Πέτρου Α΄
Η αλλαγή στον τρόπο ζωής1Χριστοῦ οὖν παθόντος ὑπὲρ ἡμῶν σαρκὶ καὶ ὑμεῖς τὴν αὐτὴν ἔννοιαν ὁπλίσασθε, ὅτι ὁ παθὼν ἐν σαρκὶ πέπαυται ἁμαρτίας, 1Ἀφοῦ λοιπόν, ὁ Χριστὸς ἔπαθε κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην αὐτοῦ φύσιν ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ σεῖς ὁπλισθῆτε μὲ τὴν αὐτὴν σκέψιν καὶ ἀπόφασιν, νὰ δέχεσθε μὲ ὑπομονὴν ἀνάλογα παθήματα, χωρὶς νὰ παρασύρεσθε ποτὲ εἰς τὴν ἁμαρτίαν. Διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔπαθε καὶ ἐσταυρώθη κατὰ τὸ σῶμα μαζῆ μὲ τὸν Χριστὸν εἶναι νεκρὸς ὡς πρὸς τὴν ἁμαρτίαν καὶ ἔχει παύσει νὰ ἁμαρτάνῃ, 2εἰς τὸ μηκέτι ἀνθρώπων ἐπιθυμίαις, ἀλλὰ θελήματι Θεοῦ τὸν ἐπίλοιπον ἐν σαρκὶ βιῶσαι χρόνον. 2διὰ νὰ μὴ ζῇ πλέον τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ἐπιγείου ζωῆς του σύμφωνα μὲ τὰς ἁμαρτωλὰς ἐπιθυμίας τῶν μακρὰν τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπων, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. 3ἀρκετὸς γὰρ ὑμῖν ὁ παρεληλυθὼς χρόνος τοῦ βίου τὸ θέλημα τῶν ἐθνῶν κατεργάσασθαι, πεπορευμένους ἐν ἀσελγείαις, ἐπιθυμίαις, οἰνοφλυγίαις, κώμοις, πότοις καὶ ἀθεμίτοις εἰδωλολατρίαις. 3Ἄλλωστε ἧτο διὰ σᾶς ἀρκετὸς ὁ περασμένος χρόνος τοῦ βίου σας, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχετε ἐργασθῇ καὶ πραγματοποιήσει μὲ τὸ παραπάνω τὸ ἁμαρτωλὸν θέλημα τῶν εἰδωλολατρῶν. Διότι καὶ σεῖς τότε ἐπορεύθητε καὶ ἐζήσατε μὲ πράξεις ἀσελγείας, μὲ ἐπιθυμίας πονηράς, μὲ μέθας, μὲ ἀσέμνους διασκεδάσεις καὶ φαγοπότια, μὲ οἰνοποσίας, μὲ ὄργια εἰδωλολατρικά, διὰ τῶν ὁποίων κατεπατεῖτο καὶ ὁ στοιχειώδης ἠθικὸς νόμος. 4ἐν ᾧ ξενίζονται μὴ συντρεχόντων ὑμῶν εἰς τὴν αὐτὴν τῆς ἀσωτίας ἀνάχυσιν, βλασφημοῦντες· 4Καὶ οἱ εἰδωλολάτραι, μὲ τοὺς ὁποίους ἄλλωτε συνδιασκεδάζετε, παρεξενεύονται, διότι σεῖς σήμερα δὲν τρέχετε μαζῆ τους εἰς τὸ ἴδιο ξεχείλισμα τῆς ἀσωτίας. Καὶ ἐπειδὴ σᾶς βλέπουν διαφορετικοὺς τώρα ἀπὸ αὐτούς, βλασφημοῦν καὶ ὑβρίζουν τὴν χριστιανικὴν ἀλήθειαν. 5οἳ ἀποδώσουσιν λόγον τῷ ἑτοίμως ἔχοντι κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς. 5Ἀλλ᾿ αὐτοὶ θὰ δώσουν λόγον τῶν πράξεών των εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕτοιμος νὰ κρίνῃ-καὶ θὰ κρίνῃ-ζῶντας καὶ νεκρούς. 6εἰς τοῦτο γὰρ καὶ νεκροῖς εὐηγγελίσθη, ἵνα κριθῶσι μὲν κατὰ ἀνθρώπους σαρκὶ, ζῶσι δὲ κατὰ Θεὸν πνεύματι. 6Διότι δι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν σκοπὸν ἐκηρύχθη τὸ Εὐαγγέλιον κάτω εἰς τὸν Ἅδην, εἰς τοὺς φυλακισμένους ἐκεῖ νεκρούς, ὥστε οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ποὺ εἴχαν καταδικασθῇ καὶ τιμωρηθῇ μὲ τὸν θάνατον, πού, ὅπως συμβαίνει μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, εἶναι συνέπεια τῆς ἁμαρτίας, νὰ ζοῦν τώρα, μὲ τὸ πνεῦμα των τὴν κατὰ Θεὸν ζωήν, ἐφ᾿ ὅσον φυσικὰ θὰ εἴχαν δεχθῇ τὸ κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ. 7Πάντων δὲ τὸ τέλος ἤγγικε· σωφρονήσατε οὖν καὶ νήψατε εἰς τὰς προσευχάς· 7῍Ας ἔχετε ὅμως πάντοτε ὑπ᾿ ὅψιν σας ὅτι ὅλων τὸ τέλος καὶ ὁ θάνατος πλησιάζει. Λοιπόν, προσπαθεῖτε νὰ ζῆτε μὲ σωφροσύνην, νὰ εἷσθε προσεκτικοὶ καὶ ἄγρυπνοι εἰς τὰς προσευχάς. 8πρὸ πάντων δὲ τὴν εἰς ἑαυτοὺς ἀγάπην ἐκτενῆ ἔχοντες, ὅτι ἡ ἀγάπη καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν· 8Παρὰ πάνω δὲ ἀπὸ ὅλα, νὰ ἔχετε θερμήν, παντοτεινὴν καὶ πλουσίαν τὴν ἀγάπην μεταξὺ σας, διότι ἡ ἀγάπη θὰ σκεπάσῃ τὰς ἁμαρτίας, ὅσον πολλαὶ καὶ ἂν εἶναι αὐταί. 9φιλόξενοι εἰς ἀλλήλους ἄνευ γογγυσμῶν· 9Νὰ φιλοξενῆτε ὁ ἔνας τὸν ἄλλον, χωρὶς νὰ γογγύζετε ἀπὸ τὴν ἐνόχλησιν, ποὺ εἶναι φυσικὸν νὰ φέρῃ ἡ φιλοξενία. 10ἕκαστος καθὼς ἔλαβε χάρισμα, εἰς ἑαυτοὺς αὐτὸ διακονοῦντες ὡς καλοὶ οἰκονόμοι ποικίλης χάριτος Θεοῦ· 10Ὁ καθένας σας, σύμφωνα μὲ τὸ χάρισμα που ἔχει λάβει ἀπὸ τὸν Θεόν, ἂς ἐξυπηρετῇ μὲ αὐτὸ τοὺς ἄλλους, σὰν καλοὶ διαχειρισταὶ διαφόρων χαρισμάτων τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. 11εἴ τις λαλεῖ, ὡς λόγια Θεοῦ· εἴ τις διακονεῖ, ὡς ἐξ ἰσχύος, ὡς χορηγεῖ ὁ Θεός· ἵνα ἐν πᾶσι δοξάζηται ὁ Θεὸς διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ ἐστιν ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. 11Ἐὰν κανεὶς ἔχῃ τὸ χάρισμα νὰ διδάσκῃ, ἂς ἔχῃ ὑπ᾿ ὅψιν του, ὅτι λαλεῖ λόγια Θεοῦ καὶ ἂς ὁμιλῇ μὲ συναίσθησιν τῆς εὐθύνης του. Ἐὰν κανεὶς ὑπηρετῇ τοὺς ἄλλους, ἂς ἔχῃ ὑπ᾿ ὅψιν του, ὅτι τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἱκανότητα αὐτὴν τοῦ τὴν χορηγεῖ ὁ Θεός. Νὰ συμπεριφέρεσθε μεταξὺ σας ἔτσι, ὥστε μὲ τὴν ὅλην σας διαγωγὴν νὰ δοξάζεται ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ δύναμις καὶ ἡ ἐξουσία εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Το προνόμιο να υποφέρει κανείς για χάρη του Χριστού12Ἀγαπητοί, μὴ ξενίζεσθε τῇ ἐν ὑμῖν πυρώσει πρὸς πειρασμὸν ὑμῖν γινομένῃ, ὡς ξένου ὑμῖν συμβαίνοντος, 12Ἀγαπητοί, ἂς μὴ παραξενεύεσθε διὰ τὴν φλόγα καὶ τὸ κάψιμο, ποὺ σᾶς προκαλοῦν αἱ διάφοραι θλίψεις καὶ αἱ δυσκολίαι, ὡς ἐὰν κάτι τὸ παράξενον σᾶς συμβαίνῃ. 13ἀλλὰ καθὸ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε, ἵνα καὶ ἐν τῇ ἀποκαλύψει τῆς δόξης αὐτοῦ χαρῆτε ἀγαλλιώμενοι. 13Ἀλλὰ καθ᾿ ὅσον συμμετέχετε εἰς τὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ μὲ τὰς θλίψεις καὶ τοὺς διωγμούς, ποὺ ὑφίστασθε πρὸς χάριν του,τόσον καὶ νὰ χαίρετε, διὰ νὰ χαρῆτε μὲ ἀπερίγραπτον ἀγαλλίασιν ἀκόμη περισσότερον κατὰ τὴν φανέρωσιν τῆς δόξῃς του εἰς τὴν Δευτέραν Παρουσίαν. 14Εἰ ὀνειδίζεσθε ἐν ὀνόματι Χριστοῦ, μακάριοι, ὅτι τὸ τῆς δόξης καὶ δυνάμεως καὶ τὸ τοῦ Θεοῦ Πνεῦμα ἐφ᾿ ὑμᾶς ἀναπαύεται· κατὰ μὲν αὐτοὺς βλασφημεῖται, κατὰ δὲ ὑμᾶς δοξάζεται. 14Ἐὰν σᾶς ὑβρίζουν καὶ σᾶς ἐμπαίζουν διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, εἷσθε μακάριοι, διότι τὸ Πνεῦμα τῆς δόξῃς καὶ τῆς δυνάμεως, τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἀναπαύεται ἐπάνω σας. Ἀπὸ τὰ λόγια μὲν καὶ τὰ ἔργα ἐκείνων βλασφημείται ὁ Χριστός, ἀπὸ τὰ ἔργα δὲ καὶ τὴν ζωὴν τὴν ἰδικὴν σας δοξάζεται. 15μὴ γάρ τις ὑμῶν πασχέτω ὡς φονεὺς ἢ κλέπτης ἢ κακοποιὸς ἢ ὡς ἀλλοτριοεπίσκοπος· 15Διότι προσέχετε, ποτὲ κανεὶς ἀπὸ σᾶς νὰ μὴ πάσχῃ καὶ νὰ μὴ τιμωρῆται ὡς φονεὺς ἢ ὡς κλέπτῃς ἢ ὡς κακοποιὸς ἢ ὡς ἄνθρωπος, ποὺ ἀνακατεύεται εἰς ξένας ὑποθέσεις καὶ προκαλεῖ μὲ τὰς ἀκρισίας τοῦ ζημίας καὶ βλάβας εἰς τοὺς ἄλλους. 16εἰ δὲ ὡς Χριστιανός, μὴ αἰσχυνέσθω, δοξαζέτω δὲ τὸν Θεὸν ἐν τῷ μέρει τούτῳ. 16Ἐὰν ὅμως διώκεται καὶ πάσχῃ ὡς Χριστιανός, ἂς μὴ ἐντρέπεται. Ἐξ ἀντιθέτου ἂς δοξάζῃ τὸν Θεὸν εἰς τὰς περιστάσεις αὐτάς. 17ὅτι ὁ καιρὸς τοῦ ἄρξασθαι τὸ κρίμα ἀπὸ τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ· εἰ δὲ πρῶτον ἀφ᾿ ἡμῶν, τί τὸ τέλος τῶν ἀπειθούντων τῷ τοῦ Θεοῦ εὐαγγελίῳ; 17Διότι ἔφθασε πλέον ὁ καιρὸς νὰ ἀρχίσῃ ἡ κρίσις καὶ ἡ δοκιμασία ἀπὸ τοὺς πιστοὺς πρῶτον, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν δὲ ἀρχίζῃ ἀπὸ ἡμᾶς πρῶτον ἡ κρίσις αὐτῇ τοῦ Θεοῦ, ποῖον θὰ εἶναι τὸ κατάντημα ἐκείνων, ποῦ ἀπειθοῦν εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Θεοῦ; 18καὶ εἰ ὁ δίκαιος μόλις σῴζεται, ὁ ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτωλὸς ποῦ φανεῖται; 18Καὶ ἐὰν ὁ δίκαιος μὲ πολλὴν δυσκολίαν σῴζεται, ὁ ἁμαρτωλὸς καὶ ἀσεβὴς ποῦ θὰ φανῇ; (Αὐτὸς θὰ καταδικασθῇ εἰς ὄλεθρον). 19Ὥστε καὶ οἱ πάσχοντες κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὡς πιστῷ κτίστῃ παρατιθέσθωσαν τὰς ψυχὰς αὐτῶν ἐν ἀγαθοποιΐᾳ. 19Ὥστε καὶ αὐτοί ποὺ πάσχουν τώρα, ἐφ᾿ ὅσον αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἂς παραθέτουν καὶ ἂς ἐμπιστεύωνται τὰς ψυχὰς των εἰς τὸν κατὰ πάντα ἀξιόπιστον Δημιουργόν, φροντίζοντες ἐκ παραλλήλου νὰ πράττουν τὸ ἀγαθόν.