Ἰωάννου Α΄
Ποιά είναι τα παιδιά του Θεού1Ἴδετε ποταπὴν ἀγάπην δέδωκεν ἡμῖν ὁ πατὴρ ἵνα τέκνα Θεοῦ κληθῶμεν. διὰ τοῦτο ὁ κόσμος οὐ γινώσκει ἡμᾶς, ὅτι οὐκ ἔγνω αὐτόν. 1Ἰδέτε πόσον πλουσίαν καὶ θαυμαστὴν ἀγάπην μᾶς ἔχει δώσει ὁ Πατήρ, ὥστε νὰ ὀνομασθῶμεν τέκνα τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο ὁ κόσμος δὲν μᾶς κατανοεῖ, διότι δὲν ἐγνώρισε καὶ δὲν κατενόησεν τὸν Θεόν, πρὸς τὸν ὁποῖον, καθὸ τέκνα του, ὁμοιάζομεν. 2Ἀγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐὰν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι. 2Ἀγαπητοί, τώρα εἵμεθα τέκνα τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ἀκόμη δὲν ἔχει φανερωθῆ τί θὰ εἵμεθα εἰς τὸ μέλλον. Γνωρίζομεν ὅμως ὅτι ὅταν ὁ Χριστὸς φανερωθῇ μὲ ὅλην αὐτοῦ τὴν δόξαν, θὰ γίνωμεν καὶ ἡμεῖς ὅμοιοι μὲ αὐτὸν κατὰ τὴν δόξαν, διότι θὰ τὸν ἴδωμεν ὅπως εἶναι εἰς ὅλην του τὴν θείαν δόξαν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι καὶ ἰδικὴ μας δόξα. 3καὶ πᾶς ὁ ἔχων τὴν ἐλπίδα ταύτην ἐπ᾿ αὐτῷ ἁγνίζει ἑαυτὸν, καθὼς ἐκεῖνος ἁγνός ἐστι. 3Καὶ ὁ καθένας ποὺ ἔχει καὶ κρατεῖ σφικτὰ αὐτὴν τὴν ἐλπίδα εἰς τὸν Χριστόν, καθαρίζει καὶ κρατεῖ τὸν εὐατὸν του ἁγνὸν ἀπὸ κάθε ἁμαρτίαν, ὅπως καὶ ἐκεῖνος εἶναι ὁ ἀπόλυτα καθαρὸς καὶ ἅγιος. 4Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν ἀνομίαν ποιεῖ, καὶ ἡ ἁμαρτία ἐστὶν ἡ ἀνομία. 4Καθένας, ὁ ὁποῖος πράττει τὴν ἁμαρτίαν, διαπράττει καὶ τὴν παρανομίαν, διότι καταπατεῖ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ ἁμαρτία εἶναι καταπάτησις τοῦ θείου Νόμου. 5καὶ οἴδατε ὅτι ἐκεῖνος ἐφανερώθη ἵνα τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἄρῃ, καὶ ἁμαρτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστι. 5Γνωρίζετε δέ, ὅτι ὁ Χριστὸς ἐφανερώθη ὡς ἄνθρωπος εἰς τὴν γῆν, διὰ νὰ πάρῃ ἐπάνω του καὶ ἐξαλείψῃ τὰς ἁμαρτίας μας, καὶ ἁμαρτίας δὲν ὑπάρχει καμμιὰ εἰς αὐτόν, διότι εἶναι ἅγιος καὶ ἀπολύτως ἀναμάρτητος. 6πᾶς ὁ ἐν αὐτῷ μένων οὐχ ἁμαρτάνει· πᾶς ὁ ἁμαρτάνων οὐχ ἑώρακεν αὐτὸν οὐδὲ ἔγνωκεν αὐτόν. 6Καθένας ποὺ ἔχει κοινωνίαν μὲ αὐτὸν καὶ μένει ἐν τῇ κοινωνίᾳ μὲ αὐτόν, δὲν ἁμαρτάνει. Καθένας ὅμως ποὺ ἁμαρτάνει, δὲν τὸν ἔχει αἰσθανθῆ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του καὶ δὲν τὸν ἔχει γνωρίσει ὡς Θεὸν καὶ λυτρωτὴν του. 7Τεκνία, μηδεὶς πλανάτω ὑμᾶς· ὁ ποιῶν τὴν δικαιοσύνην δίκαιός ἐστι, καθὼς ἐκεῖνος δίκαιός ἐστιν· 7Ἀγαπητά μου παιδιά, ἂς μὴ σᾶς παραπλανᾷ καὶ σᾶς ἐξαπατᾷ κανεὶς μὲ παραπλανητικὰς καὶ δολίας διδασκαλίας. Ἐκεῖνος ποὺ τηρεῖ δικαιοσύνην καὶ ἔχει βίον ἐνάρετον, εἶναι δίκαιος, ὅπως καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι δίκαιος. 8ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν, ὅτι ἀπ᾿ ἀρχῆς ὁ διάβολος ἁμαρτάνει. εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου. 8Ἐκεῖνος ποὺ ἐπιμένει νὰ πράττῃ τὴν ἁμαρτίαν εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολον, διότι ὁ διάβολος ἐξ ἀρχῆς μὲ πεῖσμα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ ἁμαρτάνει. Δι᾿ αὐτὸν δὲ τὸν σκοπὸν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐφανερώθη ὡς ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς, διὰ νὰ καταλύσῃ καὶ καταστρέψῃ ἐντελῶς τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου. 9Πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ, ὅτι σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει· καὶ οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται. 9Καθένας ποὺ ἔχει γεννηθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν, δὲν πράττει τὴν ἁμαρτίαν, διότι ἔχει μέσα του ὡς μόνιμον κατάστασιν τὴν νέαν ζωήν, ποὺ τοῦ ἔχει μεταδώσει καὶ φυτεύσει ὁ Θεός. Καὶ ἔνας τέτοιος ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει δώσει ὁριστικῶς τὴν θέλησίν του εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν ἀρετήν, εἶναι ἠθικῶς ἀδύνατον νὰ ἁμαρτάνῃ, διότι ἔχει ἀναγεννηθῇ, ἔχει ἀποκτήσει τὸ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ. 10ἐν τούτῳ φανερά ἐστι τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ τέκνα τοῦ διαβόλου. πᾶς ὁ μὴ ποιῶν δικαιοσύνην οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ. 10Καὶ εἰς αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ σημεῖον εἶναι φανερὰ καὶ ξεχωρίζουν τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ τέκνα τοῦ διαβόλου. Καθένας δηλαδή ποὺ δὲν ζῇ βίον ἐνάρετον, δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν, δὲν ἔχει πατέρα τὸν Θεόν, ὅπως ἐπίσης καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀγαπᾷ τὸν ἀδελφὸν του. Αγάπη παρρησία και πνευματικά χαρίσματα11ὅτι αὕτη ἐστὶν ἡ ἀγγελία ἣν ἠκούσατε ἀπ᾿ ἀρχῆς, ἵνα ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, 11Διότι αὐτῇ εἶναι ἡ θεμελιώδης καὶ σπουδαιοτάτη ἐντολή, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἀκούσει ἀπὸ τὴν ἀρχήν ποὺ ἐπιστεύσατε εἰς τὸν Χριστόν, τὸ νὰ ἀγαπῶμεν ὁ ἔνας τὸν ἄλλον. 12οὐ καθὼς Κάϊν ἐκ τοῦ πονηροῦ ἦν καὶ ἔσφαξε τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ· καὶ χάριν τίνος ἔσφαξεν αὐτόν; ὅτι τὰ ἔργα αὐτοῦ πονηρὰ ἦν, τὰ δὲ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ δίκαια. 12Καὶ νὰ μὴ ὁμοιάζωμεν μὲ τὸν Κάϊν, ὁ ὁποῖος ἔσφαξε κατὰ τὸν πλέον σκληρὸν καὶ ἀπάνθρωπον τρόπον τὸν ἀδελφὸν του. Καὶ διατὶ τὸν ἔσφαξε; Διότι τὰ ἰδικὰ του ἔργα ἦσαν πονηρά, ἐνῶ τὰ ἔργα τοῦ ἀδελφοῦ του ἦσαν δίκαια. (Κατὰ κανόνα δὲ ὁ μοχθηρὸς καὶ κακὸς μισεῖ, θανασίμως τὸν δίκαιον). 13Μὴ θαυμάζετε, ἀδελφοί, εἰ μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος. 13Μὴν ἀπορεῖτε, λοιπόν, ἀδελφοί μου, ἐὰν σᾶς μισῇ ὁ κόσμος. 14ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ὅτι ἀγαπῶμεν τοὺς ἀδελφούς· ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν μένει ἐν τῷ θανάτῳ. 14Ἡμεῖς γνωρίζομεν καλὰ ὅτι ἔχομεν μεταβῆ ἀπὸ τὸν πνευματικὸν θάνατον εἰς τὴν πνευματικὴν καὶ αἰωνίαν ζωήν, διότι ἀγαπῶμεν τοὺς ἀδελφούς. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ δὲν ἀγαπᾷ τὸν ἀδελφὸν μένει εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ πνευματικοῦ θανάτου. 15πᾶς ὁ μισῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἀνθρωποκτόνος ἐστί, καὶ οἴδατε ὅτι πᾶς ἀνθρωποκτόνος οὐκ ἔχει ζωὴν αἰώνιον ἐν αὐτῷ μένουσαν. 15Καθένας ποὺ μισεῖ τὸν ἀδελφὸν του, εἶναι φονιᾶς, (διότι τὸ μῖσος ἐμπνέει τὸν φόβον καὶ τὸν ὄλεθρον τοῦ μισουμένου). Καὶ γνωρίζετε καλά, ὅτι κάθε φονιᾶς δὲν ἔχει ζωὴν αἰώνιον, ἡ ὁποία νὰ μένῃ μέσα του ὡς μόνιμος κατάστασις. 16ἐν τούτῳ ἐγνώκαμεν τὴν ἀγάπην, ὅτι ἐκεῖνος ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἔθηκε· καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν τὰς ψυχὰς τιθέναι. 16Ἔχομεν δὲ γνωρίσει ποία ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀγάπῃ μὲ αὐτό, μὲ τὸ ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστός, ἀπὸ ἄπειρον ἀγάπην κινούμενος, παρέδωκε τὴν ζωὴν του εἰς τὸν σταυρικὸν θάνατον πρὸς χάριν ἡμῶν. Ἔτσι ἐπομένως καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ὑποχρέωσιν, σύμφωνα μὲ τὸ παράδειγμά του, νὰ θυσιάζωμεν καὶ τὴν ζωὴν μας ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μας (καὶ ὄχι ὅπως ὁ Κάϊν νὰ ἀφαιροῦμεν τὴν ζωὴν των ἢ καθ᾿ οἱανδήποτε τρόπον νὰ ἀδικοῦμεν αὐτούς). 17ὃς δ᾿ ἂν ἔχῃ τὸν βίον τοῦ κόσμου καὶ θεωρῇ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ χρείαν ἔχοντα καὶ κλείσῃ τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ ἀπ᾿ αὐτοῦ, πῶς ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μένει ἐν αὐτῷ; 17Ὁποῖος ὅμως ἔχει τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου (ποὺ κάμνουν ἄνετον τὴν ζωήν) καὶ βλέπει τὸν ἀδελφὸν του νὰ ἔχῃ ἀνάγκην, κλείσει δὲ τὰ σπλάγχνα του καὶ μείνει ἀναίσθητος εἰς τὴν δυστυχίαν ἐκείνου, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ νὰ μένῃ μέσα του; 18Τεκνία μου, μὴ ἀγαπῶμεν λόγῳ μηδὲ τῇ γλώσσῃ, ἀλλ᾿ ἐν ἔργῳ καὶ ἀληθείᾳ. 18Ἀγαπημένα μου παιδιά, ἂς μὴ ἀγαπῶμεν μὲ τὰ λόγια μόνον καὶ μὲ τὴν γλῶσσαν, ἀλλ᾿ ἂς ἀγαπῶμεν μὲ τὰ ἔργα τῆς καλωσύνης καὶ μὲ τὴν εἰλικρίνειάν ποὺ ἐπιβάλλει ὁ Θεός. 19καὶ ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐκ τῆς ἀληθείας ἐσμέν, καὶ ἔμπροσθεν αὐτοῦ πείσομεν τὰς καρδίας ἡμῶν, 19Καὶ μὲ αὐτό, δηλαδὴ μὲ τὴν εἰλικρινῆ ἀγάπην καὶ ἀγαθοεργίαν, γνωρίζομεν ὅτι καταγόμεθα ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ἀπὸ τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἐπειδὴ δὲ τοιαύτην ἔχομεν τὴν καταγωγὴν καὶ ἀγωνιζόμεθα νὰ ἀσκοῦμεν τὴν ἀγάπην, θὰ πείσωμεν καὶ θὰ εἰρηνεύσωμεν τὰς συνειδήσεις μας, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὀρθῶς πράττομεν. 20ὅτι ἐὰν καταγινώσκῃ ἡμῶν ἡ καρδία, ὅτι μείζων ἐστὶν ὁ Θεὸς τῆς καρδίας ἡμῶν καὶ γινώσκει πάντα. 20Ἐὰν ὅμως μᾶς κατηγορῇ ἡ συνείδησις, ὅτι μὲ τὰ λόγια μόνον ἀγαπῶμεν τὸν ἀδελφόν, πολὺ περισσότερον θὰ μᾶς κατηγορήσῃ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος εἶναι βέβαια ἀπείρως ἀνώτερος ἀπὸ τὴν συνείδησίν μας καὶ γνωρίζει πλήρως καὶ τελείως, καλύτερα ἀπὸ αὐτήν, τὰ πάντα. 21ἀγαπητοί, ἐὰν ἡ καρδία ἡμῶν μὴ καταγινώσκῃ ἡμῶν, παρρησίαν ἔχομεν πρὸς τὸν Θεόν, 21Ἀγαπητοί, ἐὰν ἡ συνείδησίς μας δὲν μᾶς κατηγορῇ, τότε ἔχομεν θάρρος πρὸς τὸν Θεόν, 22καὶ ὃ ἐὰν αἰτῶμεν λαμβάνομεν παρ᾿ αὐτοῦ, ὅτι τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηροῦμεν καὶ τὰ ἀρεστὰ ἐνώπιον αὐτοῦ ποιοῦμεν. 22καὶ ὁ,τιδήποτε καὶ ἂν τοῦ ζητοῦμεν, τὸ λαμβάνομεν ἀπὸ αὐτόν, διότι τηροῦμεν τὰς ἐντολὰς του καὶ πράττομεν αὐτά, ποὺ τοῦ εἶναι εὐάρεστα. Καὶ γινόμεθα ἔτσι τέκνα τῶν εὐλογιῶν του. 23καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ αὐτοῦ, ἵνα πιστεύσωμεν τῷ ὀνόματι τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, καθὼς ἔδωκεν ἐντολὴν. 23Λοιπὸν αὐτῇ εἶναι ἡ θεμελιώδης καὶ σπουδαιοτάτη ἐντολὴ του, νὰ πιστεύωμεν δηλαδὴ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Υἱοῦ του, Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ ἀγαπῶμεν μὲ εἰλικρίνειαν ὁ ἔνας τὸν ἄλλον σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν τῆς ἀγάπης ποὺ μᾶς ἔδωσεν ὁ Χριστός. 24καὶ ὁ τηρῶν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει καὶ αὐτὸς ἐν αὐτῷ. καὶ ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι μένει ἐν ἡμῖν, ἐκ τοῦ Πνεύματος οὗ ἡμῖν ἔδωκεν. 24Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ τηρεῖ τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, μένει εἰς τὸν Θεὸν καὶ ὁ Θεὸς μένει εἰς αὐτόν. Καὶ μὲ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπον ἔχομεν βεβαίαν τὴν πληροφορίαν τῆς συνειδήσεως, καὶ γνωρίζομεν ὁτι ο Θεός μένει μέσα μας, ἀπὸ τὸ Πνεῦμα ποὺ μᾶς ἔχει δώσει καὶ τὸ ὁποῖον μᾶς πληροφορεῖ διὰ τὴν κοινωνίαν καὶ ἑνότητα μας μὲ τὸν Θεόν.