Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κείμενα
Είσοδος
Ελεύθερη ανάγνωση: η Αγία Γραφή είναι ανοιχτή σε όλους, χωρίς λογαριασμό. Με λογαριασμό έχετε πρόσβαση σε όλη τη βιβλιοθήκη. Σύνδεση
Καινὴ Διαθήκη · Ἐπιστολή

Πρὸς Τιμόθεον Β΄

Κεφάλαιον Β΄
Λειτουργία ανάγνωσης

Ο καλός στρατιώτης υπομένει1-13

Ανάγνωσμα · Δημητρίου Μεγαλομ., 1-10

Ανάγνωσμα · Αγ. Παντελεήμονος, 1-10

1Σὺ οὖν, τέκνον μου, ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ,

Σὺ λοιπόν, τέκνον μου, νὰ ἐνδυναμώνεσαι μὲ τὴν χάριν, ποὺ δίδει ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς (διὰ νὰ μένῃς πιστὸς εἰς αὐτὸν καὶ εἰς ἐμέ, χωρὶς νὰ ἐπηρεάζεσαι ἀπὸ τὸ παράδειγμα ἐκείνων, ποὺ μὲ ἐγκατέλειψαν).

2καὶ ἃ ἤκουσας παρ᾿ ἐμοῦ διὰ πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις, οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται καὶ ἑτέρους διδάξαι.

Καὶ αὐτά ποὺ ἔχεις ἀκούσει καὶ διδαχθῇ ἀπὸ ἐμέ, παρουσίᾳ πολλῶν μαρτύρων, αὐτὰ νὰ τὰ ἐμπιστευθῇς ὡς ἀνεκτίμητον θησαυρὸν εἰς πιστοὺς καὶ ἀξιοπίστους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ἱκανοὶ καὶ ἄλλους νὰ διδάξουν τὰς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου.

3σὺ οὖν κακοπάθησον ὡς καλὸς στρατιώτης Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Σὺ λοιπὸν κακοπάθησε σὰν καλὸς στρατιώτης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

4οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσῃ.

Ἔχε δὲ ὑπ᾿ ὄψιν σου, ὅτι κανείς, καθ᾿ ὅν χρόνον ὑπηρετεῖ στρατιώτης, δὲν περιπλέκεται εἰς τὰς μερίμνας καὶ φροντίδας τοῦ βίου, διὰ νὰ ὑπηρετῇ ἔτσι καὶ νὰ ἀρέσῃ εἰς ἐκεῖνον, ποὺ τὸν ἐστρατολόγησε.

5ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ.

Ἐὰν δὲ καὶ συμμετέχῃ κανεὶς εἰς ἀθλητικοὺς ἀγῶνας, δὲν παίρνει ὡς βραβεῖον τὸν στέφανον, ἐὰν δὲν ἀγωνισθῇ κατὰ τρόπον νόμιμον.

6τὸν κοπιῶντα γεωργὸν δεῖ πρῶτον τῶν καρπῶν μεταλαμβάνειν.

Ὁ γεωργός, ποὺ κοπιάζει διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ ἀγροῦ καὶ τὴν συγκομιδὴν τῶν προϊόντων, πρῶτος αὐτὸς πρέπει ν᾿ ἀπολαμβάνῃ τοὺς καρποὺς τῶν κόπων του. (Ἔτσι καὶ σὺ ἀπὸ τὸν πνευματικὸν ἀγρόν, εἰς τὸν ὁποῖον κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ ἐργάζεσαι, πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃς ὄχι μόνον τὴν πρέπουσα ὑπόληψιν καὶ τιμήν, ἀλλὰ καὶ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς σου).

7νόει ὃ λέγω· δῴη γάρ σοι ὁ Κύριος σύνεσιν ἐν πᾶσι.

Ἐνόησε αὐτά πού σοῦ λέγω. Εἴθε δὲ νά σοῦ δίδῃ πάντοτε ὁ Θεὸς σύνεσιν καὶ σοφίαν, ὥστε νὰ κατανοῇς ὅλα.

8Μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυίδ, κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου,

Νὰ ἐνθυμῆσαι τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀναστηθῆ ἐκ νεκρῶν καὶ κατάγεται κατὰ τὸ ἀνθρώπινον ἀπὸ τὸν Δαυΐδ, σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιόν μου,

9ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος· ἀλλ᾿ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται.

πρὸς χάριν τοῦ ὁποίου εὐαγγελίου ἐγὼ ταλαιπωροῦμαι καὶ πάσχω, ὥστε νὰ εἷμαι φυλακισμένος καὶ δεμένος μὲ ἁλυσίδες σὰν κακοῦργος· ἀλλὰ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει δεθῆ (ἀπὸ τίποτε δὲν ἐμποδίζεται εἰς τὸ νὰ διαδίδεται καὶ νὰ κατακτᾷ ψυχάς).

10διὰ τοῦτο πάντα ὑπομένω διὰ τοὺς ἐκλεκτούς, ἵνα καὶ αὐτοὶ σωτηρίας τύχωσι τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μετὰ δόξης αἰωνίου.

Διὰ τοῦτο ὑπομένω ὅλα αὐτὰ πρὸς χάριν ἐκείνων, ποὺ ἔχει ἐκλέξει ὁ Θεός, διὰ νὰ ἐπιτύχουν καὶ αὐτοὶ τὴν σωτηρίαν, ποὺ προσφέρει ὁ Χριστὸς μαζῆ μὲ τὴν αἰωνίαν δόξαν.

11Πιστὸς ὁ λόγος· εἰ γὰρ συναπεθάνομεν, καὶ συζήσομεν·

Ἀξιόπιστος εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος· διότι ἐὰν ἀπεθάναμεν, διὰ τοῦ βαπτίσματος, μαζῆ μὲ τὸν Χριστόν, μαζῆ του καὶ θὰ ζήσωμεν αἰωνίως καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν ζωήν.

12εἰ ὑπομένομεν, καὶ συμβασιλεύσομεν· εἰ ἀρνούμεθα, κἀκεῖνος ἀρνήσεται ἡμᾶς·

Ἐὰν ὑπομένωμεν τὰς θλίψεις, ὅπως εἰς τὸν τέλειον βαθμὸν τὰς ὑπέμεινεν Ἐκεῖνος, καὶ θὰ βασιλεύσωμεν μαζῆ μὲ αὐτόν. Ἐὰν ὅμως τὸν ἀρνούμεθα καὶ Ἐκεῖνος θὰ μᾶς ἀρνηθῇ.

13εἰ ἀπιστοῦμεν, ἐκεῖνος πιστὸς μένει· ἀρνήσασθαι ἑαυτὸν οὐ δύναται.

Ἐὰν ἡμεῖς δεικνύωμεν ἀπιστίαν καὶ ἀμφιβολίαν εἰς ὅσα μᾶς ἔχει ὑποσχεθῆ, Ἐκεῖνος ὅμως μένει πιστὸς εἰς τὰς ὑποσχέσεις του. Δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ ἀρνηθῇ τὸν ἑαυτὸν του καὶ νὰ ἀθετήσῃ τὰς ὑποσχέσεις του.

Ο σωστός εργάτης14-26

14Ταῦτα ὑπομίμνησκε, διαμαρτυρόμενος ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μὴ λογομαχεῖν εἰς οὐδὲν χρήσιμον, ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ἀκουόντων.

Αὐτὰ νὰ ὑπενθυμίζῃς εἰς τοὺς πιστούς, ἐξορκίζων αὐτοὺς ἐνώπιον τοῦ Κυρίου νὰ μὴ λογομαχοῦν καὶ φιλονεικον, διότι αἱ φιλονεικίαι αὐταὶ ὄχι μόνον χρήσιμοι δὲν εἶναι, ἀλλὰ φέρουν καταστροφὴν εἰς τοὺς ἀκούοντας.

15σπούδασον σεαυτὸν δόκιμον παραστῆσαι τῷ Θεῷ, ἐργάτην ἀνεπαίσχυντον, ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς ἀληθείας.

Προσπάθησε μὲ ζῆλον καὶ δραστηριότητα νὰ ἀναδείξῃς καὶ νὰ παραστήσῃς τὸν ἑαυτόν σου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἄμεμπτον καὶ τέλειον, ἐργάτην ποὺ δὲν φοβάται μήπως ἐντροπιασθῇ δι᾿ ἀμέλειαν ἢ ἀτέλειαν τοῦ ἔργου του, καὶ ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ τὸν ὀρθὸν δρόμον εἰς τὸ κήρυγμα τῆς ἀληθείας τοῦ Εὐαγγελίου.

16τὰς δὲ βεβήλους κενοφωνίας περιίστασο· ἐπὶ πλεῖον γὰρ προκόψουσιν ἀσεβείας,

Ἀπόφευγε δὲ τὰς ἀσεβεῖς ματαιολογίας, ποὺ δὲν ἔχουν ὑγιὲς καὶ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον, διότι αὐτοί, ποὺ τὰς λέγουν καὶ τὰς ἀκολουθοῦν, θὰ προχωρήσουν καὶ θὰ περιπέσουν εἰς μεγαλυτέραν ἀσέβειαν.

17καὶ ὁ λόγος αὐτῶν ὡς γάγγραινα νομὴν ἕξει· ὧν ἐστιν Ὑμέναιος καὶ Φιλητός,

Καὶ ἡ διδασκαλία αὐτῶν σὰν γάγγραινα θὰ ἀπλωθῇ καὶ θὰ καταφάγῃ καρδίας. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν ψευδοδιδασκάλων εἶναι ὁ Ὑμέναιος καὶ ὁ Φιλητός,

18οἵτινες περὶ τὴν ἀλήθειαν ἠστόχησαν, λέγοντες τὴν ἀνάστασιν ἤδη γεγονέναι, καὶ ἀνατρέπουσι τήν τινων πίστιν.

οἱ ὁποῖοι ἐξέπεσαν καὶ ἀπεπλανήθησαν ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, μὲ τὸ νὰ λέγουν ὅτι τάχα ἡ ἀνάστασις ἔχει πλέον γίνει καὶ κρημνίζουν ἔτσι τὴν πίστιν μερικῶν.

19ὁ μέντοι στερεὸς θεμέλιος τοῦ Θεοῦ ἕστηκεν, ἔχων τὴν σφραγῖδα ταύτην· ἔγνω Κύριος τοὺς ὄντας αὐτοῦ· καί· ἀποστήτω ἀπὸ ἀδικίας πᾶς ὁ ὀνομάζων τὸ ὄνομα Κυρίου.

Ὁ στερεὸς ὅμως καὶ θεμελιωμένος εἰς τὴν ὀρθὴν πίστιν τοῦ Θεοῦ, στέκει ἀκλόνητος, ἔχων αὐτὴν τὴν σφραγῖδα καὶ ἐπιγραφήν: <Ἐγνώρισε ὁ Κύριος ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἰδικοὶ του>. Καὶ <ἂς φύγῃ μακρυὰ ἀπὸ κάθε ἀδικίαν ἐκεῖνος, ποὺ ὁμολογεῖ καὶ ἐπικαλεῖται τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου>.

20ἐν μεγάλῃ δὲ οἰκίᾳ οὐκ ἔστι μόνον σκεύη χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ, ἀλλὰ καὶ ξύλινα καὶ ὀστράκινα, καὶ ἃ μὲν εἰς τιμὴν, ἃ δὲ εἰς ἀτιμίαν.

Εἰς ἕνα δὲ μεγάλο σπίτι δὲν ὑπάρχουν μόνον σκεύη χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ, ἀλλὰ καὶ σκεύη ξύλινα καὶ πήλινα· καὶ ἄλλα μὲν εἶναι προωρισμένα διὰ χρῆσιν τιμητικήν, ἀλλὰ δὲ δι᾿ ἀσήμαντον καὶ εὐτελῆ.

21ἐὰν οὖν τις ἐκκαθάρῃ ἑαυτὸν ἀπὸ τούτων, ἔσται σκεῦος εἰς τιμήν, ἡγιασμένον καὶ εὔχρηστον τῷ δεσπότῃ, εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἡτοιμασμένον.

Ἐάν, λοιπόν, καθαρίσῃ κανεὶς τὸν ἑαυτόν του καὶ τὸν προφυλάξῃ ἀπὸ τὰς πλάνας καὶ τὰ πάθη, ποὺ εἶπα παραπάνω, θὰ εἶναι σκεῦος εἰς τιμητικὴν χρῆσιν, ἁγιασμένον καὶ εὔχρηστον εἰς τὸν δεσπότην, ἑτοιμασμένον διὰ κάθε ἀγαθὸν ἔργον.

22τὰς δὲ νεωτερικὰς ἐπιθυμίας φεῦγε, δίωκε δὲ δικαιοσύνην, πίστιν, ἀγάπην, εἰρήνην μετὰ τῶν ἐπικαλουμένων τὸν Κύριον ἐκ καθαρᾶς καρδίας.

Τὰς δὲ ἀκρίτους καὶ ἐπιβλαβεῖς ἐπιθυμίας, αἱ ὁποῖαι παρατηροῦνται συνήθως μεταξὺ τῶν νεωτέρων κατὰ τὴν ἡλικίαν, ἀπόφευγέ τας. Ἐπεδίωκε δὲ νὰ ἀποκτήσῃς δικαιοσύνην, πίστιν, ἀγάπην, εἰρήνην μὲ ἐκείνους ποὺ ἐπικαλοῦνται τὸν Κύριον μὲ καθαρὰν καὶ ἁγνὴν καρδίαν.

23τὰς δὲ μωρὰς καὶ ἀπαιδεύτους ζητήσεις παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι γεννῶσι μάχας·

Μὴ δίνης σημασίαν, ἀλλὰ ἀπόφευγε τὰς ἀνοήτους καὶ ἀνικάνους νὰ μορφώσουν τὸν ἄνθρωπον συζητήσεις, γνωρίζων, ὅτι αὐταὶ δημιουργοῦν καὶ ἀναπτύσσουν φιλονεικίας καὶ ἀντιπαθείας.

24δοῦλον δὲ Κυρίου οὐ δεῖ μάχεσθαι, ἀλλ᾿ ἤπιον εἶναι πρὸς πάντας, διδακτικόν, ἀνεξίκακον,

Ὁ δοῦλος δὲ τοῦ Κυρίου δὲν πρέπει νὰ φιλονεικῇ καὶ νὰ ἐρίζῃ, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἤπιος πρὸς ὅλους, διδακτικός, ἀνεξίκακος,

25ἐν πρᾳότητι παιδεύοντα τοὺς ἀντιδιατιθεμένους, μήποτε δῷ αὐτοῖς ὁ Θεὸς μετάνοιαν εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας,

καὶ νὰ παιδαγωγῇ μὲ πρᾳότητα ἐκείνους, ποὺ ἀντιτίθενται εἰς τὴν ἀλήθειαν, μήπως καὶ ὁ Θεὸς τοὺς δώσῃ κάποτε μετάνοιαν, διὰ νὰ γνωρίσουν ἔτσι καλὰ τὴν ἀλήθειαν,

26καὶ ἀνανήψωσιν ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου παγίδος, ἐζωγρημένοι ὑπ᾿ αὐτοῦ εἰς τὸ ἐκείνου θέλημα.

καὶ ἐξυπνήσουν καὶ συνέλθουν ἀπὸ τὴν παγίδα τοῦ διαβόλου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἔχουν συλληφθῇ ὡς δοῦλοι, διὰ νὰ πράττουν τὸ θέλημά του.