Πρὸς Θεσσαλονικεῖς Α΄
Ζωή αρεστή στο Θεό1-12
1Τὸ λοιπὸν οὖν, ἀδελφοί, ἐρωτῶμεν ὑμᾶς καὶ παρακαλοῦμεν ἐν Κυρίῳ Ἰησοῦ, καθὼς παρελάβετε παρ᾿ ἡμῶν τὸ πῶς δεῖ ὑμᾶς περιπατεῖν καὶ ἀρέσκειν Θεῷ, ἵνα περισσεύητε μᾶλλον·
Ἐν συμπεράσματι, λοιπόν, ἀδελφοί, σᾶς παρακαλοῦμεν καὶ σᾶς προτρέπομεν ἐν ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθὼς παρελάβατε καὶ ἐδιδάχθητε ἀπὸ τὴν προφορικὴν μας διδασκαλίαν, διὰ τό πῳς πρέπει νὰ ζῆτε καὶ νὰ φέρεσθε καὶ νὰ εὐαρεστῆτε εἰς τὸν Θεόν, σᾶς παρακαλοῦμεν ἔτσι νὰ φέρεσθε καὶ νὰ προοδεύετε ἀκόμη περισσότερον εἰς τὴν χριστιανικὴν ζωήν.
2οἴδατε γὰρ τίνας παραγγελίας ἐδώκαμεν ὑμῖν διὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
Γνωρίζετε ἄλωστε ποίας ἐντολὰς καὶ ὁδηγίας σᾶς ἐδώκαμεν ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ.
3Τοῦτο γάρ ἐστι θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἁγιασμὸς ὑμῶν, ἀπέχεσθαι ὑμᾶς ἀπὸ τῆς πορνείας,
Διότι τοῦτο εἶναι θέλημα τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ νὰ γίνετε ἅγιοι καὶ ἁγνοί, νὰ ἀπέχετε ἀπὸ τὴν πορνείαν, (ἡ ὁποία μολύνει πάντοτε τὸν ἄνθρωπον),
4εἰδέναι ἕκαστον ὑμῶν τὸ ἑαυτοῦ σκεῦος κτᾶσθαι ἐν ἁγιασμῷ καὶ τιμῇ,
καὶ νὰ γνωρίζῃ ὁ καθένας σας νὰ κρατῇ ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν καὶ κυριαρχίαν του τὸ σῶμα του εἰς κατάστασιν ἁγιασμοῦ καὶ τιμῆς·
5μὴ ἐν πάθει ἐπιθυμίας καθάπερ καὶ τὰ ἔθνη τὰ μὴ εἰδότα τὸν Θεόν,
καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ ποτὲ κανεὶς τὸν εὐατὸν του νὰ κυριευθῇ ἀπὸ πάθος ἁμαρτωλῆς ἐπιθυμίας, ὅπως τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζουν τὸν Θεόν.
6τὸ μὴ ὑπερβαίνειν καὶ πλεονεκτεῖν ἐν τῷ πράγματι τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, διότι ἔκδικος ὁ Κύριος περὶ πάντων τούτων, καθὼς καὶ προείπομεν ὑμῖν καὶ διεμαρτυράμεθα.
Ἀκόμη δὲ κανείς ἀπὸ σᾶς ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ νὰ μὴ ξεπερνᾷ ποτὲ τὰ ὅρια τῆς ἠθικῆς ζωῆς καὶ συμπεριφορᾶς καὶ μολύνῃ τὴν τιμὴν τοῦ ἀδελφοῦ μὲ τὸ ἁμάρτημα τῆς μοιχείας, διότι ὁ Κύριος εἶναι ἐκδικητὴς καὶ τιμωρεῖ ὅλας αὐτὰς τὰς αἰσχρὰς πράξεις, ὅπως ἄλλωστε σᾶς εἴχομεν προείπει, ὅταν ἥμεθα μαζῆ σας καὶ διεμαρτυρήθημεν μάλιστα.
7οὐ γὰρ ἐκάλεσεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἐπὶ ἀκαθαρσίᾳ, ἀλλ᾿ ἐν ἁγιασμῷ.
Διότι δὲν μᾶς ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς εἰς μίαν ἀκάθαρτον ζωὴν σαρκικότητος, ἀλλ᾿ εἰς ζωὴν ἁγνότητος καὶ ἁγιασμοῦ.
8τοιγαροῦν ὁ ἀθετῶν οὐκ ἄνθρωπον ἀθετεῖ, ἀλλὰ τὸν Θεὸν τὸν καὶ δόντα τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ τὸ ἅγιον εἰς ὑμᾶς.
Ὥστε, λοιπόν, ἐκεῖνός ποὺ παραβαίνει αὐτὰ δὲν καταπατεῖ καὶ δὲν ἀπορρίπτει ἄνθρωπον, ἀλλ᾿ αὐτὸν τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος καὶ σᾶς ἔδωσε τὸ Πνεῦμα του τὸ Ἅγιον, διὰ νὰ ζῆτε μὲ ἁγνότητα καὶ ἁγιασμόν.
9Περὶ δὲ τῆς φιλαδελφίας οὐ χρείαν ἔχετε γράφειν ὑμῖν· αὐτοὶ γὰρ ὑμεῖς θεοδίδακτοί ἐστε εἰς τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους·
Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἀγάπην πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς Χριστιανοὺς δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ γράψω ἐγὼ πρὸς σᾶς, διότι σεῖς ἔχετε διδαχθῇ ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν Θεὸν εἰς τὸ νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἔνας τὸν ἄλλον.
10καὶ γὰρ ποιεῖτε αὐτὸ εἰς πάντας τοὺς ἀδελφοὺς τοὺς ἐν ὅλῃ τῇ Μακεδονίᾳ. παρακαλοῦμεν δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, περισσεύειν μᾶλλον
Καὶ αὐτὸ μαρτυρεῖται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι αὐτὴν τὴν ἀγάπην τὴν τρέφετε καὶ τὴν ἀσκεῖτε εἰς ὅλους τοὺς ἀδελφούς, ποὺ εὑρίσκονται καθ᾿ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς Μακεδονίας. Σᾳς παρακαλοῦμεν, ἀδελφοί, νὰ τὴν ἀσκῆτε ἀκόμη πλουσιωτέραν.
11καὶ φιλοτιμεῖσθαι ἡσυχάζειν καὶ πράσσειν τὰ ἴδια καὶ ἐργάζεσθαι ταῖς ἰδίαις χερσὶν ὑμῶν, καθὼς ὑμῖν παρηγγείλαμεν,
Νὰ προσπαθῆτε δὲ μὲ κάθε φιλοτιμίαν καὶ νὰ τὸ θεωρῆτε τιμὴν σας νὰ ζῆτε εἰρηνικοὶ καὶ ἥσυχοι καὶ νὰ ἀσχολῆται ὁ καθένας σας εἰς τὰ ἰδικὰ του ἔργα καὶ νὰ ἐργάζεσθε μὲ τὰ ἴδια σας τὰ χέρια σύμφωνα μὲ τὰς ὁδηγίας καὶ τὰς ἐντολάς, ποὺ σᾶς ἐδώσαμεν
12ἵνα περιπατῆτε εὐσχημόνως πρὸς τοὺς ἔξω καὶ μηδενὸς χρείαν ἔχητε.
διὰ νὰ συμπεριφέρεσθε ἔτσι ὅπως ταιριάζει εἰς τοὺς Χριστιανοὺς μὲ ἀξιοπρέπειαν καὶ εὐγένειαν πρὸς τοὺς ἔξω τῆς Ἐκκλησίας ἀπίστους, καὶ νὰ μὴν ἔχετε ἀνάγκην ἀπὸ τίποτε, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐργασίαν σας νὰ ἐπαρκῆτε εἰς τὸν εὐατὸν σας.
Η Δευτέρα παρουσία13-Ε11
Ανάγνωσμα · Σάββατο Κεκοιμημένων, 13-17
13Οὐ θέλομεν δὲ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, περὶ τῶν κοιμωμένων, ἵνα μὴ λυπῆσθε καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα.
Δὲν θέλομεν δέ, ἀδελφοί, νὰ εὑρίσκεσθε εἰς ἄγνοιαν σχετικῶς μὲ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀποθάνει, διὰ νὰ μὴ λυπῆσθε, ὅπως λυποῦνται οἱ ἄλλοι, ποὺ δὲν ἔχουν καμμίαν ἀλπίδα ἀναστάσεως καὶ αἰωνίου ζωῆς.
14εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ.
Διότι, ἐὰν πραγματικὰ καὶ ἀληθινὰ πιστεύωμεν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνεστήθη, ἔτσι καὶ πρέπει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι καὶ ὁ Θεὸς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀπέθαναν μὲ πίστιν εἰς τὸν Ἰησοῦν, θὰ τοὺς ἀναστήσῃ καὶ θὰ τοὺς φέρῃ μαζῆ μὲ αὐτὸν εἰς τὴν αἰωνίαν καὶ μακαρίαν ζωήν.
15τοῦτο γὰρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μὴ φθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας·
Τοῦτο δὲ σᾶς τὸ λέγομεν ὄχι ἀπὸ ἰδικὴν μας ἐπινόησιν, ἀλλ᾿ ἀπὸ λόγον καὶ ἀποκάλυψιν, ποὺ ἔκαμεν εἰς ἡμᾶς ὁ Κύριος, ὅτι δηλαδὴ ἡμεῖς ποὺ θὰ ζῶμεν ἀκόμη, καὶ κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσίαν τοῦ Κυρίου θὰ ἔχωμεν ἀπομείνει καὶ θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν γῆν, δὲν θὰ προφθάσωμεν τοὺς κοιμηθέντας, ἐπειδὴ αὐτοὶ θὰ ἔχουν πρῶτον ἀναστηθῆ.
16ὅτι αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ᾿ οὐρανοῦ, καὶ οἱ νεκροὶ ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον,
Ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ παντοδύναμον πρόσταγμα, μὲ φωνὴν ἀρχαγγέλου καὶ μὲ σάλπιγγα Θεοῦ θὰ κατεβῇ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ οἱ νεκροί, ποὺ ἔχουν πεθάνει μὲ τὴν πίστιν εἰς τὸν Χριστόν, θὰ ἀναστηθοῦν πρῶτοι.
17ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σὺν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καὶ οὕτω πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα.
Ἔπειτα ἀπὸ αὐτὸ ἡμεῖς ποὺ θὰ ζῶμεν καὶ θὰ ἔχωμεν ἀπομείνει εἰς τὴν γῆν, θὰ ἁρπαχθῶμεν μαζῆ μὲ αὐτοὺς μέσα εἰς νεφέλας, διὰ νὰ προϋπαντήσωμεν τὸν Κύριον εἰς τοὺς οὐρανίους χώρους. Καὶ ἔτσι θὰ εἵμεθα πάντοτε μαζῆ μὲ τὸν Κύριον εἰς τὸν οὐρανόν.
18Ὥστε παρακαλεῖτε ἀλλήλους ἐν τοῖς λόγοις τούτοις.
Ὥστε, λοιπόν, παρηγορεῖτε καὶ ἐνισχύετε ὁ ἔνας τὸν ἄλλον μὲ τὰ λόγια αὐτά, ποὺ σᾶς γράφω καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι λόγοι τοῦ Κυρίου.