2Ἰδοὺ ἐγὼ ὁ Παῦλος σᾶς τὸ λέγω καὶ σᾶς τὸ διαβεβαιώνω, ὅτι ἐὰν περιτέμνεσθε, ὅπως σᾶς συνιστοῦν οἱ ψευδοδιδάσκαλοι, ὁ Χριστὸς τίποτε δὲν θὰ σᾶς ὠφελήσῃ. 3μαρτύρομαι δὲ πάλιν παντὶ ἀνθρώπῳ περιτεμνομένῳ ὅτι ὀφειλέτης ἐστὶν ὅλον τὸν νόμον ποιῆσαι. 3Καταθέτω καὶ πάλιν ἐπίσημον μαρτυρίαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἰς κάθε ἄνθρωπον ποὺ περιτέμνεται, ὅτι ὑποχρεοῦται νὰ τηρήσῃ ὅλον τὸν Νόμον, (ἐφ᾿ ὅσον ἀπὸ αὐτὸν περιμένει τὴν δικαίωσιν καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν Χριστόν). 4Κατηργήθητε ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ οἵτινες ἐν νόμῳ δικαιοῦσθε, τῆς χάριτος ἐξεπέσατε· 4Σεῖς οἱ ὁποῖοι ἐπιμένετε καὶ προσπαθῆτε νὰ εὕρετε τὴν δικαίωσιν διὰ τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, δὲν ἔχετε πλέον καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν Χριστόν, ἐγίνατε ἔκπτωτοι ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Χριστοῦ. Δὲν εἷσθε ὅπως ἡμεῖς. 5ἡμεῖς γὰρ Πνεύματι ἐκ πίστεως ἐλπίδα δικαιοσύνης ἀπεκδεχόμεθα. 5Διότι ἡμεῖς διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ποὺ ἔχομεν λάβει, πληροφορούμεθα καὶ περιμένομεν μὲ βεβαιότητα τὴν ἐλπίδα τῆς δικαιώσεως ἀπὸ τὴν πίστιν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ Νόμου. 6ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ πίστις δι᾿ ἀγάπης ἐνεργουμένη. 6Διότι εἰς τὴν νέαν ζωὴν καὶ πολιτείαν τὴν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, οὔτε ἡ περιτομὴ ἔχει καμμίαν ἰσχὺν διὰ τὴν δικαίωσιν οὔτε ἡ ἀκροβυστία, ἀλλὰ ἰσχύει μόνον ἡ πίστις, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται μὲ τὰ ἔργα τῆς ζωντανῆς καὶ ἀληθινῆς ἀγάπης. 7Ἐτρέχετε καλῶς· τίς ὑμᾶς ἐνέκοψε τῇ ἀληθείᾳ μὴ πείθεσθαι; 7Ἐτρέχατε εἰς τὸν δρόμον τοῦ καταρτισμοῦ σας καλά. Ποιὸς τώρα ἔβαλε προσκόμματα εἰς τὸν δρόμον σας καὶ σᾶς ἀνέκοψε τὴν ὁρμήν, ὥστε νὰ μὴ πείθεσθε καὶ νὰ μὴ ἐπαναπαύεσθε εἰς τὴν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου; 8ἡ πεισμονὴ οὐκ ἐκ τοῦ καλοῦντος ὑμᾶς. 8Τὸ πεῖσμα καὶ ἡ ἰσχυρογνωμοσύνη σας αὐτῇ δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος ὅπως προηγουμένως, ἔτσι καὶ τώρα σᾶς καλεῖ εἰς τὴν δικαίωσιν καὶ τὴν σωτηρίαν. 9μικρὰ ζύμη ὅλον τὸ φύραμα ζυμοῖ. 9Μὴ νομίσετε δὲ ὅτι εἶναι ἀσήμαντον γεγονὸς νὰ τηρῆτε καὶ μερικὰς ἔστω διατάξεις τοῦ Νόμου. Διότι μικρὸ προζύμι μεταβάλλει καὶ ζυμώνει ὅλο τὸ ζυμάρι. 10ἐγὼ πέποιθα εἰς ὑμᾶς ἐν Κυρίῳ ὅτι οὐδὲν ἄλλο φρονήσετε· ὁ δὲ ταράσσων ὑμᾶς βαστάσει τὸ κρίμα, ὅστις ἂν ᾖ. 10Ἐν τούτοις ἐγὼ ἔχω διὰ σᾶς πεποίθησιν, πού μοῦ ἐμπνέει ὁ Κύριος, ὅτι κανένα ἄλλο φρόνημα ξένο πρὸς τὴν διδασκαλίαν τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ υἱοθετήσετε. Ἐκεῖνος δὲ ὁ ὁποῖος σᾶς ἀναταράσσει μὲ τὰς ψευδοδιδασκαλίας του θὰ βαστάσῃ ἐπάνω του τὴν δικαίαν κρίσιν καὶ κατάκρισιν ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτός. 11ἐγὼ δέ, ἀδελφοί, εἰ περιτομὴν ἔτι κηρύσσω, τί ἔτι διώκομαι; ἄρα κατήργηται τὸ σκάνδαλον τοῦ σταυροῦ. 11Μὴ ἀκούετε δὲ τοὺς ψευδαδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ διαδίδουν, ὅτι ἐγὼ διδάσκω τὴν τήρησιν τῆς περιτομῆς. Ἀδελφοί, ἐὰν ἐγὼ κηρύττω τώρα καὶ συνιστῶ τὴν περιτομήν, διατὶ νὰ καταδιώκωμαι ἀκόμη ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους; Διότι ἐν τοιαύτη περιπτώσει ἔχει ἐξαλειφθὴ πλέον τὸ σκάνδαλον, ποὺ δημιουργεῖται μεταξὺ τῶν Ἑβραίων ἀπὸ τὸ κήρυγμά μου περὶ τοῦ λυτρωτικοὺ σταυρικοῦ θανάτου. 12ὄφελον καὶ ἀποκόψονται οἱ ἀναστατοῦντες ὑμᾶς. 12Αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι σᾶς ἀναστατώνουν μὲ τὰς συκοφαντίας καὶ τὰς ψευδεῖς διδασκαλίας των ὄχι μόνον ἂς περιτμηθοῦν, ἂν θέλουν, ἀλλὰ καὶ ἂς ἀκρωτηριασθοῦν ἀκόμη. 13Ὑμεῖς γὰρ ἐπ᾿ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί· μόνον μὴ τὴν ἐλευθερίαν εἰς ἀφορμὴν τῇ σαρκί, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις. 13Διότι σεῖς, ἀδελφοί, ἔχετε κληθῇ ἀπὸ τὸν Κύριον, νὰ γίνετε καὶ νὰ μείνετε ἐλεύθεροι. Μόνον προσέξατε, μήπως αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν τὴν χρησιμοποιήσετε ὡς ἀφορμὴ διὰ σαρκικὴν ζωήν. Ἀλλὰ τουναντίον πρέπει νὰ ὑπηρετῆτε σὰν δοῦλοι ὁ ἔνας τὸν ἄλλον διὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. 14ὁ γὰρ πᾶς νόμος ἐν ἑνὶ λόγῳ πληροῦται, ἐν τῷ, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. 14Ὅλος ἄλλωστε ὁ Νόμος συγκεφαλαιώνεται πλήρως εἰς ἕνα λόγον· εἰς τὴν ἐντολήν: <θὰ ἀγαπήσῃς τὸν πλησίον σου, ὅπως τὸν εὐατόν σου>. 15εἰ δὲ ἀλλήλους δάκνετε καὶ κατεσθίετε, βλέπετε μὴ ὑπ᾿ ἀλλήλων ἀναλωθῆτε. 15Ἐὰν ὅμως δαγκώνετε καὶ κατατρώγετε ὁ ἔνας τὸν ἄλλον, πρᾶγμα ποὺ μαρτυρεῖ ἔλλειψιν ἀγάπης, προσέξατε, μήπως ἀλληλοκαταστραφῆτε καὶ ἀφανισθῆτε μεταξὺ σας. Τα αμαρτωλά έργα και ο καρπός του Πνεύματος16Λέγω δὲ πνεύματι περιπατεῖτε καὶ ἐπιθυμίαν σαρκὸς οὐ μὴ τελέσητε. 16Ἐννοῶ δὲ τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ ζῆτε καὶ νὰ συμπεριφέρεσθε μεταξὺ σας σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα καὶ τὸν φωτισμὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἔτσι δὲν θὰ ἐκτελέσετε τὴν ἐπιθυμίαν τῆς σαρκὸς (ἡ ὁποία ἐπιθυμία, καθὸ ἁμαρτωλή, δημιουργεῖ καταστρεπτικὰς ἔριδας μεταξὺ σας). 17ἡ γὰρ σὰρξ ἐπιθυμεῖ κατὰ τοῦ πνεύματος, τὸ δὲ πνεῦμα κατὰ τῆς σαρκός· ταῦτα δὲ ἀντίκειται ἀλλήλοις, ἵνα μὴ ἃ ἐὰν θέλητε ταῦτα ποιῆτε. 17Διότι ἡ σάρξ, ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, ἐπιθυμεῖ καὶ ἐπιζητεῖ ἀντίθετα πρὸς τὸ πνεῦμα, καὶ τὸ πνεῦμα, ἡ ἀνωτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἐπιθυμεῖ ἀντίθετα πρὸς τὴν σάρκα. Αὐτὰ δὲ ἀντιτίθενται καὶ ἀνταγωνίζονται τὸ ἕνα τὸ ἄλλο, ὥστε νὰ μὴ πράττετε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλετε. 18εἰ δὲ Πνεύματι ἄγεσθε, οὐκ ἐστὲ ὑπὸ νόμον. 18Ἐάν, λοιπόν, ὁδηγῆσθε καὶ ἐμπνέεσθε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, δὲν εἷσθε πλέον κάτω ἀπὸ τὸν ζυγὸν τοῦ Νόμου. 19φανερὰ δέ ἐστι τὰ ἔργα τῆς σαρκός, ἅτινά ἐστι μοιχεία πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια, 19Εἶναι δὲ φανερὰ τὰ ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα παρασύρει τὸν ἄνθρωπον ἡ διεφθαρμένη σαρκικὴ φύσις του· εἶναι δὲ αὐτὰ τὰ πονηρὰ ἔργα ἡ μοιχεία, ἡ πορνεία, κάθε πρᾶξις διαφθορᾶς, ποὺ κάμνει τὸν ἄνθρωπον ἀκάθαρτον, ἡ ἀκολασία καὶ ἡ μανία διὰ τὴν ἀπόλαυσιν τῆς ἡδονῆς, 20εἰδωλολατρία, φαρμακεία, ἔχθραι, ἔρεις, ζῆλοι, θυμοί, ἐριθεῖαι, διχοστασίαι, αἱρέσεις, 20ἡ εἰδωλολατρία, ἡ μαγεία. Εἶναι δὲ ἀκόμη αἱ ἐχθρότητες καὶ αἱ ἀντιπάθειαι, αἱ φιλονεικίαι καὶ αἱ ἔριδες, αἱ ζηλοφθονίαι, οἱ θυμοί, οἱ φατριασμοί, ποὺ διαιροῦν τοὺς ἀνθρώπους εἰς κόμματα, αἱ διχόνιαι, αἱ αἱρέσεις, ποὺ ὁδηγοὺν εἰς σχίσματα, 21φθόνοι, φόνοι, μέθαι, κῶμοι καὶ τὰ ὅμοια τούτοις, ἃ προλέγω ὑμῖν καθὼς καὶ προεῖπον, ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα πράσσοντες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσιν. 21οἱ φθόνοι, οἱ φόνοι, αἱ μέθαι, αἱ ἄσωτοι καὶ ἄσεμνοι διασκεδάσεις καὶ τὰ ἄλλα ὅμοια πρὸς αὐτά, διὰ τὰ ὁποῖα σᾶς προλέγω, ὅπως ἄλλωστε καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἐπίσκεψίν μου, ὅταν σᾶς ἐκήρυξα τὸ Εὐαγγέλιόν μου, σᾶς εἴχα εἴπει, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διαπράττουν τέτοια ἁμαρτήματα καὶ δὲν μετανοοῦν δι᾿ αὐτά, δὲν θὰ κληρονομήσουν τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 22ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, 22Ὁ καρπὸς ὅμως, τὸν ὁποῖον τὸ Ἅγιον Πνεῦμα παράγει εἰς τὰς καλοπροαιρέτους καὶ πιστὰς καρδίας, εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς ὅλους, ἡ χαρὰ ἀπὸ τὴν λύτρωσιν ποὺ δίδει ὁ Χριστός, ἡ εἰρήνη ποὺ παρέχει ἡ ἀγαθὴ συνείδησις, ἡ μακροθυμία πρὸς ἐκείνους ποὺ πταίουν ἀπέναντι μας, ἡ καλωσύνη καὶ ἡ διάθεσις νὰ εἵμεθα ἐξυπηρετικοὶ πρὸς τοὺς ἄλλους, ἡ ἀγαθότης τῆς καρδίας, ἡ ἀξιοπιστία εἰς τοὺς λόγους καὶ τὰς ὑποσχέσεις μας, 23πρᾳότης, ἐγκράτεια· κατὰ τῶν τοιούτων οὐκ ἔστι νόμος. 23ἡ πραότης ἀπέναντι ἐκείνων, ποὺ μᾶς φέρονται κατὰ τρόπον ἐξοργιστικόν, ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ ἀποφυγὴ κάθε πονηρᾶς ἐπιθυμίας καὶ πράξεως. Ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔχουν αὐτὰς τὰς ἀρετάς, δὲν ὑπάρχει καὶ δὲν ἰσχύει ὁ νόμος. 24οἱ δὲ τοῦ Χριστοῦ τὴν σάρκα ἐσταύρωσαν σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις. 24Οἱ δὲ ἀληθινοὶ ὀπαδοὶ καὶ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ ἔχουν σταυρώσει καὶ νεκρώσει τὸν παλαιὸν σαρκικὸν ἄνθρωπον, μαζῆ μὲ τὰ πάθη καὶ τὰς ἁμαρτωλὰς ἐπιθυμίας του. 25Εἰ ζῶμεν πνεύματι, πνεύματι καὶ στοιχῶμεν. 25Ἐὰν πράγματι ζῶμεν τὴν ζωὴν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρέπει νὰ πορευθώμεθα καὶ νὰ συμπεριφερώμεθα σύμφωνα μὲ ὅσα τὸ Πνεῦμα μᾶς διδάσκει. 26μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες. 26῍Ας μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, προσκαλοῦντες καὶ ἐξερεθίζοντες ὁ ἔνας τὸν ἄλλον εἰς ἀντιθέσεις καὶ φιλονεικίας καὶ φθονοῦντες ὁ ἔνας τὸν ἄλλον.