Πρὸς Φιλιππησίους
Η επιδίωξη της τελειότητας1Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί μου, χαίρετε ἐν Κυρίῳ. τὰ αὐτὰ γράφειν ὑμῖν ἐμοὶ μὲν οὐκ ὀκνηρόν, ὑμῖν δὲ ἀσφαλές. 1Λοιπόν, ἀδελφοί, ἐπειδὴ τώρα ἔχετε μαζῆ σας τὸν Ἐπαφρόδιτον, ἐμάθετε δὲ ὅτι καὶ τὰ κατ᾿ ἐμὲ συντελοῦν εἰς τὴν διάδοσιν τοῦ Εὐαγγελίου ἐδῶ εἰς τὴν Ρώμην, χαίρετε μὲ τὴν ἀληθινὴν καὶ πλήρη χαράν, ποὺ δίδει ὁ Κύριος. Τὸ νὰ σᾶς ἀπευθύνω πάλιν γραπτὴν αὐτὴν τὴν προτροπὴν τῆς χαρᾶς, ὅπως σᾶς τὴν εἶπα καὶ προφορικῶς, ὅταν ἥμην μαζῆ σας, δι᾿ ἐμὲ μὲν δὲν εἶναι ἐνοχλητικόν, διὰ σᾶς δὲ εἶναι ἀσφαλές, διότι σᾶς στηρίζει εἰς τὴν ὀρθὴν πίστιν καὶ ζωήν. 2Βλέπετε τοὺς κύνας, βλέπετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας, βλέπετε τὴν κατατομήν· 2Προσέχετε τοὺς ψευδοδιδασκάλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι σὰν ἀδέσποτοι καὶ ὕπουλοι σκύλοι· προσέχετε τοὺς κακοὺς ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι κάμνουν ψεύτικη ἐργασία ἢ καὶ κρημνίζουν τὴν ἐργασίαν τῶν ἄλλων· καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ ψευδάδελφοι Ἰουδαῖοι, ποὺ νοθεύουν τὴν εὐαγγελικὴν ἀλήθειαν μὲ τὴν περιτομήν, καὶ τὰς ἄλλας τυπικὰς διατάξεις τοῦ Νόμου· προσέχετε αὐτούς, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ κατακομματιάσουν τὴν Ἐκκλησίαν. 3ἡμεῖς γάρ ἐσμεν ἡ περιτομή, οἱ Πνεύματι Θεοῦ λατρεύοντες καὶ καυχώμενοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ καὶ οὐκ ἐν σαρκὶ πεποιθότες, 3Διότι ὄχι αὐτοί, ἀλλ᾿ ἡμεῖς εἵμεθα ἡ ἀληθινὴ πνευματικὴ περιτομή, οἱ ὁποῖοι, φωτιζόμενοι καὶ θερμαινόμενοι ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, λατρεύομεν μὲ τὴν ἀληθινὴν λατρείαν τὸν Κύριον καὶ καυχώμεθα, ὅτι πιστεύομεν καὶ ἀνήκομεν εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ δὲν βασίζομεν τὴν πεποίθησίν μας εἰς τὰς διατάξεις τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου, ποὺ ἀναφέρονται εἰς τὴν σάρκα, ὅπως εἶναι καὶ ἡ περιτομή. 4καίπερ ἐγὼ ἔχων πεποίθησιν καὶ ἐν σαρκί. εἴ τις δοκεῖ ἄλλος πεποιθέναι ἐν σαρκί, ἐγὼ μᾶλλον· 4Μολονότι ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ ἔχω καὶ πεποίθησιν εἰς τὰς τυπικὰς αὐτὰς περὶ τῆς σαρκὸς διατάξεις τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου. Ἐὰν κανεὶς ἄλλος νομίζῃ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ μιὰ τέτοια πεποίθησι, ἐγὼ ἠμπορῶ πολὺ περισσότερον. 5περιτομῇ ὀκταήμερος, ἐκ γένους Ἰσραήλ, φυλῆς Βενιαμίν, Ἑβραῖος ἐξ Ἑβραίων, κατὰ νόμον Φαρισαῖος, 5Ἐπεριτμήθηκα ὀκτὼ ἡμέρας μετὰ τὴν γέννησίν μου· κατάγομαι ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ἀπὸ τὴν φυλὴν Βενιαμίν· εἷμαι γνήσιος Ἑβραῖος ἀπὸ γονεῖς Ἑβραίους καὶ μὲ ἀνατροφὴν ἐβραϊκήν· ὡς πρὸς δὲ τὸν Νόμον ἤμουν Φαρισαῖος καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὸν τηρῶ μὲ πολλὴν ἀκρίβειαν. 6κατὰ ζῆλον διώκων τὴν ἐκκλησίαν, κατὰ δικαιοσύνην τὴν ἐν νόμῳ γενόμενος ἄμεμπτος. 6Ἀπὸ ζῆλον διὰ τὴν πατροπαράδοτον θρησκείαν κινούμενος, κατεδίωκα τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ. Ὡς πρὸς δὲ τὴν δικαιοσύνην, ποὺ προήρχετο ἀπὸ τὴν πιστὴν τήρησιν τοῦ Νόμου, ὑπῆρξα ἄμεμπτος, χωρὶς κανεὶς νὰ ἠμπορῇ εἰς κάτι νὰ μὲ κατηγορήσῃ. 7ἀλλ᾿ ἅτινα ἦν μοι κέρδη, ταῦτα ἥγημαι διὰ τὸν Χριστὸν ζημίαν. 7Ἀλλ᾿ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἦσαν τότε δι᾿ ἐμὲ ἠθικὰ κέρδη καὶ προσόντα, φωτισμένος τώρα ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου τὰ ἔχω θεωρήσει ζημίαν καὶ μειονέκτημα καὶ τὰ ἔχω ἀπαρνηθῆ, διὰ νὰ ἀρέσω εἰς τὸν Χριστὸν καὶ νὰ εὕρω δι᾿ αὐτοῦ μόνου τὴν σωτηρίαν. 8ἀλλὰ μενοῦνγε καὶ ἡγοῦμαι πάντα ζημίαν εἶναι διὰ τὸ ὑπερέχον τῆς γνώσεως Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μου, δι᾿ ὃν τὰ πάντα ἐζημιώθην, καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστὸν κερδήσω 8Ἀλλὰ βεβαίως καὶ τώρα ἀκόμη περισσότερον θεωρῶ ὅλα γενικῶς ὅσα εἶναι ξένα πρὸς τὸν Χριστὸν ζημίαν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ὑπεροχὴν καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς γνώσεως τοῦ Κυρίου μου Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ πάντα θεληματικῶς ἀπέρριψα καὶ ἐπεριφρόνησα. Καὶ τὰ θεωρῶ ὅλα σκύβαλα καὶ ἀνάξια λόγου, διὰ νὰ κερδήσω τὸν Χριστόν, 9καὶ εὑρεθῶ ἐν αὐτῷ μὴ ἔχων ἐμὴν δικαιοσύνην τὴν ἐκ νόμου, ἀλλὰ τὴν διὰ πίστεως Χριστοῦ, τὴν ἐκ Θεοῦ δικαιοσύνην ἐπὶ τῇ πίστει, 9καὶ διὰ νὰ εὑρεθῶ κατὰ τὴν μεγάλην ἐκείνην ἡμέραν τῆς κρίσεως ἐνώπιόν του, ὄχι μὲ τὴν δικαιοσύνην μου, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ μωσαϊκὸς Νόμος, ἀλλὰ μὲ τὴν δικαίωσιν ποὺ ἀποκτᾶται διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ θεμελειώνεται ἐπάνω εἰς τὴν πίστιν. 10τοῦ γνῶναι αὐτὸν καὶ τὴν δύναμιν τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ καὶ τὴν κοινωνίαν παθημάτων αὐτοῦ, συμμορφούμενος τῷ θανάτῳ αὐτοῦ, 10Ἐπιδιώκω δὲ αὐτὴν τὴν ἀληθινὴν καὶ μόνην δικαίωσιν, διὰ νὰ γνμωρίσω ἔτσι προσωπικῶς καὶ ἐκ πείρας τὸν Χριστὸν καὶ τὴν σωτήριον δύναμιν, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἀνάστασίν του καὶ τὴν συμμετοχήν μου εἰς τὰ παθήματά του, διωκόμενος καὶ ἐγώ, ταλαιπωρούμενος καὶ θλιβόμενος, πρόθυμος νὰ ὑπομείνω θλίψεις καὶ παθήματα ὅμοια μὲ ὅσα Ἐκεῖνος ἔπαθε καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν θάνατον καθ᾿ ὁμοίωσιν Ἐκείνου. 11εἴ πως καταντήσω εἰς τὴν ἐξανάστασιν τὴν ἐκ νεκρῶν. 11Μήπως ἠμπορέσω καὶ ἐγὼ νὰ φθάσω εἰς τὴν ἔνδοξον ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν. 12οὐχ ὅτι ἤδη ἔλαβον ἢ ἤδη τετελείωμαι, διώκω δὲ εἰ καὶ καταλάβω, ἐφ᾿ ᾧ καὶ κατελήφθην ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ. 12Δὲν φρονῶ βέβαια καὶ δὲν λέγω, ὅτι ἔχω πλέον λάβει τὸ βραβεῖον τῆς νίκης ἢ ὅτι ἔχω φθάσει εἰς τὴν ἠθικήν μου τελείωσιν. Ἀλλὰ ἐπιδιώκω καὶ ἀγωνίζομαι συνεχῶς, μήπως κατορθώσω νὰ πιάσω καὶ κρατήσω στερεὰ ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον μὲ ἔχει πιάσει καὶ ἑλκύσει εἰς τὴν πίστιν ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτὸ δὲ εἰς τελευταίαν λέξιν θὰ εἶναι ἡ ἐν οὐρανοῖς σωτηρία μου. 13ἀδελφοί, ἐγὼ ἐμαυτὸν οὔπω λογίζομαι κατειληφέναι· 13Ἀδελφοί, ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι ἔχω ἐπιτύχει τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον μὲ ἐκάλεσε καὶ μὲ ἔστειλε ὁ Κύριος. 14ἓν δέ, τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. 14Ἀλλὰ ἕνα πρᾶγμα σκέπτομαι πάντοτε καὶ δι᾿ ἕνα πρᾶγμα φροντίζω· λησμονῶ μὲν ὅσα μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ ἔγιναν εἰς τὸ παρελθόν, ἀπλώνομαι δὲ συνεχῶς πρὸς ἐκεῖνα, ποὺ εἶναι ἐμπρός μου καὶ πρέπει νὰ ἐκτελεσθοῦν. Καὶ ἐπιδιώκω ἔτσι μὲ σταθερότητα καὶ ζῆλον νὰ πραγματοποιήσω τὸν σκοπὸν τῆς κλήσεώς μου, διὰ νὰ λάβω τὸ βραβεῖον, ποὺ μᾶς ἔχει ἑτοιμάσει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος καὶ μᾶς ἐκάλεσε διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπάνω εἰς τὸν οὐρανόν. 15Ὅσοι οὖν τέλειοι, τοῦτο φρονῶμεν· καὶ εἴ τι ἑτέρως φρονεῖτε, καὶ τοῦτο ὁ Θεὸς ὑμῖν ἀποκαλύψει. 15Ὅσοι, λοιπόν, ποθοῦμεν νὰ γίνωμεν τέλειοι, αὐτὸ ἂς φρονοῦμεν· ὅτι δὲν ἐγίναμε τέλειοι, ἀλλὰ διὰ νὰ γίνωμεν, πρέπει νὰ ἀγωνιζώμεθα συνεχῶς καὶ μέχρι τέλους. Καὶ ἐὰν κάτι διαφορετικὸν ἀπὸ αὐτό ποὺ σᾶς λέγω φρονῆτε καί ποὺ δὲν εἶναι ὀρθόν, καὶ αὐτὸ ὁ Θεὸς θὰ τὸ φανερώσῃ. 16πλὴν εἰς ὃ ἐφθάσαμεν, τῷ αὐτῷ στοιχεῖν κανόνι, τὸ αὐτὸ φροινεῖν. 16Ἀλλ᾿ ἕως ἐδῶ πλέον ποὺ ἔχομεν φθάσει, εἰς τὴν πνευματικὴν κατάστασίν ποὺ εὑρισκόμεθα σήμερον, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν διαφορετικὰ μεταξὺ μας φρονήματα, ἀλλὰ νὰ ἀκολουθῶμεν τὸν ἴδιον κανόνα πίστεως καὶ ζωῆς, νὰ ἔχωμεν τὸ αὐτὸ ἀληθινὸν φρόνημα. 17Συμμιμηταί μου γίνεσθε, ἀδελφοί, καὶ σκοπεῖτε τοὺς οὕτω περιπατοῦντας, καθὼς ἔχετε τύπον ἡμᾶς. 17Ἀδελφοί, γίνεσθε ὅλοι μαζῆ μιμηταὶ ἰδικοί μου· καὶ προσέχετε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πορεύονται καὶ συμπεριφέρονται κατὰ τρόπον ὑποδειγματικόν, σύμφωνα μὲ τὸν τύπον καὶ τὸ παράδειγμα ποὺ σᾶς ἔχομεν δώσει ἡμεῖς. Αὐτοὺς νὰ τοὺς μιμῆσθε. 18πολλοὶ γὰρ περιπατοῦσιν, - οὓς πολλάκις ἔλεγον ὑμῖν, νῦν δὲ καὶ κλαίων λέγω, τοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, 18Διότι πολλοὶ βαδίζουν ἕνα δρόμον ὄχι-καλὸν καὶ γίνονται σκάνδαλον. Δι᾿ αὐτοὺς πολλὲς φορὲς σᾶς ἔλεγα, ὅταν εὑρισκόμην μαζῆ σας εἰς τοὺς Φιλίππους, καὶ τώρα κλαίων σᾶς λέγω. Ἐννοῶ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, αὐτοὺς δηλαδή, ποὺ εἰς τὴν ἀρχὴν ἐπίστευσαν καὶ ὑπήκουσαν εἰς τὸν Χριστόν, κατόπιν ὅμως ἔζησαν καὶ ζοὺν ἁμαρτωλὴν ζωὴν καὶ σκανδαλίζουν ἔτσι τοὺς πιστούς, ὑπονομεύουν τὴν Ἐκκλησίαν καὶ πολεμοῦν τὸν Χριστόν. 19ὧν τὸ τέλος ἀπώλεια, ὧν ὁ θεὸς ἡ κοιλία καὶ ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ αὐτῶν, οἱ τὰ ἐπίγεια φρονοῦντες! 19Αὐτῶν τὸ κατάντημα θὰ εἶναι ἡ ἀπώλεια, ἡ ὁριστικὴ καταδίκη εἰς τὴν αἰωνίαν κόλασιν. Αὐτοί, κοιλιόδουλοι καὶ ἰδιοτελεῖς καθὼς εἶναι, ἔχουν ὡς Θεὸν καὶ λατρεύουν τὴν κοιλίαν των καὶ ἐπιζητοῦν τὴν δόξαν εἰς πράξεις καὶ καταστάσεις, ποὺ φέρουν ἐντροπήν, ἔχουν δὲ γήϊνα καὶ σαρκικὰ φρονήματα. 20ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, 20Ἀλλ᾿ ἡμῶν τῶν πιστῶν μαθητῶν τοῦ Κυρίου ἡ πατρὶς μας καὶ ἡ πολιτεία μας, τὸ πολίτευμά μας καὶ ἡ συμπεριφορὰ μας εἶναι, ὅπως καὶ τῶν ἀγγέλων, εἰς τοὺς οὐρανούς, ἀπ᾿ ὅπου μὲ πολὺν πόθον περιμένομεν τὸν σωτῆρα μας, τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. 21ὃς μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ δύνασθαι αὐτὸν καὶ ὑποτάξαι αὑτῷ τὰ πάντα. 21Αὐτὸς θὰ μετασχηματίσῃ τὸ σῶμα αὐτὸ τῆς ταπεινότητος καὶ τῆς ἀσημότητος, τὸ ἀσθενὲς καὶ φθαρτὸν καὶ θνητόν, θὰ τὸ μεταμορφώσῃ, ὥστε νὰ γίνῃ ὅμοιον πρὸς τὸ ἔνδοξον ἰδικὸν του σῶμα διὰ τῆς παντοδυνάμου αὐτοῦ ἐνεργείας, διὰ τῆς ὁποίας ἠμπορεῖ καὶ τὰ πάντα νὰ ὑποτάξῃ εἰς τὸν ἑαυτὸν του.