Πρὸς Κολοσσαεῖς
1Θέλω γὰρ ὑμᾶς εἰδέναι ἡλίκον ἀγῶνα ἔχω περὶ ὑμῶν καὶ τῶν ἐν Λαοδικείᾳ καὶ ὅσοι οὐχ ἑωράκασι τὸ πρόσωπόν μου ἐν σαρκί,
Διότι θέλω νὰ μάθετε καὶ σεῖς πόσον μεγάλον ἀγῶνα ἔχω διὰ σᾶς καὶ διὰ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Λαοδικείας καὶ δι᾿ ὅσους δὲν ἔχουν ἴδει τὸ πρόσωπόν μου καὶ δὲν μὲ ἐγνώρισαν σωματικῶς,
2ἵνα παρακληθῶσιν αἱ καρδίαι αὐτῶν, συμβιβασθέντων ἐν ἀγάπῃ καὶ εἰς πάντα πλοῦτον τῆς πληροφορίας τῆς συνέσεως, εἰς ἐπίγνωσιν τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ καὶ πατρὸς καὶ τοῦ Χριστοῦ,
διὰ νὰ παρηγορηθοῦν καὶ ἐνισχυθοῦν αἱ καρδίαι των καὶ μείνουν ἀπρόσβλητοι καὶ ἀκλόνητοι ἀπὸ ψευδοδιδασκαλίας καὶ ἀμφιβολίας. Καὶ αὐτὸ θὰ ἐπιτευχθῇ, ἐὰν βέβαια καὶ οἱ ἴδιοι καλλιεργήσουν τὴν ἀγάπην μεταξὺ των καὶ ἁρμονικῶς συνδεθοῦν δι᾿ αὐτῆς καὶ πληροφορηθοῦν ἔτσι μὲ σοφίαν καὶ σύνεσιν ὅλον τὸν πλοῦτον τῆς ἀληθείας, ποὺ ἀναφέρεται εἰς τὴν σωτηρίαν των, καὶ γνωρίσουν εἰς βάθος τὸ μυστήριον τοῦ Θεοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Χριστοῦ.
3ἐν ᾧ εἰσι πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι.
Νὰ γνωρίσουν, ὅτι εἰς τὸν Χριστὸν ὑπάρχουν ὅλοι οἱ θυσαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως, οἱ ὁποῖοι ἦσαν προηγουμένως ἄγνωστοι καὶ ἀπόκρυφοι, καὶ ἐφανερώθησαν τώρα ἀπὸ τὸν Χριστὸν εἰς τοὺς πιστούς.
4Τοῦτο δὲ λέγω ἵνα μή τις ὑμᾶς παραλογίζηται ἐν πιθανολογίᾳ·
Αὐτὸ δὲ σᾶς τὸ λέγω, διὰ νὰ μὴ σᾶς παραπλανᾷ κανεὶς εἰς παραλογισμοὺς καὶ ἀστηρίκτους εἰκασίας, ποὺ βασίζονται εἰς ἀναποδείκτους πιθανολογίας, καὶ σᾶς ἀπομακρύνει ἔτσι ἀπὸ τὸν Χριστόν.
5εἰ γὰρ καὶ τῇ σαρκὶ ἄπειμι, ἀλλὰ τῷ πνεύματι σὺν ὑμῖν εἰμι, χαίρων καὶ βλέπων ὑμῶν τὴν τάξιν καὶ τὸ στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως ὑμῶν.
Ἔχω ὅμως πεποίθησιν εἰς σᾶς, ὅτι θὰ μείνετε ἀκλόνητοι εἰς τὴν ἀλήθειαν. Διότι, ἂν καὶ ἀπουσιάζω σωματικῶς, εἷμαι ἐν τούτοις διὰ τοῦ πνεύματός μου παρὼν μαζῆ σας καὶ χαίρω, διότι βλέπω τὴν τάξιν, ποὺ ἔχετε καὶ τὴν σταθερότητα τῆς πίστεως σας εἰς τὸν Χριστόν.
Θρίαμβος του Χριστού εναντίον των δαιμονικών δυνάμεων6-15
6Ὡς οὖν παρελάβετε τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν τὸν Κύριον, ἐν αὐτῷ περιπατεῖτε,
Ὅπως λοιπὸν ἐδιδάχθητε ἀπὸ τὸν Ἐπαφρᾶν καὶ παρελάβατε τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Κύριον, ἔτσι σύμφωνα μὲ αὐτὰ νὰ προχωρῆτε καὶ συμπεριφέρεσθε.
7ἐρριζωμένοι καὶ ἐποικοδομούμενοι ἐν αὐτῷ καὶ βεβαιούμενοι ἐν τῇ πίστει καθὼς ἐδιδάχθητε, περισσεύοντες ἐν αὐτῇ ἐν εὐχαριστίᾳ.
Ἐξακολουθεῖτε νὰ μένετε βαθειὰ ριζωμένοι καὶ νὰ οἰκοδομῆσθε ἐπάνω εἰς τὸν Χριστὸν καὶ νὰ προχωρῆτε συνεχῶς μὲ ἀδίστακτον βεβαιότητα διὰ τὴν πίστιν σας, ὅπως ἔχετε διδαχθῇ, προοδεύοντες ὁλονὲν καὶ περισσότερον εἰς αὐτὴν καὶ εὐχαριστοῦντες συγχρόνως τὸν Θεόν, ποὺ σᾶς ἔδωσε αὐτὴν τὴν πίστιν.
Ανάγνωσμα · Περιτ. Κυρίου & Μεγ. Βασιλείου, 8-12
8Βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ οὐ κατὰ Χριστόν·
Προσέχετε, μήπως σᾶς ἐξαπατήσῃ κανεὶς καὶ λεηλατήσῃ τὸν θησαυρὸν τῆς πίστεώς σας μὲ τὴν ψευδῆ φιλοσοφίαν καὶ τὴν κούφιαν ἀπάτην, ἡ ὁποία βασίζεται εἰς τὴν ψευδῆ καὶ ἀκατάστατον παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὴν παιδαριώδη καὶ μωρὰν ἀντίληψιν περὶ τῶν στοιχείων τοῦ κόσμου, καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Χριστοῦ.
9ὅτι ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς,
Μὴ λησμονεῖτε ποτὲ ὅτι εἰς τὸν Χριστόν, μέσα εἰς τὸ σῶμα του, μέσα εἰς τὴν ἀνθρωπίνην του φύσιν, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς σαρκώσεως προσέλαβε, κατοικεῖ ὁλόκληρος ἡ θεότης.
10καὶ ἐστὲ ἐν αὐτῷ πεπληρωμένοι, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλὴ πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας,
Ἄλλωστε καὶ σεῖς εἷσθε δι᾿ αὐτοῦ γεμᾶτοι μὲ πλῆθος ἀπὸ ἀνεκτίμητα χαρίσματα. Αὐτὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ καὶ ἡ πηγὴ κάθε ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν·
11ἐν ᾧ καὶ περιτμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν τῇ ἀπεκδύσει τοῦ σώματος τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτομῇ τοῦ Χριστοῦ,
δι᾿ αὐτοῦ καὶ ἐν αὐτῷ ἔχετε περιτμηθῆ ὄχι μὲ τὴν σαρκικὴν περιτομὴν τῶν Ἑβραίων, ἀλλὰ μὲ τὴν πνευματικήν, ποὺ δὲν γίνεται ἀπὸ χέρι ἀνθρώπου· μὲ περιτομήν, ποὺ ἐλάβατε ἀπὸ τὸν Χριστὸν (ὅταν ἐβαπτίσθητε) καὶ ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὴν ἀποβολὴν ὅλου τοῦ ἁμαρτωλοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου,
12συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτίσματι, ἐν ᾧ καὶ συνηγέρθητε διὰ τῆς πίστεως τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ τῶν νεκρῶν.
ὅταν ἐτάφητε μαζῆ μὲ τὸν Χριστὸν εἰς τὸ βάπτισμα καὶ κατὰ ἕνα τρόπον μυστηριώδη, ἀλλὰ πραγματικόν, ἀναστηθήκατε τότε μαζῆ του διὰ τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνέστησε τὸν Χριστὸν ἐκ νεκρῶν.
13Καὶ ὑμᾶς, νεκροὺς ὄντας ἐν τοῖς παραπτώμασι καὶ τῇ ἀκροβυστίᾳ τῆς σαρκὸς ὑμῶν, συνεζωοποίησεν ὑμᾶς σὺν αὐτῷ, χαρισάμενος ἡμῖν πάντα τὰ παραπτώματα,
Καὶ σᾶς, οἱ ὁποῖοι ἤσασθε νεκροὶ ἕνεκα τῶν ἁμαρτημάτων καὶ τῆς σαρκικῆς ἀκροβυστίας, ποὺ εἴχατε ὡς εἰδωλολάτραι, σᾶς ἐζωοποίησε μαζῆ μὲ τὸν Χριστόν. Ἔτσι δὲ ἐχάρισε, ἔσβησε καὶ ἐξηφάνισε τὰ ἁμαρτήματα ὅλων ἡμῶν Ἰουδαίων καὶ ἐθνικῶν.
14ἐξαλείψας τὸ καθ᾿ ἡμῶν χειρόγραφον τοῖς δόγμασιν ὃ ἦν ὑπεναντίον ἡμῖν, καὶ αὐτὸ ἦρεν ἐκ τοῦ μέσου προσηλώσας αὐτὸ τῷ σταυρῷ·
Καὶ ἐξηφάνισε τελείως τὸ καταδικαστικὸν δι᾿ ἡμᾶς γραμμάτιον τῆς ἐνοχῆς μας, ποὺ εἶχε γίνει ἐξ αἰτίας τῶν διατάξεων τοῦ μωσαϊκοῦ Νόμου, τὰς ὁποίας ὅλοι μας τὰς εἴχαμεν παραβῆ κατὰ τὸ μέγιστον μέρος των. Αὐτό, λοιπόν, τὸ καταδικαστικὸν δι᾿ ἡμᾶς γραμμάτιον τὸ ἔβγαλε ἀπὸ τὸ μέσον καὶ τὸ ἐκάρφωσεν εἰς τὸν σταυρόν, ὅπου καὶ μὲ τὸ αἷμα του τὸ ἔσβησε.
15ἀπεκδυσάμενος τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας ἐδειγμάτισεν ἐν παρρησίᾳ, θριαμβεύσας αὐτοὺς ἐν αὐτῷ.
Εἰς τὸν σταυρὸν δὲ ἀπεγύμνωσε τὰς πονηρὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας τῶν δαιμόνων, τὰς ἐξηυτέλισε καὶ τὰς διεπόμπευσε φανερὰ καὶ ἔσυρε νικημένους καὶ ἀδυνάτους πλέον τοὺς δαίμονας εἰς τὴν θριαμβευτικὴν του πομπήν.
Η ελευθερία των χριστιανών16-23
16Μὴ οὖν τις ὑμᾶς κρινέτω ἐν βρώσει ἢ ἐν πόσει ἢ ἐν μέρει ἑορτῆς ἢ νουμηνίας ἢ σαββάτων,
Ἐφ᾿ ὅσον, λοιπόν, αἱ διατάξεις τοῦ Νόμου ἔχουν καταργηθῆ, ἂς μὴ σᾶς κρίνῃ καὶ ἂς μὴ σᾶς κατακρίνῃ κανεὶς διὰ φαγητόν ἢ ποτὸν ἡ διὰ κάτι ποὺ ἀναφέρεται εἰς Ἐβραϊκὴν ἑορτὴν ἢ εἰς τὴν πρωτομηνιὰν ἢ εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου.
17ἅ ἐστι σκιὰ τῶν μελλόντων, τὸ δὲ σῶμα Χριστοῦ.
Αὐτά εἶναι μία ἁπλῆ σκιὰ καὶ ὑποτύπωσις τῶν ὅσων ἔμελλαν νὰ παραδοθοῦν διὰ τῆς Κ. Διαθήκης. Τὸ δὲ πραγματικὸν σῶμα, ἡ οὐσία δηλαδὴ καὶ ἡ ἀλήθεια ποὺ σῴζει, εἶναι ὁ Χριστός.
18μηδεὶς ὑμᾶς καταβραβευέτω θέλων ἐν ταπεινοφροσύνῃ καὶ θρησκείᾳ τῶν ἀγγέλων, ἃ μὴ ἑώρακεν ἐμβατεύων, εἰκῇ φυσιούμενος ὑπὸ τοῦ νοὸς τῆς σαρκὸς αὐτοῦ,
Προσέχετε, λοιπόν, ὥστε κανεὶς νὰ μὴ ἁρπάξῃ ἀπὸ σᾶς καὶ σᾶς στερήσῃ ἀπὸ τὸ βραβεῖον, παρουσιαζόμενος μὲ ψευδοταπεινοφροσύνην καὶ διδάσκων, ὅτι λατρεύει καὶ προσεύχεται εἰς τοὺς ἀγγέλους, διότι τάχα εἶναι ἀνάξιος νὰ λατρεύσῃ κατ᾿ εὐθεῖαν τὸν Θεόν. Αὐτός, φαντασιοκόπος καθὼς εἶναι, ἰσχυρίζεται ὅτι εἰσχωρεῖ εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶδε καὶ φουσκώνει ἀπὸ ἀνόητον ὑπερηφάνειαν, βυθιζόμενος εἰς πλάνας ἀπὸ τὸν σκοτισμένον νοῦν τῆς σαρκὸς του.
19καὶ οὐ κρατῶν τὴν κεφαλήν, ἐξ οὗ πᾶν τὸ σῶμα διὰ τῶν ἁφῶν καὶ συνδέσμων ἐπιχορηγούμενον καὶ συμβιβαζόμενον αὔξει τὴν αὔξησιν τοῦ Θεοῦ.
Παραμερίζει δὲ αὐτὸς καὶ δὲν κρατεῖ τὴν κεφαλήν, δηλαδὴ τὸν Χριστόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κατ᾿ εὐθεῖαν ὅλον τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας-ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς πιστούς, οἱ ὁποῖοι σὰν ἄλλα σωματικὰ μέλῃ ἐφάπτονται καὶ συνδέονται ἁρμονικῶς μεταξὺ των-ζωογονεῖται ἀπὸ τὴν χορηγουμένην ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ζωήν, ἐνώνεται ἁρμονικὰ καὶ αὐξάνει τὴν αὔξησιν, ποὺ θέλει καὶ ἐνεργεῖ ὁ Θεός.
20Εἰ ἀπεθάνατε σὺν τῷ Χριστῷ ἀπὸ τῶν στοιχείων τοῦ κόσμου, τί ὡς ζῶντες ἐν κόσμῳ δογματίζεσθε,
Ἐάν, λοιπόν, ἔχετε ἀποθάνει μαζῆ μὲ τὸν Χριστὸν καὶ ἔχετε ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὰ στοιχειώδη καὶ μάταια αὐτὰ διδάγματα τοῦ Κόσμου, διατί, σὰν νὰ ζῆτε ἀκόμη κοσμικὴν ζωήν, δέχεσθε τὰ αὐθαίρετα διδάγματα τῶν ψευδοδιδασκάλων;
21μὴ ἅψῃ μηδὲ γεύσῃ μηδὲ θίγῃς,
Σᾶς λέγουν δὲ αὐτοί· <μὴ πιάσῃς αὐτὸ οὔτε νὰ γευθῇς ἐκεῖνο οὔτε νὰ ἐγγίσῃς τὸ ἄλλο>.
22ἅ ἐστι πάντα εἰς φθορὰν τῇ ἀποχρήσει, κατὰ τὰ ἐντάλματα καὶ διδασκαλίας τῶν ἀνθρώπων;
Αὐτὰ τὰ ὑλικὰ στοιχεῖα εἶναι προωρισμένα ὅλα νὰ φθείρωνται, ὅταν χρησιμοποιηθοῦν καὶ ἀχρηστευθοῦν. Πῶς, λοιπόν, σεῖς δέχεσθε τέτοια δόγματα καὶ τέτοιες διδασκαλίες αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων;
23ἅτινά ἐστι λόγον μὲν ἔχοντα σοφίας ἐν ἐθελοθρησκίᾳ καὶ ταπεινοφροσύνῃ καὶ ἀφειδίᾳ σώματος, οὐκ ἐν τιμῇ τινι πρὸς πλησμονὴν τῆς σαρκός.
Τὰ αὐθαίρετα αὐτὰ δόγματα δὲν περιέχουν κανένα λόγον σοφίας, ἀλλὰ εἶναι θρησκεία καμωμένη κατὰ τὴν ἀρέσκειαν τῶν αἱρετικῶν καὶ ψευδοταπεινοφροσύνη καὶ περιφρόνησις, ἀλλὰ καὶ ταλαιπωρία τοῦ σώματος. Αὐτὰ ὅμως δὲν δίδουν καμμίαν τιμὴν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἀλλ᾿ ἀπλῶς μόνον ὑποβοηθοῦν νὰ γεμίζῃ ἀπὸ ψευδῆ ἰκανοποίησις τὸ σαρκικὸν καὶ ἁμαρτωλὸν φρόνημα τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου.